Σε ηλικία 80 ετών έφυγε από τη ζωή η Αμερικανίδα τραγουδίστρια Ντόλι Πάρτον.
Tο είδωλο της κάντρι μουσικής ξεχώρισε στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα με τα εκρηκτικά φωνητικά βιμπράτο, τη συγκινητική σύνθεση τραγουδιών και τα λαμπερά κοστούμια της. Όλα αυτά σημάδεψαν την πορεία της από μια ξύλινη καλύβα στα βουνά του Τενεσί και την οδήγησαν στο απόγειο της φήμης και της αναγνωρισιμότητάς της.
Γνωστή για τις καμπύλες της, τις τεράστιες ξανθές περούκες της και τα στενά ρούχα της, πηγή έμπνευσης για το αυτοσαρκαστικό της χιούμορ, ήταν μία από τις πιο αγαπημένες προσωπικότητες της μουσικής και όχι μόνο.
Έγραψε εκατοντάδες τραγούδια, μεταξύ των οποίων τα «Jolene», «Coat of Many Colors» και «I Will Always Love You», τα οποία σημείωσαν συνολικά περισσότερες από 100 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως και περισσότερες από 1 δισεκατομμύριο αναπαραγωγές στο Διαδίκτυο.
Η καριέρα της επηρεάστηκε για πάντα από την ανατροφή της ως ένα από τα 12 παιδιά μιας οικογένειας από το Τενεσί, την οποία η ίδια περιέγραφε ως «φτωχή». Ίδρυσε τον μη κερδοσκοπικό εκπαιδευτικό οργανισμό Imagination Library, για να στέλνει δωρεάν βιβλία σε παιδιά στο Τενεσί, επειδή ο πατέρας της, ο οποίος είχε εγκαταλείψει το σχολείο για να εργαστεί στο αγρόκτημα, δυσκολευόταν να μάθει να διαβάζει.
Οι πρώτες μουσικές εμφανίσεις της πραγματοποιήθηκαν στην εκκλησία, όπου ο παππούς της ήταν ιεροκήρυκας. Μέχρι την ηλικία των 10 ετών μάθαινε κιθάρα και τραγουδούσε σε τοπικές τηλεοπτικές εκπομπές. Στα 13 της εμφανίστηκε στο Grand Ole Opry στο Νάσβιλ, όπου ο Τζόνι Κας τη σύστησε ως «ένα μικρό κορίτσι από το Ανατολικό Τενεσί».
Με μια βαλίτσα γεμάτη τραγούδια, ακολούθησε τον θείο της, Μπιλ Όουενς, επίσης τραγουδοποιό, στο Νάσβιλ μετά την αποφοίτησή της από το λύκειο το 1964. Ο Φρεντ Φόστερ, ο οποίος είχε διατελέσει παραγωγός σε τραγούδια των Ρόι Όρμπισον, Γουίλι Νέλσον και άλλων καλλιτεχνών, διέκρινε τις δυνατότητές της και τη βοήθησε να ηχογραφήσει και να κυκλοφορήσει δικό της υλικό. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η Πάρτον ήταν η «βασίλισσα του Νάσβιλ».
Από τις αποτυχίες, στην κατάκτηση των παγκόσμιων charts
Ενώ οι συνεργασίες της με άλλους καλλιτέχνες γίνονταν συχνά μεγάλες ραδιοφωνικές επιτυχίες, τα σόλο της Πάρτον τα πρώτα χρόνια δεν ανέβαιναν τόσο ψηλά στα charts. Όμως με συμπαραγωγό τον Πόρτερ Γουάγκονερ άρχισε να διαμορφώνει την κάντρι μουσική της σε ένα πιο σταθερό, ποπ ύφος.
Το πρώτο της σόλο single που έφτασε στο Νο. 1 ήταν το τραγούδι «Joshua» ενώ η μπαλάντα «Coat of Many Colors» έφτασε στο Top 5. Σε αυτήν, περιγράφει πώς η μητέρα της έραβε κομμάτια από ρούχα για να φτιάξει ένα παλτό που η Πάρτον φορούσε «τόσο περήφανα» ακόμη και όταν οι συνομήλικοί της την κορόιδευαν επειδή ήταν φτωχή. Το τραγούδι, με τις βιβλικές αναφορές του και την ωδή στη μητρική αγάπη, αργότερα έγινε παιδικό βιβλίο και τηλεοπτική ταινία.
Το 1973 ήρθε η επιτυχία που σημάδεψε την καριέρα της: Το «Jolene», ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά τραγούδια της κάντρι μουσικής, που με τον σταθερό, δυνατό ρυθμό του και την επανειλημμένη ερμηνεία του τίτλου μένει ακόμα χαραγμένο στις καρδιές των απανταχού φαν της. Αξίζει να σημειωθεί πως η Τζολίν παρουσιάζεται ως μια πολύ όμορφη γυναίκα που η Πάρτον την παρακαλεί να μην της πάρει τον άνδρα.
Το τραγούδι έφτασε στην κορυφή των country charts, πέρασε και σε αυτά της ποπ, ενώ αργότερα κυκλοφόρησε διεθνώς, ανοίγοντας νέους ορίζοντες για το κοινό της Πάρτον. Το «Jolene» είναι μία από τις πιο συχνά διασκευασμένες συνθέσεις της, μεταξύ άλλων από τη Μάιλι Σάιρους, βαφτιστήρα της Πάρτον, την Ολίβια Νιούτον-Τζον και τους White Stripes.
Η Πάρτον το 1974 πήρε αποστάσεις από τον Γουάγκονερ, εν μέσω αναφορών για διαφωνίες μεταξύ των δύο, ωστόσο οι δυο τους συνέχισαν να ηχογραφούν μαζί και ο Γουάγκονερ παρέμεινε παραγωγός της για χρόνια μετά. Η σχέση τους κατέληξε σε δικαστική διαμάχη, όταν ο Γουάγκονερ τη μήνυσε το 1979 για εκατομμύρια δολάρια σε αμοιβές διαχείρισης και δικαιώματα.
«Δεν φοβόμουν την αλλαγή»
Ακολούθησε μια τεράστια επιτυχία το 1974, το «I Will Always Love You». Πρόκειται για αποχαιρετιστήριο τραγούδι στον Γουάγκονερ που τη βοήθησε να κερδίσει το βραβείο της Γυναίκας Τραγουδίστριας της Χρονιάς από την Country Music Association.
Απέρριψε, όπως είναι γνωστό, τον Έλβις Πρίσλεϊ, ο οποίος ήθελε να ηχογραφήσει το τραγούδι, επειδή δεν ήταν διατεθειμένος να μοιραστεί μαζί της τα δικαιώματα έκδοσης.
Δεκαετίες αργότερα η εκδοχή του «I Will Always Love You» από τη Γουίτνεϊ Χιούστον έγινε τεράστια επιτυχία, ως μέρος του soundtrack της ταινίας «The Bodyguard» του 1992, και έσπασε ρεκόρ πωλήσεων. Η Χιούστον κέρδισε Βραβείο Γκράμι για την ερμηνεία της το 1994, το οποίο της απένειμε η ίδια η Πάρτον.
Το «Here You Come Again», μια ποπ επιτυχία και ένα από τα λίγα τραγούδια που δεν έγραψε η ίδια, καθιέρωσε περαιτέρω την Πάρτον ως καλλιτέχνιδα πολλαπλών ειδών και της χάρισε το πρώτο της Βραβείο Γκράμι το 1979.
«Πολλοί άνθρωποι πίστευαν ότι είχα χάσει εντελώς τα λογικά μου», είπε στο Associated Press το 1979 για την αλλαγή του μουσικού της ύφους. «Αλλά δεν φοβόμουν την αλλαγή. Περίμενα την επιτυχία, αλλά ήμουν προετοιμασμένη και για την αποτυχία. Δεν με ένοιαζε αν οι άνθρωποι πίστευαν ότι έκανα λάθος. Μέσα στην καρδιά μου ήξερα ότι έκανα το σωστό».
Άλλες crossover επιτυχίες της Πάρτον περιλάμβαναν το ομώνυμο τραγούδι από την ταινία «9 to 5», την κωμωδία του 1980 στην οποία πρωταγωνίστησαν η Πάρτον, η Τζέιν Φόντα και η Λίλι Τόμλιν, καθώς και το ντουέτο της με τον παλιό της φίλο Κένι Ρότζερς, «Islands in the Stream», το οποίο γράφτηκε από τους αδελφούς Μπάρι, Μορίς και Ρόμπιν Γκιμπ των Bee Gees.
Το 1987 συνεργάστηκε με τη Λίντα Ρόνσταντ και την Έμιλου Χάρις στο άλμπουμ «Trio», το οποίο σημείωσε πωλήσεις εκατομμυρίων αντιτύπων.