Κάθε κοινωνική επαφή επηρεάζεται από μια πρόβλεψη που γίνεται σιωπηρά. Το νευρικό σύστημα «αποφασίζει» εκ των προτέρων αν ο άλλος θα μας αποδεχθεί ή όχι, βασιζόμενο σε προηγούμενες εμπειρίες.
Σε μια τυπική επαγγελματική εκδήλωση πριν από μερικά χρόνια, η ατμόσφαιρα ήταν αυτή που περιγράφουν πολλοί ως αμήχανη: σύντομες συνομιλίες που εξαντλούνταν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και μια γενικευμένη αίσθηση βαρεμάρας. Όπως παρατηρεί η Φραντσέσκα Τιγκινέαν μιλώντας στον ιστότοπο Big Think, όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί ήθελαν να συνδεθούν, τρόπον τινά, μεταξύ τους όμως σχεδόν κανείς δεν τα κατάφερνε. «Θα περίμενε κανείς ότι αν και οι δύο πλευρές θέλουν το ίδιο πράγμα, η διαδικασία θα ήταν εύκολη. Προφανώς, δεν ήταν», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Πώς άλλαξε η κατάσταση
Η κατάσταση άλλαξε όταν μια γυναίκα γύρισε και είπε: «Αυτές οι εκδηλώσεις είναι πάντα τόσο αμήχανες, έτσι δεν είναι;». Η απλή αυτή φράση λειτούργησε ευεργετικά. Η συνομιλία κύλησε αβίαστα, άνθρωποι άρχισαν να πλησιάζουν και στο τέλος της βραδιάς είχε σχηματιστεί ένας κύκλος γύρω της. Δεν ήταν η πιο εντυπωσιακή παρουσία, ούτε η πιο αστεία ή η πιο δυναμική. Ωστόσο, ήταν η πιο ελκυστική κοινωνικά. Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι ακριβώς έκανε διαφορετικά.
Η απάντηση, σύμφωνα με την ανάλυση της Τιγκινέαν, δεν σχετίζεται με χαρακτηριστικά όπως η αυτοπεποίθηση ή το χάρισμα, αλλά με κάτι λιγότερο προφανές: τις προσδοκίες που διαμορφώνονται πριν ακόμη ξεκινήσει μια αλληλεπίδραση. Κάθε κοινωνική επαφή επηρεάζεται από μια πρόβλεψη που γίνεται σιωπηρά. Το νευρικό σύστημα «αποφασίζει» εκ των προτέρων αν ο άλλος θα μας αποδεχθεί ή όχι, βασιζόμενο σε προηγούμενες εμπειρίες: απορρίψεις, αποδοχές, στιγμές ένταξης ή αποκλεισμού.
«Προφητεία αποδοχής»
Η ψυχολογική αυτή διαδικασία έχει περιγραφεί από τον ερευνητή Ντάνου Άντονι Στίνσον ως «προφητεία αποδοχής». Πρόκειται για το φαινόμενο κατά το οποίο η προσδοκία ότι θα γίνουμε αποδεκτοί ή θα απορριφθούμε επηρεάζει τη συμπεριφορά μας, και τελικά συμβάλλει στο να επιβεβαιωθεί η αρχική μας πεποίθηση. Ένα άτομο που πιστεύει ότι δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθές ενδέχεται να μιλά λιγότερο, να δίνει σύντομες απαντήσεις και να αποφεύγει την έκθεση. Στο δικό του μυαλό αυτό εκλαμβάνεται ως διακριτικότητα. Για τους άλλους, όμως, μεταφράζεται ως απόσταση ή αδιαφορία.
Το παράδειγμα του «Άλεξ» (υπαρκτός χαρακτήρας με αλλαγμένο όνομα), που παρουσιάζεται στην ανάλυση, είναι ενδεικτικό. Έχοντας διαμορφώσει την πεποίθηση ότι δεν είναι αρεστός, κινείται με επιφυλακτικότητα, αποφεύγει να καταλάβει χώρο στη συζήτηση και αποσύρεται όταν δημιουργείται παύση. Οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται αυτή τη στάση ως ψυχρότητα και στρέφονται αλλού. «Βλέπεις; Κανείς δεν με συμπαθεί», σκέφτεται ο ίδιος, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι συνέβαλε στο αποτέλεσμα που φοβόταν.
Απέναντι σε αυτή τη στάση, η «Μέρι» (επίσης υπαρκτός χαρακτήρας με αλλαγμένο όνομα_ λειτουργεί με διαφορετική αφετηρία. Έχοντας βιώσει στο παρελθόν θετικές κοινωνικές εμπειρίες, εισέρχεται σε έναν χώρο με την προσδοκία ότι οι άλλοι θα ανταποκριθούν θετικά. Κρατά επαφή με το βλέμμα της, θέτει ερωτήσεις και μοιράζεται προσωπικά στοιχεία χωρίς υπερβολικό υπολογισμό. Η συμπεριφορά αυτή εκλαμβάνεται ως ζεστασιά, και η ανταπόκριση των άλλων ενισχύει την αρχική της πεποίθηση.
Η έννοια της διαπροσωπικής θέρμης
Η έννοια της διαπροσωπικής θέρμης αναδεικνύεται ως καθοριστικός παράγοντας. Σε σχετική έρευνα του Στίνσον, συμμετέχοντες κατέγραψαν σύντομα βίντεο στα οποία συστήνονταν σε μια υποθετική ομάδα. Παρατηρητές που παρακολούθησαν τα βίντεο κλήθηκαν να αξιολογήσουν πόσο θα επιθυμούσαν να γνωρίσουν το κάθε άτομο. Όσοι εμφανίζονταν ανοιχτοί, με συμμετοχή, επαφή με το βλέμμα και άνεση, αξιολογήθηκαν ως πιο συμπαθείς.
Η διαπίστωση αυτή συνδέεται με το μοντέλο που έχει αναπτύξει η ψυχολόγος Σούζαν Φισκ, σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι αξιολογούν τους άλλους σε δύο βασικούς άξονες: τη ζεστασιά και την ικανότητα. Από εξελικτική σκοπιά, η πρώτη ερώτηση που τίθεται είναι «μπορώ να εμπιστευθώ αυτό το άτομο;» και όχι «είναι ικανό;». Ακόμη και υψηλά επιτεύγματα δεν επαρκούν αν δεν συνοδεύονται από αντιλαμβανόμενη ζεστασιά.
Η στάση αυτή μεταφράζεται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές
Στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής, η στάση αυτή μεταφράζεται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η ψυχολόγος Τζούλι Σμιθ επισημαίνει ότι «δεν χρειάζεται να περιμένεις να σε καλωσορίσουν. Γίνε εσύ αυτός που καλωσορίζει». Σε περιβάλλοντα όπου οι περισσότεροι αναμένουν από τους άλλους να κάνουν το πρώτο βήμα, η πρωτοβουλία λειτουργεί ως καταλύτης. Η μετατόπιση της προσοχής από την αυτοεικόνα προς τον συνομιλητή διευκολύνει την ουσιαστική επαφή.
Ένα ακόμη στοιχείο είναι η ελεγχόμενη έκφραση ευαλωτότητας. Σε δεύτερο στάδιο της ίδιας έρευνας, οι συμμετέχοντες έλαβαν ένα σημείωμα, υποτίθεται από τον συνομιλητή τους, στο οποίο αναφερόταν: «Όταν γνωρίζω κάποιον για πρώτη φορά, ανησυχώ μήπως δεν με συμπαθήσει». Η απλή αυτή παραδοχή μείωσε το άγχος και αύξησε τη ζεστασιά που εξέπεμπαν οι συμμετέχοντες, οι οποίοι τελικά αξιολογήθηκαν εξίσου θετικά με τα πιο εξωστρεφή άτομα.
Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με μετα-ανάλυση των ψυχολόγων/ερευνητών Κόλινς και Μίλερ, σύμφωνα με την οποία τα άτομα που μοιράζονται περισσότερα προσωπικά στοιχεία τείνουν να γίνονται πιο συμπαθή, ενώ η ίδια η πράξη της αποκάλυψης ενισχύει τη θετική στάση απέναντι στον συνομιλητή. Η αντίληψη ότι πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ασφάλεια πριν την έκθεση αντιστρέφεται: η έκθεση είναι αυτή που δημιουργεί την αίσθηση ασφάλειας.
Το «φαινόμενο του προβολέα»
Εξίσου σημαντική είναι η αναθεώρηση της προσδοκίας απόρριψης. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναζητούν ευκαιρίες για να απορρίψουν, αλλά για να συνδεθούν. Παράλληλα, το λεγόμενο «φαινόμενο του προβολέα» οδηγεί στην υπερεκτίμηση του βαθμού στον οποίο οι άλλοι μας παρατηρούν ή μας κρίνουν. Στην πράξη, οι περισσότεροι είναι απασχολημένοι με τις δικές τους ανησυχίες.
Η θέρμη αυτή, συνοψίζει το άρθρο, δεν αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό αλλά σύνολο συμπεριφορών που μπορούν να καλλιεργηθούν: διατήρηση οπτικής επαφής, ενεργή ακρόαση, ερωτήσεις που αφορούν πραγματικά τον συνομιλητή, φυσική αντίδραση στο χιούμορ, και στιγμές ειλικρινούς έκφρασης. Η αναπαραγωγή της άνεσης που χαρακτηρίζει τις σχέσεις με οικεία πρόσωπα μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός.
Η γυναίκα στην εκδήλωση δεν έκανε κάτι ιδιαίτερο σε επίπεδο τεχνικής. Απλώς ήταν η πρώτη που «έριξε τις ομαδικές άμυνες», δημιουργώντας έναν χώρο όπου και οι υπόλοιποι μπορούσαν να κάνουν το ίδιο. Η κοινωνική έλξη, όπως προκύπτει, δεν είναι ζήτημα εντυπωσιασμού αλλά πρωτοβουλίας στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος ασφάλειας.