Υπάρχουν τραγούδια που γράφονται για μια συγκεκριμένη στιγμή και, με το πέρασμα του χρόνου, αποκτούν μια ζωή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που είχε φανταστεί ο δημιουργός τους.
Το «I Will Always Love You» είναι ένα από αυτά.
Η ιστορία του ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν η Ντόλι Πάρτον βρισκόταν μπροστά σε μια δύσκολη επαγγελματική απόφαση. Εκείνη την περίοδο είχε ανακοινώσει πως αποχωρούσε από το «The Porter Wagoner Show», το πρόγραμμα που την είχε βοηθήσει να γίνει γνωστή και να χτίσει την καριέρα της στη κάντρι μουσική.
Ο Πόρτερ Γουάγκονερ δεν ήταν απλώς ο συνεργάτης της. Ήταν ο μέντοράς της, ο άνθρωπος που της είχε δώσει μια σημαντική ευκαιρία όταν έκανε τα πρώτα της βήματα στο Νάσβιλ. Η απόφαση να τραβήξουν χωριστούς δρόμους ήταν δύσκολη και η Πάρτον επέλεξε να εκφράσει όσα ένιωθε με τον τρόπο που γνώριζε καλύτερα: γράφοντάς του ένα τραγούδι.
Το «I Will Always Love You» γράφτηκε το 1973 και κυκλοφόρησε ως single το 1974. Δεν ήταν ένα ερωτικό τραγούδι με τη συνηθισμένη έννοια, αλλά ένας αποχαιρετισμός. Η Ντόλι Πάρτον ήθελε να πει στον Γουάγκονερ ότι, παρότι οι δρόμοι τους χωρίζουν, η αγάπη και η ευγνωμοσύνη της για όσα είχαν ζήσει θα παρέμεναν.
Η πρώτη εκτέλεση έγινε μεγάλη επιτυχία και έφτασε στην κορυφή του Billboard Hot Country Songs. Το τραγούδι, ωστόσο, έμελλε να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα.
Η Γουίτνι Χιούστον έγραψε τη δική της ιστορία
Το 1992, η Γουίτνεϊ Χιούστον πρωταγωνίστησε στην ταινία «Ο Σωματοφύλακας (The Bodyguard), στο πλευρό του Κέβιν Κόστνερ. Για το soundtrack της ταινίας αναζητούσαν ένα τραγούδι που θα μπορούσε να αποδώσει το συναίσθημα του αποχωρισμού και να αναδείξει τις τεράστιες φωνητικές δυνατότητες της Houston.
Η επιλογή του «I Will Always Love You» αποδείχθηκε ιστορική.
Η Χιούστον πήρε την αρχική μπαλάντα της Πάρτον και της έδωσε μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Η ερμηνεία της ξεκινά με τη φωνή της να βρίσκεται στο επίκεντρο, πριν εξελιχθεί σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και δραματικές κορυφώσεις στην ιστορία της pop μουσικής.
Η χαρακτηριστική a cappella εισαγωγή ήταν μάλιστα ιδέα του Κόστνερ, ο οποίος πίστευε ότι η Houston έπρεπε να παρουσιάσει το τραγούδι με τρόπο που να αναδεικνύει πρώτα και πάνω απ’ όλα τη φωνή της.
Το single κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1992 και έγινε παγκόσμιο φαινόμενο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες έμεινε στην κορυφή του Billboard Hot 100 για 14 εβδομάδες, επίδοση που εκείνη την εποχή αποτελούσε ρεκόρ.
Το τραγούδι έγινε ένα από τα εμπορικότερα singles όλων των εποχών, με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 20 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Η Χιούστον κέρδισε δύο Grammy για την ηχογράφησή της, μεταξύ των οποίων το βραβείο Record of the Year.
Συγκινήθηκε όταν άκουσε την εκτέλεση της Χιούστον
Η Ντόλι Πάρτον δεν αντιμετώπισε ποτέ την εκδοχή της Γουίτνεϊ Χιούστον ως απειλή για το δικό της τραγούδι. Αντίθετα, είχε εκφράσει επανειλημμένα τον θαυμασμό της για την ερμηνεία της.
Η ίδια είχε αποκαλύψει ότι η επιτυχία δεν της έφερε μόνο οικονομική ανταμοιβή, αλλά και μια βαθιά συγκίνηση. Μάλιστα είχε παραδεχθεί ότι όταν άκουσε την εκτέλεση της Χιούστον, συγκινήθηκε.
Η σχέση των δύο καλλιτεχνών με το τραγούδι είχε, άλλωστε, μια ιδιαίτερη δυναμική. Η Πάρτον ήταν η δημιουργός, όμως η Χιούστον κατάφερε να το μετατρέψει σε ένα τραγούδι που πλέον το κοινό σε ολόκληρο τον κόσμο συνέδεε πρωτίστως με τη δική της φωνή.