Πρώην μοναχή εγκατέλειψε το μοναστήρι στα 51 και βρήκε τον έρωτα στα 63: «Ο Φραντσέσκο είναι η ψυχή που περίμενα» - iefimerida.gr

Πρώην μοναχή εγκατέλειψε το μοναστήρι στα 51 και βρήκε τον έρωτα στα 63: «Ο Φραντσέσκο είναι η ψυχή που περίμενα»

Zευγάρι ηλικιωμένων περπατούν
Zευγάρι ηλικιωμένων περπατούν / Φωτογραφία Shutterstock
NEWSROOM IEFIMERIDA.GR

Η Στέλλα έφτασε στην Ιταλία από τη Βραζιλία το 1987 γεμάτη ενέργεια και ως δόκιμη μοναχή έμαθε μια άγνωστη γλώσσα, κανόνες και συνήθειες εντελώς διαφορετικές, για να δώσει τους μοναχικούς όρκους.

Ωστόσο, ήταν από την αρχή μια μοναχή διαφορετική από τις άλλες και με μια πνευματικότητα που δυσκολευόταν να χωρέσει στα όρια που της είχαν τεθεί, σύμφωνα με το ιταλικό Vanity Fair που δημοσίευσε την ιστορία της.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Για χρόνια ζούσε αυτό που η ίδια περιγράφει ως αντίφαση. Από τη μία βρίσκεται η οργανωμένη θρησκεία με τα «όρια» και τους κανόνες της και από την άλλη μια πνευματικότητα που η ίδια αισθάνεται ελεύθερη, ικανή να αναζητά τον Θεό παντού, όπως η ίδια το αντιλαμβάνεται.

Η ζωή ως μοναχή και η αίσθηση της «φυλακής»

Το 2014, σε ηλικία 51 ετών, αποφάσισε να ακούσει την εσωτερική φωνή που της επαναλαμβάνει την ίδια λέξη: «Όχι».

«Όχι, δεν πρέπει να μείνεις».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πέντε μήνες αργότερα επέστρεψε το μοναχικό της ένδυμα και εγκατέλειψε τους όρκους της. Βγήκε από το μοναστήρι χωρίς σπίτι, χωρίς δουλειά και χωρίς να γνωρίζει ακριβώς ποια θα είναι η νέα της ζωή.

«Όταν έκανα το πρώτο βήμα, το σύμπαν με πήρε από το χέρι», δήλωσε.

Τα επόμενα χρόνια ήταν για τη Στέλλα μια περίοδος αναγέννησης. Ζούσε μέσα στη φύση, περπάτησε στα δάση, έκλαψε, τραγούδησε, χόρεψε, παρακολούθησε τα ηλιοβασιλέματα και έμαθε ξανά πώς είναι να ζεις χωρίς να χρειάζεται να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν, σύμφωνα με την ίδια.

Το 2015 βρήκε δουλειά στα βουνά που έχει πλέον αγαπήσει. Ανέλαβε υπεύθυνη υποδοχής σε μια τουριστική μονάδα.

Ο Φραντσέσκο μπαίνει στη ζωή της

Στη ζωή της εμφανίστηκε ο Φραντσέσκο. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί ήδη το 2012, όταν εκείνος επισκεπτόταν το μοναστήρι για να πραγματοποιήσει εργασίες συντήρησης αφιλοκερδώς. Εκείνη ήταν μοναχή και εκείνος παντρεμένος. Ανάμεσά τους υπήρχε μια φιλία και μια οικειότητα, αλλά και μια άμεση αίσθηση ότι ο ένας γνώριζε τον άλλον.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στη συνέχεια οι δρόμοι τους χωρίζουν. Το 2024, ο Φραντσέσκο μένει χήρος, όταν η σύζυγός του πεθαίνει ξαφνικά από καρδιακή ανακοπή. Η Στέλλα βρίσκεται δίπλα του κατά τη διάρκεια του πένθους. Εκείνος επιστρέφει στη ζωή της και εκείνη τον συνοδεύει στα δάση που πλέον θεωρεί σπίτι της.

Από αυτούς τους περιπάτους γεννιέται κάτι που κανείς από τους δύο δεν φαίνεται να είχε αναζητήσει.

Η Στέλλα ήταν πλέον 63 ετών και ο Φραντσέσκο 68. Ένας έρωτας εμφανίστηκε στη ζωή τους αφού και οι δύο είχαν ήδη περάσει πολλά και, ακριβώς γι' αυτό, τον περιγράφουν ως πιο ελεύθερο και ώριμο. Δεν βιάστηκαν να δημιουργήσουν μια συμβατική ζωή.

«Ο έρωτας είναι μια αιώνια αγκαλιά που σου λέει ότι είσαι σπίτι σου και σου χαρίζει γαλήνη», λέει η Στέλλα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πώς επέλεξε τη ζωή στο μοναστήρι

Η Στέλλα γεννήθηκε στη Βραζιλία και σε ηλικία 22 ετών μπήκε στο μοναστήρι. Γιατί;

«Είχα ένα πολύ ανθρώπινο και συγκεκριμένο σχέδιο: ήθελα να έχω μια κατασκευαστική επιχείρηση, να χτίζω σπίτια, να κάνω κάτι συγκεκριμένο. Κάποια στιγμή, όμως, κάτι μέσα μου έσπασε. Δεν γνώριζα κάποια δεύτερη επιλογή. Ένιωθα μόνο μια πολύ βαθιά αίσθηση του Θεού και, στο περιβάλλον όπου ζούσα, μου ήρθε η ιδέα να μπω στο μοναστήρι. Κανείς δεν ήθελε να δώσω τους όρκους, αλλά αυτός ήταν ο μόνος δρόμος που γνώριζα για να συναντήσω τον Θεό, να είμαι κοντά του και να τον υπηρετήσω. Μπήκα στα 22 μου, στη Βραζιλία».

Αρχικά έμεινε έναν χρόνο, καθώς δυσκολευόταν να λειτουργήσει μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

«Μου είχαν αλλάξει πολλές συνήθειες, τον τρόπο με τον οποίο υπήρχα στον κόσμο, όμως τα έκανα όλα με αγάπη. Και λάμβανα πολλά σημάδια που με έκαναν να πιστεύω ότι βρισκόμουν στον σωστό δρόμο».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η Στέλλα δεν ήθελε να φύγει από τη Βραζιλία. Το 1987, όμως, επιλέχθηκε μαζί με άλλες δύο δόκιμες για να μεταβούν στην Ιταλία. Οι δύο πρώτες έφυγαν το 1986 και η ίδια ταξίδεψε στις αρχές του 1987.

«Δεν ήθελα με τίποτα να αφήσω τη Βραζιλία. Άνοιξε αυτή η δυνατότητα και επιλέχθηκαν τρεις δόκιμες για να πάνε στην Ιταλία. Και οι γονείς μου δεν ήθελαν να φύγω. Ζήτησα ένα σημάδι που θα μου έδειχνε ότι δεν θα τους προκαλούσα στενοχώρια. Ο πατέρας μου μεταστράφηκε και αποδέχθηκε πρώτος ότι μπορούσα να φύγω για αυτή την αποστολή. Αυτό ήταν ένα τεράστιο σημάδι».

Έφτασε στην Ιταλία τον Μάρτιο του 1987 και ένιωσε χαμένη.

«Στην Ιταλία υπήρχε μια νοοτροπία πολύ διαφορετική από τη δική μου. Εγώ ήμουν εξωστρεφής, γεμάτη χαρά, και ακόμη και ως δόκιμη αυτή η χαρά περιοριζόταν. Οι άλλες μοναχές με έκριναν και υπέφερα πολύ, ιδιαίτερα τα πρώτα τρία χρόνια. Δεν γνώριζα τη γλώσσα και αυτό με έκανε να αισθάνομαι ανίκανη, παρότι ήμουν πολύ πρακτική και πρόθυμη. Μία εβδομάδα μού φαινόταν σαν να διαρκούσε έναν μήνα».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Παρά τις δυσκολίες, αποφάσισε να παραμείνει και να δώσει τους όρκους της.

«Η πνευματικότητά μου ήταν ελεύθερη»

Από νωρίς, όμως, δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στους κανόνες.

«Μετά από έξι μήνες είχα ήδη αρχίσει να παίρνω πρωτοβουλίες, επειδή ήθελα να απαλλαγώ από αυτά τα δόγματα και τους περιορισμούς. Έστρωνα το τραπέζι τραγουδώντας, έκανα δραστηριότητες με τα παιδιά, παρότι δεν μου ζητούσαν κάτι τέτοιο. Προσπαθούσαν να με περιορίσουν, αλλά κατά κάποιον τρόπο επαναστατούσα. Για παράδειγμα, κρατούσα τα μανίκια σηκωμένα. Αυτό ενοχλούσε τις άλλες, αλλά εμένα δεν με ένοιαζε. Η εμφάνιση δεν είχε σημασία για μένα, γιατί ένιωθα ότι ο Θεός κοιτούσε την καρδιά μου και ήθελε να με βλέπει ευτυχισμένη».

Για τη Στέλλα, θρησκεία και πνευματικότητα δεν ήταν το ίδιο πράγμα.

«Για μένα ήταν δύο διαφορετικά πράγματα. Στο μοναστήρι υπήρχε η θρησκεία, τα όρια, τα εμπόδια, αυτό που κάποια στιγμή αντιλήφθηκα ως φυλακή. Η δική μου πνευματικότητα, αντίθετα, ήταν ελεύθερη. Επιθυμούσε το πέραν, το παντού. Πιστεύω ότι όπου κι αν βρίσκεσαι, αν είσαι πραγματικά ο εαυτός σου, είσαι σπίτι σου».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Δεν είχα ποτέ πνευματικό οδηγό και δεν τον θέλησα ποτέ. Ένιωθα, ακόμη ασυνείδητα, ότι δεν χρειαζόμουν κάποιον να με καθοδηγεί, ιδιαίτερα αν αυτός ο άνθρωπος έπρεπε να μου λέει πώς να νιώθω τον Θεό. Εγώ χρειαζόμουν να ακούσω τον δικό μου τρόπο ύπαρξης».

Η συνειδητοποίηση ότι το μοναστήρι δεν ήταν πλέον ο δρόμος της ήρθε σταδιακά.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ Ιταλία μοναχή έρωτας
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ