Η καλύτερη θέση βασίζεται σε συγκεκριμένες αρχές που σχετίζονται με τη γεωμετρία της εικόνας, την κατανομή του ήχου και τον σχεδιασμό κάθε αίθουσας.
- Η ιδανική θέση σε συμβατικές αίθουσες είναι στο κέντρο, οριζόντια και κατακόρυφα, ώστε τα μάτια να παρακολουθούν την εικόνα χωρίς καταπόνηση. Οι πρώτες σειρές θεωρούνται οι χειρότερες, καθώς αναγκάζουν τον θεατή να κοιτάζει διαρκώς προς τα πάνω.
- Η κεντρική θέση εξασφαλίζει την ιδανική εμπειρία surround sound, καθώς τα αυτιά λαμβάνουν ισορροπημένα τον ήχο από όλα τα ηχεία. Οι ακραίες θέσεις, αντίθετα, μπορεί να έχουν προβλήματα με ηχώ ή μειωμένη καθαρότητα διαλόγων.
- Η καλή θέση δεν αρκεί εάν ο εξοπλισμός του κινηματογράφου είναι κακοσυντηρημένος. Προβολείς με παλιές λάμπες μειώνουν τη φωτεινότητα της εικόνας, αλλοιώνοντας σημαντικά την κινηματογραφική εμπειρία, ανεξάρτητα από το πού κάθεται ο θεατής.
- Ακόμα και στις αίθουσες IMAX, που έχουν ειδικό σχεδιασμό, ο χρυσός κανόνας παραμένει η θέση στο κέντρο και περίπου στα δύο τρίτα της απόστασης από την οθόνη. Αυτό το σημείο προσφέρει τον πιο ισορροπημένο συνδυασμό εικόνας και ήχου.
Πηγαίνοντας σινεμά -χειμερινό ή θερινό-, οι περισσότεροι έχουν ζήσει τουλάχιστον μία φορά την απογοήτευση της λάθος επιλογής θέσης. Άλλοι καταλήγουν στην πρώτη σειρά, αναγκασμένοι να παρακολουθούν την ταινία με το κεφάλι διαρκώς στραμμένο προς τα πάνω, ενώ άλλοι κάθονται πολύ κοντά στο πλάι, χάνοντας μέρος της εικόνας ή νιώθοντας ότι ο ήχος δεν τους «αγκαλιάζει» όπως θα έπρεπε.
Καθώς το κόστος ενός κινηματογραφικού εισιτηρίου έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι θεατές αναζητούν τον ιδανικό τρόπο για να απολαύσουν την προβολή στο έπακρο.
Η καλύτερη θέση βασίζεται σε συγκεκριμένες αρχές
Σύμφωνα με ειδικούς του χώρου, η καλύτερη θέση μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα δεν είναι θέμα προσωπικής προτίμησης, αλλά βασίζεται σε συγκεκριμένες αρχές που σχετίζονται με τη γεωμετρία της εικόνας, την κατανομή του ήχου και τον σχεδιασμό κάθε αίθουσας.
Για τις περισσότερες σύγχρονες κινηματογραφικές αίθουσες, όπου οι διάδρομοι βρίσκονται στα πλάγια και όχι στο κέντρο, η ιδανική επιλογή είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο κέντρο της αίθουσας, τόσο οριζόντια όσο και κατακόρυφα. Ο Τζο Μούτο, επικεφαλής προβολών της αλυσίδας κινηματογράφων Nitehawk Cinemas, εξηγεί ότι η κεντρική θέση επιτρέπει στα μάτια να παρακολουθούν φυσιολογικά ολόκληρη την εικόνα χωρίς να καταπονούνται προσπαθώντας να εστιάσουν διαρκώς στις άκρες της οθόνης.
Όπως αναφέρει, «πάντα θεωρούσα ότι το καλύτερο σημείο σε έναν κινηματογράφο είναι στο κέντρο της αίθουσας, ακριβώς απέναντι από το κέντρο της οθόνης. Έτσι τα μάτια παραμένουν ευθυγραμμισμένα με την εικόνα και δεν καταπονούνται για να παρακολουθούν όσα συμβαίνουν στα άκρα της».
Η κατακόρυφη θέση παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο. Όσο πιο κοντά βρίσκεται κάποιος στην οθόνη τόσο μεγαλύτερη είναι η γωνία θέασης και τόσο περισσότερο αναγκάζεται να σηκώνει το κεφάλι του για να παρακολουθήσει ολόκληρη την εικόνα.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που οι πρώτες σειρές θεωρούνται σχεδόν καθολικά οι λιγότερο ευχάριστες, ιδιαίτερα στις μεγάλες αίθουσες όπου οι οθόνες καταλαμβάνουν ολόκληρο τον μπροστινό τοίχο. Αντίθετα, λίγες σειρές πιο πίσω επιτρέπουν στον θεατή να βλέπει ολόκληρη την ταινία χωρίς να καταπονείται ο αυχένας και χωρίς να χάνει λεπτομέρειες που βρίσκονται στις άκρες του κάδρου.
Η ίδια λογική ισχύει και για τον ήχο
Η ίδια λογική ισχύει και για τον ήχο. Τα σύγχρονα συστήματα surround έχουν σχεδιαστεί ώστε να δημιουργούν ένα τρισδιάστατο ηχητικό πεδίο γύρω από τον θεατή, κάτι που επιτυγχάνεται καλύτερα όταν εκείνος βρίσκεται στο κέντρο της αίθουσας.
«Εκεί απολαμβάνει κανείς την ιδανική εμπειρία surround, γιατί τα αυτιά λαμβάνουν ισορροπημένα το αποτέλεσμα όλων των ηχείων που λειτουργούν ταυτόχρονα», σημειώνει ο Μούτο.
Παρότι οι εταιρείες ήχου, όπως η THX, έχουν εξελίξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζονται τα ηχεία ώστε η εμπειρία να είναι όσο το δυνατόν πιο ομοιόμορφη σε κάθε σημείο της αίθουσας, οι ακραίες θέσεις εξακολουθούν να υστερούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι αντανακλάσεις του ήχου στους τοίχους ή σε άλλες επιφάνειες μπορεί να δημιουργήσουν ηχώ, κάνοντας τους διαλόγους λιγότερο καθαρούς.
Οι ειδικοί επισημαίνουν, πάντως, ότι ακόμη και η καλύτερη θέση δεν μπορεί να αντισταθμίσει προβλήματα που οφείλονται στον ίδιο τον κινηματογράφο. Η σωστή συντήρηση του εξοπλισμού παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στην εμπειρία του θεατή. Ο Μούτο εξηγεί ότι πολλοί κινηματογράφοι δεν αντικαθιστούν έγκαιρα τις λάμπες των προβολέων, με αποτέλεσμα η φωτεινότητα της εικόνας να μειώνεται αισθητά όσο περνά ο χρόνος.
«Αυτό μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την εμπειρία θέασης. Η σωστή λειτουργία των προβολέων, ιδιαίτερα στις μεγάλες αίθουσες και στις εμπορικές παραγωγές του Χόλιγουντ, είναι απολύτως απαραίτητη», τονίζει. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν κάποιος κάθεται στο ιδανικό σημείο, μια κακοσυντηρημένη αίθουσα δύσκολα θα του προσφέρει την εικόνα που σχεδίασαν οι δημιουργοί της ταινίας.
Τα δεδομένα αλλάζουν όταν πρόκειται για αίθουσες IMAX
Τα δεδομένα αλλάζουν όταν πρόκειται για αίθουσες IMAX. Σύμφωνα με τον Μπράιαν Μπόνικ, επικεφαλής τεχνικό διευθυντή της εταιρείας, οι αίθουσες αυτές έχουν σχεδιαστεί εξαρχής με διαφορετική φιλοσοφία. Η οθόνη εκτείνεται από το δάπεδο μέχρι την οροφή και από τον έναν τοίχο έως τον άλλον, ενώ οι θέσεις είναι τοποθετημένες σε έντονη κλιμάκωση και πολύ πιο κοντά στην οθόνη σε σχέση με έναν συμβατικό κινηματογράφο. Το αποτέλεσμα είναι ότι το οπτικό πεδίο του θεατή παραμένει εντυπωσιακά μεγάλο σχεδόν από οποιαδήποτε θέση.
Αντίστοιχη προσοχή δίνεται και στον ήχο. Όπως εξηγεί ο Μπόνικ, κάθε αίθουσα IMAX σχεδιάζεται ξεχωριστά με τρισδιάστατα ψηφιακά μοντέλα. Η θέση κάθε ηχείου υπολογίζεται με ακρίβεια, ενώ κατά την εγκατάσταση χρησιμοποιούνται ακόμη και λέιζερ για να ευθυγραμμιστεί κάθε ηχείο με προκαθορισμένο σημείο μέσα στην αίθουσα. Στόχος είναι ο ήχος να φτάνει με την ίδια ένταση και καθαρότητα σε κάθε κάθισμα, περιορίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τις διαφορές ανάμεσα στις διάφορες θέσεις.
Παρ' όλα αυτά, ακόμη και ο ίδιος ο τεχνικός διευθυντής της IMAX παραδέχεται ότι όταν πηγαίνει ως θεατής στον κινηματογράφο επιλέγει σχεδόν πάντα μια θέση περίπου στα δύο τρίτα της απόστασης από την οθόνη και όσο πιο κοντά γίνεται στο κέντρο. Όπως λέει, το κάνει περισσότερο από συνήθεια, παρά επειδή το απαιτεί η τεχνολογία των αιθουσών IMAX.
Η συγκεκριμένη επιλογή, άλλωστε, αποτελεί εδώ και χρόνια τον χρυσό κανόνα για τους ανθρώπους του κινηματογράφου: το κέντρο της αίθουσας και περίπου στα δύο τρίτα της απόστασης από την οθόνη εξακολουθεί να θεωρείται το σημείο όπου εικόνα και ήχος συνδυάζονται με τον πιο ισορροπημένο τρόπο, προσφέροντας στον θεατή την πληρέστερη δυνατή κινηματογραφική εμπειρία.