Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο νεότερες γενιές, αλλά πλήττει ιδιαίτερα άτομα στα 40 και στα 50 τους χρόνια, που συχνά φαίνονται κοινωνικά επιτυχημένα και σταθερά.
Η αυξανόμενη εξάρτηση από το διαδικτυακό πορνογραφικό υλικό αποτελεί μια λιγότερο ορατή αλλά ολοένα και πιο συχνή απειλή για τους γάμους της μέσης ηλικίας, σύμφωνα με ειδικούς στις σχέσεις και τη σεξουαλική υγεία. Όπως επισημαίνει μιλώντας στο περιοδικό Time η θεραπεύτρια ζευγαριών και σεξουαλική σύμβουλος δρ Πόλα Χολ, η οποία διαθέτει εμπειρία άνω των δύο δεκαετιών στην αντιμετώπιση της σεξουαλικής εξάρτησης, το φαινόμενο δεν αφορά μόνο νεότερες γενιές, αλλά πλήττει ιδιαίτερα άτομα στα 40 και στα 50 τους χρόνια, που συχνά φαίνονται κοινωνικά επιτυχημένα και σταθερά.
Ως μέσο διαχείρισης άγχους
Η δρ Χολ εξηγεί ότι πολλοί άνθρωποι στρέφονται στο πορνογραφικό υλικό ως μέσο διαχείρισης άγχους. Η ευκολία πρόσβασης μέσω διαδικτύου και η αίσθηση άμεσης «αποσυμπίεσης» μπορούν να λειτουργήσουν ως παγίδα, ιδίως για όσους αντιμετωπίζουν επαγγελματική πίεση και εξουθένωση αλλά δεν καταφεύγουν σε άλλες μορφές εξάρτησης, όπως το αλκοόλ. Σε αντίθεση με τις ουσίες, η χρήση πορνογραφικού υλικού μπορεί να παραμείνει κρυφή, χωρίς εμφανή σημάδια, γεγονός που δυσκολεύει την έγκαιρη αναγνώριση του προβλήματος από τον σύντροφο.
Παρότι συχνά θεωρείται ανδρικό ζήτημα, η ίδια σημειώνει ότι και οι γυναίκες επηρεάζονται, αν και ζητούν βοήθεια σπανιότερα. Εκτιμάται ότι περίπου το 30% των ατόμων με σεξουαλική εξάρτηση είναι γυναίκες, ωστόσο κοινωνικά στερεότυπα και ντροπή λειτουργούν αποτρεπτικά ως προς την αναζήτηση θεραπείας. Η διάδοση του διαδικτύου έχει μεταμορφώσει ριζικά το τοπίο σε σχέση με το παρελθόν, όταν η πορνογραφία περιοριζόταν σε έντυπα ή βιντεοκασέτες. Η ψηφιακή εποχή, όπως και στον τζόγο, έχει καταστήσει την κατανάλωση φθηνότερη, συνεχόμενη και πιο έντονη.
Η χρήση πορνογραφικού υλικού δεν είναι πάντα επιβλαβής
Σύμφωνα με την εμπειρία της θεραπεύτριας, η χρήση πορνογραφικού υλικού δεν είναι πάντα επιβλαβής. Για ορισμένα ζευγάρια μπορεί να αποτελεί μέρος μιας υγιούς σεξουαλικής ζωής. Ωστόσο, η υπερβολική ενασχόληση μπορεί να διαβρώσει σταδιακά τη συναισθηματική και σωματική οικειότητα. Ένα από τα πιο συχνά σημάδια είναι η απώλεια ενδιαφέροντος για τη σεξουαλική επαφή με τον σύντροφο. Σε πολλές περιπτώσεις, η εξάρτηση ξεκινά ως τρόπος εκτόνωσης σε περιόδους έντονου στρες ή ασθένειας, αλλά αργότερα γίνεται πιο ασφαλής επιλογή από την πραγματική οικειότητα.
Η δρ Χολ αναφέρει ότι συχνά επικρατεί ο μύθος πως οι άνδρες στρέφονται στην πορνογραφία επειδή οι σύντροφοί τους απομακρύνονται σεξουαλικά στη μέση ηλικία. Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, η πραγματικότητα είναι συνήθως αντίστροφη: η απομάκρυνση αρχίζει όταν η χρήση πορνογραφικού υλικού αυξάνεται, δημιουργώντας αίσθημα παραμέλησης στον άλλο σύντροφο.
Ένα προειδοποιητικό σημάδι
Ένα ακόμη προειδοποιητικό σημάδι είναι η αυξημένη μυστικότητα, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες. Η δικαιολογία της υπερβολικής εργασίας μπροστά στον υπολογιστή ή η απότομη αλλαγή στη διαχείριση των οικονομικών μπορεί να υποδηλώνουν κρυφή δραστηριότητα. Παράλληλα, η τεχνολογία των ιστοσελίδων συχνά προωθεί όλο και πιο ακραίο περιεχόμενο, ενισχύοντας έναν φαύλο κύκλο που οδηγεί σε ντροπή και ενοχή. Πολλοί άνθρωποι, όπως επισημαίνει η θεραπεύτρια, καταλήγουν να μην απολαμβάνουν πραγματικά τη χρήση, αλλά να συνεχίζουν από συνήθεια.
Η προστατευτική στάση απέναντι στο κινητό τηλέφωνο αποτελεί επίσης ένδειξη πιθανής εξάρτησης. Η αποφυγή κοινής χρήσης συσκευών, η συνεχής μεταφορά του κινητού ακόμη και στο μπάνιο ή η ξαφνική αλλαγή ρουτίνας μπορεί να προκαλέσουν υποψίες. Σε ακραίες περιπτώσεις, η εξάρτηση επεκτείνεται πέρα από την οθόνη, οδηγώντας σε διαδικτυακές σχέσεις ή εξωσυζυγικές επαφές.
Οι δικαιολογίες και οι αρνήσεις είναι συχνές, καθώς όσοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα φοβούνται την κοινωνική κριτική ή την απόρριψη. Οι άνδρες μπορεί να φοβούνται ότι θα χλευαστούν, ενώ οι γυναίκες συχνά αντιμετωπίζουν την κατηγορία ότι ευθύνονται για τη συμπεριφορά του συντρόφου τους. Παρ’ όλα αυτά, η σεξουαλική εξάρτηση θεωρείται πιο συχνή απ’ όσο πιστεύεται, με εκτιμήσεις να αναφέρουν ότι περίπου ένας στους 25 ανθρώπους αντιμετωπίζει παρόμοιες δυσκολίες.
Η αποκάλυψη μιας τέτοιας εξάρτησης μπορεί να βιωθεί από τον σύντροφο ως μορφή απιστίας, ακόμη κι αν δεν υπάρχει φυσική επαφή με τρίτους. Η δρ Χολ παρομοιάζει τη στιγμή της αποκάλυψης με «ναυάγιο», όπου το ζευγάρι καλείται να αποφασίσει αν θα επιχειρήσει αποκατάσταση της σχέσης ή αν θα ακολουθήσει ξεχωριστούς δρόμους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σχέση τερματίζεται, αλλά παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας μορφής σύνδεσης στο μέλλον.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η έννοια της απιστίας δεν έχει την ίδια σημασία για όλα τα ζευγάρια. Κάθε σχέση θέτει τα δικά της όρια, τα οποία, όταν παραβιάζονται, μπορεί να οδηγήσουν σε κρίση. Παράλληλα, η έγκαιρη αναγνώριση των ενδείξεων και η αναζήτηση βοήθειας θεωρούνται καθοριστικής σημασίας για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της οικειότητας.
Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή κατανάλωση περιεχομένου γίνεται ολοένα πιο εύκολη, η συζήτηση γύρω από τις επιπτώσεις της πορνογραφίας στους γάμους και τις μακροχρόνιες σχέσεις φαίνεται να αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Η δρ Χολ επισημαίνει ότι η θεραπεία δεν στοχεύει στην καταδίκη, αλλά στην κατανόηση των αιτιών και στην επανασύνδεση των ζευγαριών, υπογραμμίζοντας πως η εξάρτηση δεν είναι ένδειξη ηθικής αποτυχίας, αλλά ένα ζήτημα που απαιτεί ειλικρίνεια, επικοινωνία και υποστήριξη.