Αν πιστεύετε ότι ο «γύπας» είναι σύγχρονη αργκό, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ήδη τη δική τους λέξη για τον άνδρα που κοίταζε επίμονα γυναίκες: τον «παρθενοπίπη».
- Η λέξη «παρθενοπίπης», σύνθετη από το «παρθένος» και το ρήμα «οπιπεύω», χαρακτήριζε στην αρχαιότητα τον άνδρα που κατασκόπευε και παρενοχλούσε τις γυναίκες, αναζητώντας επίμονα την προσοχή τους με πονηρό σκοπό.
- Το υβριστικό λεξιλόγιο των αρχαίων Ελλήνων ήταν πλούσιο, περιλαμβάνοντας όρους όπως «ανασεισίφαλλος» για τη φιλήδονη γυναίκα, «εύπυγος» για εκείνη με ωραία οπίσθια και «κόβαλος» για τον τιποτένιο και παράσιτο.
- Η λέξη «βωμολοχία» προέκυψε από τον «βωμολόχο», τον επαίτη δηλαδή που παραμόνευε (λοχών) στους βωμούς με σκοπό να αποσπάσει μερίδιο από τα κρέατα των θυσιών, οδηγώντας σε έντονες αντιπαραθέσεις.
- Ο ανυπόμονος και θρασύς επαίτης επιτίθετο λεκτικά στον τελεστή της θυσίας με αισχρές εκφράσεις. Αυτή η απρεπής και χυδαία στιχομυθία που κατέληγε σε τσακωμούς ονομάστηκε βωμολοχία, δηλαδή αισχρολογία.
Το γλωσσικό αυτό εύρημα αποδεικνύει ότι ορισμένες κοινωνικές συμπεριφορές παραμένουν αναλλοίωτες στο πέρασμα των αιώνων.
Η λέξη «παρθενοπίπης» (στον πληθυντικό: παρθενοπίπαι) είναι σύνθετη και εξαιρετικά περιγραφική. Προέρχεται από την «παρθένο» (τη νεαρή, ανύπαντρη γυναίκα) και το ρήμα «οπιπτεύω», το οποίο μεταφράζεται ως παραμονεύω, κατασκοπεύω ή κοιτάζω με έντονη περιέργεια.
Στην αρχαία καθημερινότητα, ο όρος χαρακτήριζε τον άνδρα που επιζητούσε επίμονα και με πονηρό σκοπό την προσοχή των γυναικών.
Τι έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες για να βρίσουν
Στο βιβλίο του Μάριου Βερέττα, «Τα βρωμόλογα των αρχαίων Ελλήνων», γίνεται αναφορά στο τρόπο που οι αρχαίοι Έλληνες έβριζαν και χυδαιολογούσαν.
Δείτε μερικές λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες όταν ήθελαν να μειώσουν κάποιον:
Αβροβάατης: θηλυπρεπής άνδρας με γυναικείο βάδισμα [αβροβάτης = αβρός (τρυφερός) + βαίνω (προχωρώ, εισέρχομαι)
Ανασεισίφαλλος: φιλήδονη γυναίκα που πιάνει και κουνάει τον φαλλό [ανασεισίφαλλος = ανασείω + φαλλός]
Βδέω: πέρδομαι [βδέω = βρωμάω]
Γλωττοδεψέω: κάνω μαλάξεις με τη γλώσσα
Γογγύλη: βυζί / στήθος [γογγύλη = ολοστρόγγυλη]
Γυναικοπίπης: μπανιστιρτζής [ γυναικοπίπης = γυναίκα + οπιπτεύω]
Δρομάς: πόρνη του δρόμου [δρομάς = δρόμος]
Εσχάρα: γυναικείο αιδοίο [εσχάρα = από το ρήμα ίσχω (εμποδίζω)]
Εύπυγος: γυναίκα με ωραία οπίσθια [εύπυγος = ευ + πυγή ]
Κασσωρίς: πόρνη [κασσωρίς = από το κάσις (αδελφός, εταίρος)]
Μύζουρις: γυναίκα που βυζαίνει πέος [μύζουρις = μυζάω + ουρά (πέος)]
Πηθικαλώπηξ: άνθρωπος πανούργος [πιθηκαλώπηξ = πίθηκος = αλώπηξ]
Πόσθων: άνδρας με μεγάλο πέος [πόσθων = από το πόσθη (πέος)]
Ρωποπερπερήθρας: άνδρας που εκστομίζει ακατάπαυστα χαζομάρες [ρωποπερπερήθρας = ρώπος (φτηνόπραγμα) + πέρπερος (φλυαρία)]
Ηδονοθήκη: το αιδοίο
Κύντερος: ο αναίσχυντος, ο κοπρίτης [> κύων]
Κίνουρης: αυτός που περπατά επιδεικνύοντας τα γεννητικά του όργανα [κίνουρης = κινέω + ουρά]
Λέχριος: [ > λέχριος (λεχρίτης)]
Λυδία: η πόρνη στη Ρωμαϊκή εποχή, επειδή συνήθως ήταν από την ομώνυμη περιοχή της Μικρασίας οι πόρνες πολυτελείας.
Λόχμη: το τριχωτό αιδοίο [> λόχμη (θάμνος)]
Σποδηριλαύρα: αυτός που τρώει κόπρανα [σποδή (καταβροχθίζω) + λαύρα (απόπατος)]
Χαλκιδίτις: η πολύ φτηνή πόρνη, αυτή που εκδίδεται για ένα χάλκινο νόμισμα.
Αμάρευμα: κατακάθι της κοινωνίας (ους. αμάρα=χαντάκι)
Βδέλυγμα: σίχαμα, έκφαυλος, ατιμασμένος
Κόβαλος: παράσιτο, κόπρειος, τιποτένιος
Μιάστωρ: μίασμα
Σκωραμίς: απατεώνας, καθίκι
Πώς προέκυψε η λέξη «βωμολοχία»
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το πώς προέκυψε η λέξη «βωμολοχία». Σύμφωνα με το λεξικό σημαίνει: βρισιά, χυδαιότητα, απρεπής λέξη, αισχρολογία. Ο επαίτης, ανυπόμονος, θρασύς και πεινασμένος, ζητούσε με πιεστικό τρόπο μερίδα και ως εκ τούτου επιτίθετο λεκτικά στον τελεστή της θυσίας χρησιμοποιώντας αισχρές εκφράσεις.
Άρχιζε τότε μια απρεπής και μη κόσμια συνομιλία μεταξύ επαίτη και υπεύθυνου των θυσιών, που κατέληγε σε χυδαίες εκφράσεις και τσακωμούς. Αυτή η αισχρή και χυδαία στιχομυθία ονομάστηκε «βωμολοχία». Βωμολόχος είναι, λοιπόν, ο περί τους βωμούς λοχών (παραμονεύων, ενεδρεύων) επαίτης, με σκοπό να λάβει κάτι από τα κρέατα των θυσιών.