Ο Ερρίκος Πετιλόν, που γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα τις προηγούμενες δεκαετίες μέσα από τη μόδα και την τηλεόραση, βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας, λόγω της φερόμενης εμπλοκής του στο κύκλωμα με τις εταιρείες-«φαντάσματα» στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική.
Στα νεανικά του χρόνια κινήθηκε στους κύκλους της διεθνούς showbiz, γνωρίζοντας προσωπικότητες όπως ο Μικ Τζάγκερ, ο Άντι Γουόρχολ και η Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
Επίσης, συνδέθηκε με γνωστά ονόματα, μεταξύ των οποίων η Ούρσουλα Άντρες και η πριγκίπισσα Στεφανί του Μονακό, ενώ συνεργάστηκε με τον σχεδιαστή Τζιάνι Βερσάτσε και ακολούθησε καριέρα στο μόντελινγκ.
Από την εύπορη οικογένεια στις πασαρέλες της Ευρώπης
Ο Ερρίκος Πετιλόν μεγάλωσε σε ιδιαίτερα εύπορο οικογενειακό περιβάλλον. Ο πατέρας του, Φρειδερίκος, ήταν επιτυχημένος έμπορος καλλυντικών, ενώ η οικογένεια διέθετε ακίνητα και απολάμβανε έναν τρόπο ζωής γεμάτο ταξίδια και ανέσεις. Από την Κηφισιά και το Κολωνάκι μέχρι τα σαλέ των ελβετικών Άλπεων, ο νεαρός Ερρίκος γνώρισε από μικρή ηλικία την πολυτέλεια.
Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν η φωτογράφος Καλλιόπη τον εντόπισε στη Μύκονο και του πρότεινε να φωτογραφηθεί για την ιταλική Vogue. Η εμφάνισή του προσέλκυσε το ενδιαφέρον πρακτορείων μοντέλων και άρχισαν οι πρώτες προτάσεις.
Το 1979 γνώρισε στη Μύκονο τον Τζιάνι Βερσάτσε, ο οποίος, σύμφωνα με όσα έχει αφηγηθεί ο ίδιος, του πρότεινε συνεργασία. Ακολούθησε πρόταση από τον οίκο Hugo Boss και ο Πετιλόν άρχισε να ταξιδεύει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Οι αμοιβές του ήταν εντυπωσιακές για την εποχή. Σε ηλικία μόλις 18 ετών έλαβε επτά εκατομμύρια δραχμές για μία εμφάνιση σε επίδειξη μόδας. Τα ακριβά ξενοδοχεία, οι πολυτελείς αγορές και τα ταξίδια έγιναν μέρος της καθημερινότητάς του.
Οι νύχτες στο Studio 54 και οι διάσημες γνωριμίες
Η επιτυχία στον χώρο της μόδας τού άνοιξε τις πόρτες της διεθνούς κοσμικής ζωής. Μια γνωριμία στη Μύκονο με τον Στιβ Ρούμπελ, συνιδιοκτήτη του Studio 54, τον οδήγησε στη Νέα Υόρκη και στο διάσημο νυχτερινό κέντρο.
Σύμφωνα με την αφήγησή του, οι υπεύθυνοι της εισόδου τον αναγνώρισαν και τον οδήγησαν στο τραπέζι του Ρούμπελ, όπου βρέθηκε δίπλα σε προσωπικότητες όπως ο Άντι Γουόρχολ, ο Κάλβιν Κλάιν, η Γκρέις Τζόουνς, ο Μικ Τζάγκερ, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, ο Τζακ Νίκολσον και ο Σιλβέστερ Σταλόνε.
Την ίδια περίοδο, είχε έντονη προσωπική ζωή και σχέσεις με γνωστές γυναίκες. Ανάμεσά τους η πριγκίπισσα Στεφανί του Μονακό, με την οποία, όπως έχει διηγηθεί, διατηρούσε σχέση τριών μηνών. Μάλιστα, τη συνόδευσε στο Φεστιβάλ των Καννών και επισκέφθηκε μαζί της το Μονακό, όπου γνώρισε τη μητέρα της, Γκρέις Κέλι.
Μία από τις πιο γνωστές σχέσεις του ήταν με την Ούρσουλα Άντρες, την Ελβετίδα ηθοποιό που έμεινε στην ιστορία ως το πρώτο κορίτσι του Τζέιμς Μποντ. Γνωρίστηκαν στην Αθήνα, όταν είχε επισκεφθεί την Ελλάδα για φιλανθρωπική εκδήλωση. Η σχέση τους συνεχίστηκε για δύο χρόνια, με κοινές εμφανίσεις και ταξίδια. Ο Πετιλόν έχει αναφέρει ότι αποφάσισε να χωρίσουν, καθώς αισθανόταν πως η φήμη της ηθοποιού επισκίαζε τη δική του προσωπικότητα.
Η εξάρτηση από την κοκαΐνη και η οικονομική κατάρρευση
Πίσω από την επαγγελματική επιτυχία και τη ζωή μέσα στη χλιδή είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ένα πρόβλημα που θα τον ακολουθούσε για δεκαετίες. Η χρήση κοκαΐνης εξελίχθηκε σε εξάρτηση, επηρεάζοντας την εργασία, τις σχέσεις και την οικονομική του κατάσταση.
Ο ίδιος έχει μιλήσει για μια περίοδο 25 ετών κατά την οποία πάλευε με τα ναρκωτικά και για τις επανειλημμένες προσπάθειες απεξάρτησης. Όπως έχει αποκαλύψει, πέρασε από 19 κέντρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές αφηγήσεις του περιέγραψε πως έφτασε στο σημείο να πουλήσει τα παπούτσια του για 3.000 δραχμές, για να εξασφαλίσει χρήματα για ναρκωτικά.
Σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την εξάρτηση, εγκατέλειψε την επιχειρηματική του συμμετοχή στην «Αίγλη» του Ζαππείου και έφυγε για το Ισραήλ, όπου εργάστηκε σε αγροτικές εργασίες και ως σερβιτόρος. Αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με μια νέα ανατροπή: τη χρεοκοπία του πατέρα του και την απώλεια της οικογενειακής περιουσίας.
Μετά, ταξίδεψε στις ΗΠΑ, όπου εργάστηκε μεταξύ άλλων ως οικοδόμος και σερβιτόρος, ενώ, υπήρξαν περίοδοι που αναγκαζόταν να κοιμάται σε γκαράζ. Στο Μαϊάμι συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών και, σύμφωνα με τον ίδιο, πέρασε περίπου έναν χρόνο στη φυλακή.
Ο θάνατος της μητέρας του και οι προσωπικές περιπέτειες
Ένα από τα πιο δύσκολα κεφάλαια της ζωής του ήταν ο θάνατος της μητέρας του, τον Αύγουστο του 1995. Όπως έχει περιγράψει, επέστρεψε στην Ελλάδα για να βρίσκεται κοντά της, καθώς εκείνη έδινε μάχη με τον καρκίνο.
Μετά τον θάνατό της, βρέθηκε αντιμέτωπος και με την αδυναμία να καλύψει τα έξοδα της ταφής. Ο ίδιος εξομολογήθηκε ότι αναγκάστηκε να σκάψει ο ίδιος τον τάφο της στο Γ' Νεκροταφείο. Η απώλειά της τον σημάδεψε, ενώ η φράση που φέρεται να του είπε λίγο πριν πεθάνει, «Ποιος θα το πίστευε; Ο Ερρίκος», έγινε ο τίτλος της βιογραφίας του.
Στην προσωπική του ζωή παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε έναν γιο. Έχει μιλήσει δημόσια για τη διπολική διαταραχή, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και τον τρόπο με τον οποίο η εξάρτηση επηρέασε τις σχέσεις του.
Οι περιπέτειές του με τις Αρχές συνεχίστηκαν και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα. Συνελήφθη το 1998 στη Γλυφάδα για κατοχή ναρκωτικών, ενώ το 2008 συνελήφθη ξανά στην περιοχή της Ομόνοιας. Το 2019 νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, στο Δαφνί.
Παρά τις δυσκολίες, συνέχισε να έχει παρουσία στον χώρο της ψυχαγωγίας. Εμφανίστηκε σε τηλεοπτικές σειρές, όπως οι «Οι μεν και οι δεν» και «Μαρία η άσχημη», συμμετείχε σε εκπομπές, ενώ το 2007 παρουσίασε τον διαγωνισμό ομορφιάς Playmate.
Τα τελευταία χρόνια είχε μιλήσει για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, την έλλειψη σταθερής στέγης και την προσπάθειά του να βρει εργασία.
Η υπόθεση φοροδιαφυγής στη Θεσσαλονίκη και η φερόμενη συμμετοχή του στο δίκτυο των «αχυρανθρώπων», με μηνιαίες αμοιβές που φέρεται να κυμαίνονταν από 200 έως 700 ευρώ, βρίσκεται υπό διερεύνηση, με τον ίδιο να αρνείται τις κατηγορίες.