Σε μια εποχή όπου η αγορά τέχνης κινείται με ταχύτητες χρηματιστηρίου, όπου οι τιμές εκτοξεύονται, οι ψηφιακές πλατφόρμες πολλαπλασιάζονται και οι τεχνολογίες επιτρέπουν την τέλεια απομίμηση, η πλαστογραφία έργων τέχνης έχει πάψει προ πολλού να είναι ένα περιθωριακό ή «εξωτικό» φαινόμενο.
Έχει εξελιχθεί σε μια οργανωμένη, διεθνή και εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα, με σοβαρές συνέπειες όχι μόνο για τους συλλέκτες και τους καλλιτέχνες, αλλά για την ίδια την ιστορία της τέχνης και την πολιτιστική μνήμη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ψήφιση, του ειδικού νόμου για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας και της απάτης επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων συνιστά μια ιστορική τομή. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το πρόβλημα ρυθμίζεται με εξειδικευμένο νόμο, που δεν αντιμετωπίζει το έργο τέχνης ως κοινό εμπόρευμα, αλλά ως πνευματική δημιουργία και πολιτιστικό αγαθό, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον δημιουργό του και προορισμένο να παραδοθεί αλώβητο στις επόμενες γενιές.
Πλαστογραφία έργων τέχνης: Ο νέος νόμος που Θωρακίζει την πολιτιστική κληρονομιά
Ο νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης κ. Γιώργος Οικονομόπουλος αναφέρεται στη σημασία και αναλύει στο iefimerida τα πλεονεκτήματα του ειδικού νόμου για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας και απάτης επί των έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, τον οποίο ψήφισε η Βουλή πριν από δυο ημέρες. «Ο νέος νόμος είναι ιδιαίτερα σημαντικός για να μπορέσει η χώρα μας να καταπολεμήσει αποτελεσματικά το ταχέως αναπτυσσόμενο φαινόμενο, που προσβάλλει σοβαρά ιδιωτικά και δημόσια συμφέροντα, διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην αγορά τέχνης και τους θεσμούς πολιτιστικής κληρονομιάς και τελικά αποτελεί απειλή για την ίδια τη δημιουργικότητα, νοθεύει τα δεδομένα της ιστορίας της τέχνης, τα οποία εμφανίζονται παραποιημένα με άμεσο κίνδυνο να αποτελούν στο μέλλον σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης με τη γνήσια τέχνη. Το υφιστάμενο νομικό οπλοστάσιο είχε ελάχιστο αποτρεπτικό αποτέλεσμα, ελλιπές για την καταπολέμηση του φαινομένου της καλλιτεχνικής πλαστογραφίας και απάτης στο σύνολό του, που δεν επέτρεπε να κατανοηθεί η ποικιλομορφία των καλλιτεχνικών πλαστογραφιών, ούτε να κινηθούν διώξεις σε όλες τις περιπτώσεις υπό τις οποίες εντοπιζόταν η πλαστογραφία». θα πει αρχικά στο iefimerida ο κ. Οικονομόπουλος
Η άνοδος της πλαστογραφίας στην τέχνη: Πώς οι νέες τεχνολογίες διευκολύνουν τις απάτες
Ενώ η πλαστογραφία και απάτη επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων δεν είναι νέο φαινόμενο, τα τελευταία χρόνια, αναφέρει ο κ. Οικονομόπουλος, είχε αυξηθεί σημαντικά λόγω διαφόρων παραγόντων. Αφενός, αποδεικνυόταν ολοένα και πιο κερδοφόρα για τους δράστες της, δεδομένης της έκρηξης των τιμών της τέχνης, αφετέρου, η σημαντική αύξηση της ζήτησης στην αγορά τέχνης , το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού αγοραστών που δεν ήταν γνώστες, καθώς και η άνοδος των διαδικτυακών πωλήσεων τέχνης και η ανεπαρκής ρύθμιση των πλατφορμών, συνέβαλλαν στη διευκόλυνση της ροής των πλαστών και των παραποιήσεων έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. «Σε αυτούς τους παράγοντες προστίθονταν οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις που επέτρεπαν στους πλαστογράφους να τελειοποιήσουν τις τεχνικές τους, ώστε οι εξαπατήσεις τους να μην εντοπίζονται εύκολα. Η κακόβουλη χρήση τεχνητής νοημοσύνης άρχισε να εγείρει φόβους για αύξηση των κινδύνων αυτών τα επόμενα χρόνια», θα πει ο κ. Οικονομόπουλος.
Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια έχουν αποσταλεί από τον Εισαγγελέα στην Εθνική Πινακοθήκη 2.800 πλαστά έργα τέχνης για έρευνα.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η ψήφιση του ειδικού νόμου για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας και της απάτης επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων δεν ήταν μόνο απαραίτητη αλλά και επιτακτική. Η ψήφισή του είναι ιστορική για το χώρο της τέχνης τονίζει ο κ. Οικονομόπουλος.
Νέες ρυθμίσεις για την προστασία των έργων τέχνης στην Ελλάδα
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το πρόβλημα ρυθμίζεται πλέον με ειδικό νόμο, αρκετές διατάξεις του οποίου δεν προβλέπονται παγκοσμίως και υπό αυτή την έννοια η χώρα μας πρωτοπορεί.
Ο νόμος δεν αντιμετωπίζει πλέον το έργο τέχνης ως κοινό εμπόρευμα, αλλά πρωτίστως ως πνευματική δημιουργία και πολιτιστικό αγαθό κοινό για όλους.
Διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του αδικήματος. Καταλαμβάνει και τις πλέον σύγχρονες πλαστογραφήσεις ηλεκτρονικών έργων τέχνης, τα οποία παρά τις πιστοποιήσεις ΝFT (Non Fungible Token - μη ανταλλάξιμο διακριτικό), εν τούτοις πλαστογραφούνται. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του 2021 όταν ένας Βρετανός συλλέκτης αγόρασε ένα ψηφιακό έργο του Bansky με μορφή NFT έναντι 283.000,00 ευρώ. Ναι μεν το NFT πιστοποιούσε την ιδιοκτησία, πλην όμως το έργο ήταν πλαστό. Ο δράστης είχε κατασκευάσει ψηφιακό έργο του Bansky κατ’ απόλυτη απομίμηση του καλλιτεχνικού του ιδιώματος με νέο ψεύτικο NFT). Ο νέος νόμος διακρίνει την πλαστογραφία και απάτη που σχετίζονται άμεσα με το έργο τέχνης ή το συλλεκτικό αντικείμενο. «Για παράδειγμα, συλλεκτικό αντικείμενο του 20ου αιώνα πωλείται ως έργο του 19ου αιώνα. Ομοίως, έργο του Παρθένη ανυπόγραφο, πωλείται ως προερχόμενο από την κληρονομιά του, γεγονός αποδεικτικό της γνησιότητάς του, λόγω της ελλείπουσας υπογραφής, ενώ δεν υπήρξε έργο της κληρονομιάς του», εξηγεί ο κ. Οικονομόπουλος. Ο νόμος που ψηφίστηκε πριν δυο ημέρες από τη Βουλή, δεν αποσκοπεί μόνο στην τιμωρία για την οικονομική ζημία που υφίσταται το θύμα πλαστογραφίας ή απάτης. «Το αδίκημα δεν εξαρτάται πλέον από την ταυτοποίηση μιας συναλλαγής ή ενός συμβατικού πλαισίου», επισημαίνει με έμφαση ο κ. Οικονομόπουλος. Το νομοσχέδιο τοποθετεί το έργο στο επίκεντρο του συστήματος προστασίας. Το ίδιο το έργο γίνεται το έδαφος για την ποινικοποίηση της πλαστογραφίας και απάτης. Οποιοσδήποτε μπορεί να καταγγείλει φερόμενο ως πλαστό έργο με μόνη την έκθεση, διακίνηση διάθεση ακόμη και δωρεά του, αρκεί να υπάρχει σκοπός παραπλάνησης.
Επεκτείνει το αδίκημα σε παραποιήσεις που σχετίζονται με τη χρονολόγηση, την κατάσταση ή την προέλευση ενός έργου τέχνης, χωρίς να το περιορίζει σε παραποιήσεις που σχετίζονται με την υπογραφή ή την προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Στόχος του είναι να τιμωρήσει τη δημιουργία, παρουσίαση, διακίνηση, διάθεση ή μεταβίβαση δωρεάν ή έναντι αμοιβής, οποιουδήποτε καλλιτεχνικού αγαθού ή συλλεκτικού αντικειμένου, ακόμη και γνήσιου. Το έργο τέχνης πρέπει να παρουσιάζεται όπως είναι. Εάν έργο του Παρθένη του 1965 πωλείται ως έργο του 1930, διότι, όπως είναι γνωστό, τα έργα της περιόδου αυτής έχουν μεγαλύτερη αξία, η πράξη αυτή διώκεται. Επίσης ο νέος νόμος, επιτρέπει την κάλυψη ενός πολύ μεγαλύτερου αριθμού πλαστογραφιών χωρίς αναγνωρισμένο δημιουργό (πλαστές αντίκες, ψεύτικα έπιπλα κ.λπ.). Ενώ αυξάνει τις ποινές ευθυγραμμίζοντας την κύρια ποινή με εκείνες που ισχύουν για την απάτη του κοινού νόμου (φυλάκιση από 6 μήνες έως 5 έτη) και χρηματική ποινή από 5.000 έως 120.000 ευρώ. Οι ποινές αυξάνονται σε 10 έτη κάθειρξη και χρηματική ποινή από 10.000 έως 300.000 € όταν τo αδίκημα διαπράττεται από οργανωμένη ομάδα ή σε εμπορική κλίμακα ή ο δράστης είναι πρόσωπο που έχει χρησιμοποιήσει τις διευκολύνσεις που παρέχονται από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας για την τέλεσή της, ή η προκληθείσα ζημιά υπερβαίνει τα 120.000 €. Επίσης προβλέπει καταστροφή του έργου τέχνης, ακόμη και σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου, όταν διαπιστωθεί στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας, ότι το έργο είναι πλαστό. Η καταστροφή είναι σημαντική για την αποτροπή της επιστροφής των απομιμήσεων, αργά ή γρήγορα, στην αγορά. Η καταστροφή του εξ αρχής πλαστού έργου τέχνης δεν προβλέπεται σε άλλη χώρα. Σημαντικό είναι ότι με τον νέο νόμο δημιουργείται μητρώο καλλιτεχνικών πλαστογραφιών, το οποίο θα απαριθμεί όλες τις αναγνωρισμένες πλαστογραφίες, που δεν καταστρέφονται, διότι σε διεθνές επίπεδο αυτή η βάση δεδομένων θα αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της, δεδομένης της παγκοσμιοποιημένης φύσης του φαινομένου. Προβλέπει τη σύσταση ειδικού Σώματος (Μητρώου) Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, που θα στελεχώνεται από ιστορικούς της τέχνης και συντηρητές, με αρμοδιότητα τη διαπίστωση της γνησιότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, θα επιλέγονται κατόπιν εξετάσεων, θα υφίστανται ειδική εκπαίδευση από επιτροπή εποπτευόμενη από το ΥΠΠΟ και θα επιμορφώνονται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο,. Συναφώς επισημαίνεται ότι θα καταρτιστεί κώδικας δεοντολογίας που θα διέπει την οργάνωση και τις αρμοδιότητες των εν λόγω πραγματογνωμόνων (Πουθενά στον κόσμο, με εξαίρεση τη Γαλλία, που εκεί προβλέπεται ο θεσμός του δημοπράτη εκτιμητή «commissaire priseur» δεν προβλέπεται θεσμός Ορκωτών Πραγματογνωμόνων με αρμοδιότητα τη διαπίστωση της γνησιότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Ο πραγματογνώμονας, σε όλες τις χώρες επιλέγεται από την ελεύθερη αγορά). Και σημαντικό είναι ότι δημιουργείται το Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης (ΑΤΕΤ) το οποίο θα υποστηρίζει διοικητικά και γραμματειακά το έργο της επιτροπής και των πραγματογνωμόνων, υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση Σύγχρονου Πολιτισμού του ΥΠΠΟ και με Προεδρικό διάταγμα θα καθοριστούν οι αρμοδιότητες του εν λόγω τμήματος, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται και η σύνταξη και τήρηση ειδικού αρχείου πλαστών του άρθρου 4 του σχεδίου νόμου.
Κλείνοντας, ο κ. Γιώργος Οικονομόπουλος επισημαίνει ότι ο νόμος αυτός δεν προέκυψε τυχαία. «Οφείλεται στο διαρκές ενδιαφέρον, τη γνώση και την οξυδέρκεια της Υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, η αφοσίωση της οποίας στον Πολιτισμό είναι αδιαμφισβήτητη».