Η απόφαση μιας οικογένειας ή ενός ατόμου να αφήσει πίσω του τη ζωή σε ένα αστικό κέντρο για το χωριό μπορεί να φαντάζει ως το ιδανικό για ένα ποιοτικότερο βιοτικό επίπεδο.
Λιγότερη κίνηση, καθαρός αέρας, ένα σπίτι με αυλή, τα παιδιά να μεγαλώνουν κοντά στη φύση και μια καθημερινότητα χωρίς τις ατελείωτες διαδρομές και το άγχος της πόλης. Η εικόνα είναι ελκυστική. Η πραγματικότητα, όμως, αρχίζει την επόμενη ημέρα της μετακόμισης.
Εκεί όπου τελειώνουν οι φωτογραφίες με τα πέτρινα σπίτια και τα βουνά αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα. Πού θα δουλέψουν οι γονείς; Πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά; Πόσο μακριά είναι το Κέντρο Υγείας; Τι γίνεται όταν χιονίσει για ημέρες; Πώς εντάσσεται μια οικογένεια σε μια μικρή κοινωνία που έχει τις δικές της ισορροπίες και σχέσεις δεκαετιών;
Η πρόσφατη αποχώρηση της πρώτης πολύτεκνης οικογένειας που εγκαταστάθηκε στη Φουρνά Ευρυτανίας, έπειτα από δύο χρόνια παραμονής, φέρνει στην επιφάνεια όλα αυτά τα ερωτήματα. Η Βασιλική Εμμανουήλ και ο Στέφανος Κωστόπουλος, μαζί με τα έξι παιδιά τους, έφυγαν από το χωριό με προορισμό τη Νάξο, έχοντας προηγουμένως γίνει το πρότυπο μιας προσπάθειας που είχε ως στόχο να δώσει ξανά ζωή σε έναν τόπο που πάλευε με την πληθυσμιακή συρρίκνωση.
Η οικογένεια μίλησε για οικονομικές δυσκολίες, προβλήματα στη στέγαση και κοινωνικές εντάσεις, ενώ έκανε λόγο και για bullying που, όπως καταγγέλλει, αντιμετώπισε το μεγάλο της παιδί. Από την άλλη πλευρά, η πρωτοβουλία «Νέα Ζωή στο Χωριό» δίνει διαφορετική εκδοχή για τις συνθήκες εγκατάστασης και τη στήριξη που παρασχέθηκε στην οικογένεια, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή της Νάξου συνδέεται με τις νέες δυνατότητες που ανοίγονται για το ζευγάρι.
Η κ. Παναγιώτα Διαμαντή, η δασκάλα, που μαζί με τον ιερέα του χωριού Κωνσταντίνο Ντούσικο πρωτοστάτησαν στην προσπάθεια, έχει υπογραμμίσει ότι η «Νέα Ζωή στο Χωριό» δεν δημιουργήθηκε για να κρατά με το ζόρι μια οικογένεια σε έναν τόπο. Η αποχώρηση μιας οικογένειας, επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αποτυχίας. Αποτελεί όμως μια αφορμή για να δει κανείς τι πραγματικά χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ριζώσει μακριά από την πόλη.
Ο Νίκος Ευθυμίου έφυγε από την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στο Κονισκό
Το iefimerida αναζήτησε απαντήσεις σε ανθρώπους που είτε έφυγαν για το χωριό και ρίζωσαν είτε έφυγαν και επέστρεψαν στην πόλη. Ο Νίκος Ευθυμίου έφυγε από την Αθήνα το 2012. Δεν έκανε τη μετακόμιση επειδή απλώς ονειρευόταν μια πιο ήρεμη ζωή. Είχε έναν συγκεκριμένο λόγο, έναν άνθρωπο που τον συνέδεε με τον τόπο και, κυρίως, ένα επαγγελματικό σχέδιο.
Με τη σύζυγό του εγκαταστάθηκαν στον Κονισκό, ένα χωριό κοντά στα Μετέωρα, τόπο καταγωγής της οικογένειάς της, και εκεί επιχείρησε να δημιουργήσει μια μονάδα ελευθέρας βοσκής ορνίθων. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα εξακολουθεί να ζει εκεί. Η σύζυγός του, ωστόσο, συνεχίζει να εργάζεται στην Αθήνα.
Η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη. Χρειάστηκε, όπως λέει, να περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να αισθανθεί πραγματικά ότι ανήκει στον τόπο. «Μου πήρε χρόνια να προσαρμοστώ. Τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πραγματικά άνετα και ότι με έχουν αποδεχθεί οι άνθρωποι του χωριού».
Η μεγαλύτερη δυσκολία, όπως εξηγεί, δεν ήταν μόνο η απόσταση από την πόλη. Ήταν ότι δεν γνώριζε τι σημαίνει πραγματικά καθημερινότητα στην ύπαιθρο.
Κάποια στιγμή ήρθε και ο χειμώνας για να του το υπενθυμίσει με τον πιο σκληρό τρόπο. Χιόνια για 20 έως 25 ημέρες, πέντε ημέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, νερό και τηλέφωνο και θερμοκρασίες που έφτασαν τους -12 βαθμούς Κελσίου μέσα στο σπίτι.
«Εκεί κατάλαβα ότι στο χωριό δεν μπορείς να περιμένεις να λειτουργούν όλα όπως στην Αθήνα. Έμαθα ότι χρειάζεσαι ξυλόσομπα, ότι πρέπει να είσαι προετοιμασμένος και ότι υπάρχουν πράγματα που στην πόλη θεωρούμε αυτονόητα, αλλά στην επαρχία δεν είναι».
Γι' αυτό και σήμερα επιμένει σε κάτι που θεωρεί θεμελιώδες για όποιον σκέφτεται να φύγει από το αστικό κέντρο. Να μην κάνει το βήμα χωρίς να γνωρίζει πού πηγαίνει. Ο ίδιος, άλλωστε, είχε επιλέξει αρχικά να μετακινηθεί μόνος, προκειμένου να γνωρίσει τις συνθήκες, να δει αν μπορεί να σταθεί επαγγελματικά και να οργανώσει τη νέα του ζωή.
Στην περίπτωσή του υπήρχε και ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα. Δεν ξεκινούσε από το απόλυτο μηδέν. Υπήρχε το πατρικό σπίτι της συζύγου του και μια οικογενειακή σύνδεση με τον τόπο. Το σπίτι, βέβαια, ήταν περισσότερο κατάλληλο για επισκέψεις παρά για μόνιμη κατοικία και χρειάστηκε δουλειά και χρήματα για να γίνει λειτουργικό. Η εμπειρία του, όμως, συμπυκνώνεται σε μία φράση:
«Αν υπάρχει δουλειά, το χωριό είναι καλύτερο. Αν δεν υπάρχει δουλειά, δεν μπορείς να ζήσεις εκεί». Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν υπάρχουν παιδιά.
Ο Κονισκός έχει πλέον περίπου 30 κατοίκους, ενώ όταν εγκαταστάθηκε εκεί ο ίδιος έφταναν περίπου τους 240. Το χωριό βρίσκεται 37 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα και περίπου 20 από την Καλαμπάκα. Για έναν άνθρωπο χωρίς παιδιά, η απόσταση μπορεί να είναι διαχειρίσιμη. Για μια οικογένεια με μικρά παιδιά, όμως, αλλάζει ολόκληρος ο υπολογισμός.
«Όταν υπάρχουν λίγα παιδιά, το σχολείο και οι δραστηριότητες γίνονται πρόβλημα. Η ερήμωση δεν είναι κάτι που βλέπεις απλώς στους αριθμούς. Τη ζεις καθημερινά».
Η συμβουλή του προς τους νέους γονείς που σκέφτονται να εγκαταλείψουν την πόλη είναι απλή, να επισκεφθούν πρώτα το χωριό, όχι σαν τουρίστες, αλλά σαν άνθρωποι που σκέφτονται να ζήσουν εκεί.
Γιατί άλλο είναι να περάσεις ένα Σαββατοκύριακο στην επαρχία και άλλο να πρέπει να εργάζεσαι, να μεγαλώνεις παιδιά και να αντιμετωπίζεις έναν δύσκολο χειμώνα.
Την ίδια στιγμή, βλέπει με ανησυχία τη σταδιακή εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα. Όταν έφτασε στον Κονισκό υπήρχαν πέντε μονάδες βοοειδών. Σήμερα έχει απομείνει μία. Υπήρχαν επίσης τέσσερις μονάδες αιγοπροβάτων. Σήμερα δεν υπάρχει καμία.
«Αν χαθεί η πρωτογενής παραγωγή, κάποια στιγμή δεν θα έχουμε ούτε τα βασικά για να φάμε».
Η Ελένη Ψυχούλη και η επιστροφή που δεν ήταν όπως την περίμενε
Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Ελένη Ψυχούλη γνωρίζει μια διαφορετική πλευρά της επιστροφής στην επαρχία. Η δική της αφετηρία ήταν ο Βόλος και η ανάγκη να ξαναχτίσει τη ζωή της μετά την οικονομική κρίση και τις αλλαγές στην επαγγελματική της πορεία.
Υπήρχε ένα στοιχείο που εκ πρώτης όψεως έμοιαζε να κάνει την απόφαση ευκολότερη, αφού ο τόπος ήταν γνώριμος και υπήρχε ιδιοκτησία. Δεν πήγαινε σε ένα άγνωστο χωριό χωρίς καμία σχέση με την περιοχή. Κι όμως, σύντομα διαπίστωσε ότι η κατοχή ενός σπιτιού δεν λύνει το βασικό πρόβλημα.
«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχεις εξασφαλίσει πριν φύγεις είναι η δουλειά σου. Δεν πρέπει να περιμένεις ότι θα πας στην επαρχία και θα βρεις εκεί εργασία», θα πει στο iefimerida.
Η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα είναι πολύ διαφορετική. Οι επιλογές είναι περιορισμένες, οι μισθοί συχνά χαμηλότεροι και όσο απομακρύνεται κανείς από τα μεγάλα κέντρα τόσο στενεύει ο επαγγελματικός ορίζοντας.
Η δυσκολία που αντιμετώπισε την ανάγκασε να επιστρέψει στην πόλη. Η ίδια, σήμερα, μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην Αθήνα και το Πήλιο και έχει αξιοποιήσει ένα σπίτι που ανακαίνισε, δημιουργώντας μια δραστηριότητα βραχυχρόνιας μίσθωσης που καλύπτει μέρος των εξόδων.
Η δική της εμπειρία καταλήγει σε μια πρακτική συμβουλή ότι όποιος θέλει πραγματικά να φύγει από την πόλη πρέπει να έχει πρώτα δημιουργήσει τον τρόπο με τον οποίο θα ζήσει.
«Πρέπει να έχεις ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό σχέδιο πριν μετακομίσεις. Να ξέρεις από πού θα προκύπτει το εισόδημά σου. Δεν μπορείς να φύγεις απλώς επειδή κουράστηκες την Αθήνα».
Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος που συχνά υποτιμάται και είναι η συντροφικότητα, σύμφωνα με την κ. Ψυχούλη.
«Δεν θα συμβούλευα κάποιον να το κάνει μόνος του. Η μοναξιά στην επαρχία είναι πολύ διαφορετική από τη μοναξιά στην πόλη. Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο δίπλα σου, μια οικογένεια, έναν σύντροφο ή έστω έναν πολύ κοντινό άνθρωπο».
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της αποκέντρωσης. Γιατί η πόλη μπορεί να είναι απρόσωπη, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει ένα τεράστιο δίκτυο ανθρώπων, δραστηριοτήτων και επιλογών. Στο χωριό, το δίκτυο είναι μικρότερο. Αν δεν δημιουργηθεί καινούργιο, το κενό γίνεται αισθητό.
Τι συμβαίνει μέσα στην οικογένεια όταν αλλάζει ολόκληρος ο κόσμος
Η Αφροδίτη Γκολφινοπούλου, σύμβουλος ψυχικής υγείας, βλέπει την αποκέντρωση από μια εντελώς διαφορετική γωνία αυτή της επιστήμης.
Για εκείνη, η απόφαση να εγκαταλείψει κάποιος την πόλη μπορεί να κρύβει πολλά περισσότερα από την ανάγκη για καθαρό αέρα και χαμηλότερο κόστος ζωής.
«Η μετακόμιση σε ένα μικρό χωριό μπορεί να είναι η ανάγκη μιας οικογένειας να αποτοξινωθεί από την υπερδιέγερση της πόλης, να αναζητήσει περισσότερη ασφάλεια, έλεγχο και μια καθημερινότητα που να στηρίζεται στη φύση και στην απλότητα», λέει στο iefimerida.
Μπορεί όμως να είναι και κάτι άλλο, εξηγεί επισημαίνοντας ότι μια απόπειρα διαφυγής από προβλήματα που υπήρχαν ήδη μέσα στην οικογένεια. «Η μετακόμιση δεν λύνει από μόνη της προβλήματα που υπήρχαν πριν. Αν μια οικογένεια φεύγει από την πόλη χωρίς να έχει επεξεργαστεί τι αφήνει πίσω της, υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφέρει μαζί της και τα ίδια προβλήματα».
Όπως λέει η κ. Γκολφινοπούλου οι πρώτοι μήνες είναι συνήθως οι πιο κρίσιμοι. Το πρώτο διάστημα μπορεί να κυριαρχούν ο ενθουσιασμός και η ανακούφιση. «Στη συνέχεια, όμως, μπορεί να εμφανιστούν αμφιβολία, άγχος, ενοχές, νοσταλγία ακόμη και εκνευρισμός. Για τα παιδιά η εμπειρία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ηλικία τους. Τα μικρότερα μπορεί να εμφανίσουν άγχος αποχωρισμού ή παλινδρομήσεις. Τα παιδιά του δημοτικού μπορεί να αντιδράσουν με θυμό, άρνηση του σχολείου ή ακόμη και με υπερβολική προσπάθεια να προσαρμοστούν. Για έναν έφηβο η μετακόμιση μπορεί να βιωθεί σαν εξορία. Αφήνει φίλους, σχολείο, κοινωνική ζωή και ένα κομμάτι της ταυτότητάς του».
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το πρόβλημα που συχνά δεν υπολογίζεται όταν μια οικογένεια παίρνει την απόφαση να φύγει από την Αθήνα και είναι η κοινωνική ένταξη.
«Η απομόνωση είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που υποτιμώνται. Υπάρχει η κοινωνική απομόνωση, επειδή χάνεται το παλιό δίκτυο, αλλά υπάρχει και η πολιτισμική απομόνωση, όταν κάποιος δεν γνωρίζει τους άγραφους κώδικες μιας μικρής κοινωνίας», επισημαίνει η κ. Γκολφινοπούλου.
Στην πόλη, εξηγεί, η μοναξιά μπορεί να κρύβεται μέσα στο πλήθος. Στο χωριό, αντίθετα, μπορεί να γίνει πολύ πιο ορατή. «Η ένταξη δεν γίνεται από τη μία ημέρα στην άλλη. Χρειάζεται χρόνο, συνέπεια, σεβασμό στους άγραφους κανόνες της τοπικής κοινωνίας και συμμετοχή. Μια οικογένεια αρχίζει να αισθάνεται ότι ανήκει όταν οι άνθρωποι του τόπου τη βλέπουν ως μια σταθερή και αξιόπιστη παρουσία. Η προσαρμογή μπορεί να χρειαστεί τρεις έως έξι μήνες, αλλά τα σημάδια ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά δεν πρέπει να αγνοούνται. Επίμονο άγχος ή θλίψη, απομόνωση, άρνηση του σχολείου ή δραστηριοτήτων, αλλαγές στον ύπνο και την όρεξη, πτώση της σχολικής επίδοσης, σωματικά ενοχλήματα ή έντονες συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια είναι μερικά από αυτά».
Η ιστορία του χωριού Φουρνά Ευρυτανίας δεν χωρά σε έναν εύκολο τίτλο περί «αποτυχίας» ή «επιτυχίας» επειδή η πρώτη οικογένεια έφυγε. Άλλωστε, πίσω έμειναν η μητέρα και η αδελφή της Βασιλικής, μητέρας της πολύτεκνης οικογένειας που αποχώρησε. Ενώ οι υπόλοιπες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν εκεί εξακολουθούν να βρίσκονται στο χωριό. Η παρουσία νέων οικογενειών έφερε παιδιά, επαγγελματική δραστηριότητα και ξανά ενδιαφέρον για έναν τόπο που έδινε μάχη με την ερήμωση. Η πρωτοβουλία επεκτάθηκε στη Ζίτσα Ιωαννίνων και στο Κόκκινο Βοιωτίας, δείχνοντας ότι η ιδέα της επιστροφής στην περιφέρεια εξακολουθεί να συγκινεί.