fbpx Ημερολόγια Καραντίνας –Η Αμάντα Μιχαλοπούλου γράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο που «όπως η ζωή, περιέχει την αδεξιότητα, την αμφιθυμία και τη σιωπή του» | ΕΛΛΑΔΑ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΕΛΛΑΔΑ
Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

Ημερολόγια Καραντίνας –Η Αμάντα Μιχαλοπούλου γράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο που «όπως η ζωή, περιέχει την αδεξιότητα, την αμφιθυμία και τη σιωπή του»

Αμάντα Μιχαλοπούλου
29|03|2020 | 09:30
«Γιατί αντιστέκομαι τόσο πολύ στην ωμή ζωή; Άραγε είμαστε όλοι μανιοκαταθλιπτικοί συνταξιούχοι που ψάχνουν ένα καινούργιο χόμπι; Είμαστε νεκροί; Ή είμαστε πιο ζωντανοί από ποτέ και δεν το ξέρουμε ακόμη;» γράφει η Αμάντα Μιχαλοπούλου

Βραβευμένη με διεθνείς διακρίσεις, η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου οδηγεί τον αναγνώστη στην νέα της καθημερινότητα που περιλαμβάνει από την Τζέιν Φόντα και πικ νικ στον κήπο, ως τον πόνο για την αγαπημένη Ιταλία και την πιο υπαρξιακή ερώτηση της ημέρας «τι θα φάμε σήμερα;».

Πρόσφατα το βιβλίο της «Η Γυναίκα του Θεού» μεταφράστηκε και στις ΗΠΑ για τον οίκο Dalkey Archive Press, και συνεντεύξεις της με αφορμή την έκδοση κατακλύζουν σημαντικά διεθνή μέσα – μέχρι και το Paris Review (στα ελληνικά τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη). H πανδημία του κορωνοϊού, ρίχνει τους ρυθμούς και οδηγεί την Αμάντα Μιχαλοπούλου, τον σύζυγο και την 17χρονη κόρη της σε μια νέα κανονικότητα που περιγράφει μοναδικά στα Ημερολόγια Καραντίνας του iefimerida.gr

Η πιο βαθιά υπαρξιακή συζήτηση της ημέρας είναι “τί θα φάμε σήμερα”. Εκεί φωλιάζει η ανάγκη μας για απόλαυση, επικοινωνία, αισθήσεις και αρώματα. Κι οι επιθυμίες μας, “στρογγυλές σαν ροδάκινα”, τι ωραία που τις εξεικονίζει η Ανν Κάρσον.

«Κρατάς ημερολόγιο αν έχεις μυστικά. Και μυστικά δεν έχω. Η ζωή μου είναι πιο διάφανη από ποτέ. Οι γείτονες ξέρουν πότε κάνω γυμναστική. Με ακούνε πιθανότατα να μιλάω σε ανοιχτή ακρόαση με τη Μαργαρίτα που γύρισε από το Λονδίνο και μπήκε σε καραντίνα ή με την Αμίρα που δεν την αφήνουν να επιστρέψει σπίτι της στο Μαρόκο και είναι παγιδευμένη στην Κωνσταντινούπολη. Δεν πρόλαβα να αγοράσω ακουστικά και πονάει το αυτί μου γρου γρου στο κινητό όλη μέρα.

Κάθε βράδυ ξυπνάω στις 4 ακριβώς και κοιτάζω το ταβάνι. Για διάβασμα ούτε λόγος, τα μάτια μου κολλάνε στις μικρές ακίνητες μύγες των γραμμάτων. Νεκρές μύγες. Ίσως φταίει το γεγονός ότι το βιβλίο που διάβαζα όταν ξεκίνησαν όλα ήταν το “Πέδρο Πάραμο” του Χουάν Ρούλφο. Μου πήρε αρκετές σελίδες για να καταλάβω ότι οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι νεκροί και μιλάνε μέσα από τον τάφο τους. Όμως ό,τι κι αν διάβαζα τώρα θα αρπαζόμουν από τη σκοτεινή του πλευρά. Δεν έχω την ανδρεία της καρδιάς που περιγράφει ο Μπρούνο Σουλτς, μόνο το ηττημένο πείσμα της μέσης ηλικίας. Αν θέλεις να είσαι φοβισμένος και δυστυχής δεν είναι δύσκολο να το πετύχεις. Αλλά ο φόβος δεν κρατάει για πάντα. Η καρδιά μας πότε είναι νωθρή, πότε λαχταράει λίγη χαρά. Την αυξομείωση της έντασης δεν την παρατηρούμε όταν είμαστε διαρκώς απασχολημένοι, αλλά σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και οι τυφλοί των αισθημάτων αρχίζουν να διακρίνουν τις σκιές του πανικού, του θυμού, της κούρασης.

Υπάρχουν μέρες που σηκώνομαι από το κρεβάτι έτοιμη να ησυχάσω τη θαλασσοταραχή μέσα μου. Όλα λάμπουν, ο ήλιος κάνει ζιγκ ζαγκ στο παρκέ της κρεβατοκάμαρας και το αίμα χτυπάει στα μηνίγγια μου, αίμα κοριτσίστικο ξανά.

Ξεκινάω με γιόγκα ή αερόμπικ της Τζέιν Φόντα επειδή με διασκεδάζουν οι χορευτές της δεκαετίας του ΄80. Δείχνουν πιο αθώοι, πιο ανθρώπινοι με τις γκέτες και τις μπαντάνες τους.  Τζέιν, μονολογώ, πώς γίνεται να χτυπιέσαι έτσι και να μιλάς ταυτόχρονα; “Don’t give up", λέει, και με κοιτάζει παιχνιδιάρικα, “we finish soon, I promiss”. Και τότε με πιάνει αυτό το παράξενο υπαρξιακό ξέσπασμα χαράς: Όχι Τζέιν, σου το υπόσχομαι, δεν θα τα παρατήσω. Point. Flex. Point”.

Έχω μεταφέρει τα μαθήματα δημιουργικής γραφής στο skype, συναντιόμαστε πρωί ή απόγευμα στην οθόνη. Βγαίνουμε στα παραθυράκια μας,  ένας έχει από πίσω μια βιβλιοθήκη,  άλλος κλειδώνεται στο παιδικό δωμάτιο με τα λούτρινα, μερικές φορές μπαίνουν στο πλάνο σύζυγοι ή παιδιά να δουν τι διάολο κάνουμε. Νιώθω μεγάλη στοργή για τους μαθητές μου και την ανάγκη να τους προστατέψω, σαν να είμαι μαμά τους. Τους θαυμάζω για την αντοχή τους, για το μεγάλο τους πείσμα να γράφουν παρά τα όσα συμβαίνουν. Ζηλεύω και λίγο, επειδή εγώ δεν σταυρώνω λέξη. Με συνεφέρουν με ανέκδοτα: “Ο κορωνοιός είναι σαν τα μακαρόνια: οι Κινέζοι τα ανακάλυψαν, οι Ιταλοί τα διέδωσαν σε όλο τον κόσμο”. Σκέφτομαι τα πακέτα με μακαρόνια στα σκοτεινά μας ντουλάπια.

Κάθε πρωί διαβάζω τις λέξεις Crema contorno Occhi στο βαζάκι της κρέμας ματιών. Με πιάνει αθεράπευτη νοσταλγία για την Ιταλία και κάθετι ιταλικό. Έτσι ήμουν πάντα, αλλά παράγινε αυτές τις εβδομάδες. Μιλάω με την Ελιζαμπέτα που δουλεύει για τη RAI μήπως μάθω από πρώτο χέρι. Πονάει η καρδιά μου όταν σκέφτομαι τους Ιταλούς -που ήταν πάντα μεθυσμένοι από ζωή, με μια γλώσσα σε παροξυσμό, γεμάτη λάμδα και ρο- να μετράνε σήμερα τους νεκρούς τους.

Πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια μου σκηνές μακαριότητας και σαγήνης: τα βράδια στο Μπελάτζιο και στο Μπολιάσκο, η εκδρομή στο Τσίνκουε Τέρρε, η Βενετία, η Ρώμη και το Μιλάνο ξανά και ξανά και ξανά. Οι λίμνες, οι εξοχές της Σιένα, ο καθεδρικός της Ορτίτζια, η Τεργέστη και το μονοπάτι του Ντουίνο, το Τορίνο. Κι εκείνο το βράδυ που ξεκινήσαμε από τη Μπολόνια με τον τρελάρα τον Πέτρο- κοιμόμουν στο πίσω κάθισμα και μας πήγε στη Φλωρεντία αξημέρωτα για να μας κάνει την ωραιότερη έκπληξη. Ξύπνησα σε μια άδεια κεντρική πλατεία, ήμασταν ο Πέτρος, ο Δημήτρης, εγώ κι ένας σερβιτόρος που κατάβρεχε και σκούπιζε. Σαν τη σημερινή Ιταλία.

Δεν μου κάνει καλό το Ίντερνετ, είναι σαν να δουλεύω σ’ ένα εργαστήριο χειρισμού ειδήσεων για τον κορωνοιό. Εξελίχτηκα σε τζάνκι κανονικό, σούταρα  κάθε γραμμάριο ενημέρωσης για να τα μάθω όλα, να τα προλάβω όλα. Τι τρομερή ανάγκη ελέγχου με διακατέχει! Και πόσο με εκπλήσσει η ανικανότητά μου να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων, ο φόβος, το άγχος, οι ξαφνικές εκρήξεις θυμού. Τί θα γινόταν αν ήμουν άνθρωπος κοινωνικός, έξω καρδιά; Πώς να νιώθουν τα τέρατα κοινωνικότητας, που ξεσάλωναν κάθε βράδυ και τώρα τους έκλεισαν μέσα; Στην πραγματικότητα έτσι ζούσα πάντα, μέσα στο σπίτι, με τα βιβλία μου, τον άντρα μου και την κόρη μου- όταν μας καταδέχεται. Δεν έχει αλλάξει κάτι.

Στην καραντίνα με ενοχλεί περισσότερο το σύνθημα “μένουμε σπίτι”, δε μου αρέσουν οι λέξεις, είναι καθαρά αισθητικό. Όχι ακριβώς το σύνθημα -πώς να το εξηγήσω;- η ανάγκη δημιουργίας συνθήματος για το προφανές. Κι όλοι εκείνοι που στοιχίζονται πίσω από το σύνθημα για να κουνήσουν το δάχτυλο, να αξιοποιήσουν την πανδημία, να εκτονώσουν τον ναρκισσισμό, την αρχομανία τους, το ψυχικό τους φορτίο: μισάνθρωποι, αισιόδοξοι και απαισιόδοξοι της δεκάρας, θρησκευόμενοι και λάτρεις της επιστήμης, νεοφιλελεύθεροι που έχασαν τη γη κάτω από τα πόδια τους και αναρχικοί που συνδέουν τον καπιταλισμό της αγροτικής παραγωγής με την εμφάνιση νέων ασθενειών (δεν έχουν κι άδικο βέβαια). Νάτοι οι δημοδιδάσκαλοι, οι δικαστές, οι ιερείς της καθημερινής ζωής. Αυτό πρέπει να κάνεις λέει ο ένας, αυτό λέει ο άλλος, κολλημένοι στην καρέκλα της θεωρίας τους. Όλοι νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα απ’όλους τους άλλους. Κι η μάνα μου, τρελλαμένη από φόβο, ρωτάει γιατί δε φοράω μάσκα και γάντια όταν πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ.

Το μαγείρεμα το αναλαμβάνουν εναλλάξ ο άντρας μου και η δεκαεπτάχρονη κόρη μας. Η πιο βαθιά υπαρξιακή συζήτηση της ημέρας είναι “τί θα φάμε σήμερα”. Εκεί φωλιάζει η ανάγκη μας για απόλαυση, επικοινωνία, αισθήσεις και αρώματα. Κι οι επιθυμίες μας, “στρογγυλές σαν ροδάκινα”, τι ωραία που τις εξεικονίζει η Ανν Κάρσον.

Τα μεσημέρια στρώνουμε στον κήπο. Τα πουλιά το γλεντάνε με εξωπραγματικούς λαρυγγισμούς- έτσι ευθυμούσαν πάντα ή φταίει η ησυχία; Τρώμε αμίλητοι κάτω από τη λεμονιά για να μη διακόψουμε τη συναυλία. Αυτή πρέπει να είναι “η όξυνση της γεύσης του κόσμου” για την οποία κάνει λόγο ο Σουλτς σε ένα σπαραξικάρδιο διήγημα που επίσης δεν άντεξα να τελειώσω. Λέγεται “Ανοιξη”. Δεν μπορώ να ολοκληρώσω κανένα βιβλίο, τα αφήνω όλα στη μέση, πιάνω άλλα, σπασμωδικά, σαν να μου φταίει όλος ο κόσμος. Ακόμη και αυτός ο αόρατος άγιος κόσμος που πάντα με γιάτρευε, η λογοτεχνία.

Είμαι ευγνώμων για τον κήπο μας, για το κτήμα της γιαγιάς που κληρονομήσαμε, γι αυτή την αναστατωμένη πλάση που δεν τη δαμάζει κηπουρός πια. Όλα είναι άγρια, η υγρασία σκαρφαλώνει στους τοίχους, παρακολουθώ με μεγάλη προσήλωση τα σάπια κλαδιά και τα μικρά βλαστάρια που σκάνε, ανυποψίαστα γι αυτό που τα περιμένει. Μέσα έξω, απολύμανση, σιέστα, γράψιμο, μέιλ, τηλεφωνήματα, πλύσιμο χεριών, ταξινόμηση φωτογραφιών και ακτινογραφιών κι άλλα τηλεφωνήματα. Σε λίγο αρχίζει το  μεγάλο θέατρο του δειλινού, μια σκιά εδώ,  άλλη πιο πέρα. Το απέναντι μπαλκόνι, πίσω από την ελιά μας, φωτίζεται. Ώρα να δούμε μια ταινία ή κάτι στο Νέτφλιξ ή τις παραστάσεις της Schaubuhne, κάθε μέρα κι άλλη. Τις μελετάει η κόρη μας για το μάθημα Θεάτρου στο ΙΒ. Είναι οι ίδιες παραστάσεις που βλέπαμε όταν ζούσαμε στο Βερολίνο. Ψάχναμε μπέιμπι σίτερ για να πάμε στο θέατρο. Και τώρα νάμαστε όλοι πλάι πλάι στον καναπέ να ακούμε ν’αγορεύει τον “Εχθρό του λαού”.

Είμαι αντιπροσωπευτικό δείγμα; Κάνουμε όλοι παρόμοιες σκέψεις; Γκρεμιζόμαστε σε πηγάδια και μας ανεβάζει πάλι πάνω με το σχοινί της  αυτή η θεότρελλη Άνοιξη; Γιατί γράφω τώρα σαν κακή ποιήτρια; Και γιατί δεν μπορώ να σταματήσω τον βομβαρδισμό των σκέψεων; Γιατί αντιστέκομαι τόσο πολύ στην ωμή ζωή; Άραγε είμαστε όλοι μανιοκαταθλιπτικοί συνταξιούχοι που ψάχνουν ένα καινούργιο χόμπι; Είμαστε νεκροί; Ή είμαστε πιο ζωντανοί από ποτέ και δεν το ξέρουμε ακόμη;

Θα σταματήσω εδώ. Όπως λέω στους μαθητές μου, καλύτερα να τελειώνουμε τα κείμενα χωρίς συμπεράσματα, δίδαγμα και σιγύρισμα. Καλύτερα να τελειώνουμε με ανοιχτές απορίες, με αποδοχή της ανικανότητάς μας να ορίσουμε τί θέλει να πει το κείμενο. Το κείμενο δεν θέλει να πει. Το κείμενο λέει. Όπως η ζωή, περιέχει την αδεξιότητα και την αμφιθυμία και τη σιωπή του».

ΣΧΟΛΙΑ