Σε μία προσωπική εξομολόγηση προχώρησε η Αλέξια αναφορικά με τις μνήμες της από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο το 1974.
Η τραγουδίστρια ήταν καλεσμένη στην εκπομπή του ΣΚΑΪ «Στούντιο στις 3» και μίλησε μεταξύ άλλων για τον ήχο της σειρήνας που σημάδεψε την παιδική της ηλικία, αλλά και για το γεγονός ότι κατάφερε να μετατρέψει ακόμη και τις οδυνηρές εμπειρίες της σε καλλιτεχνικές δημιουργίες.
«Ο ήχος της σειρήνας δεν ξεχάστηκε ποτέ»
Αναφορικά με όσα βίωσε ως παιδί στην Αμμόχωστο κατά την τουρκική εισβολή και την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τον τόπου που γεννήθηκε και μεγάλωσε, η τραγουδίστρια αποκάλυψε ότι ακόμα θυμάται τον ήχο της σειρήνας, παρόλο που έχουν περάσει περισσότερα από 50 χρόνια.
«Ο ήχος της σειρήνας δεν ξεχάστηκε ποτέ. Όχι, εκεί είναι δηλαδή», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, η Αλέξια περιέγραψε μια εμπειρία της από επίσκεψη στο Ισραήλ, όπου είχε προσκληθεί από μια φίλη της για να πραγματοποιήσει διάλεξη.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας της αναφέρθηκε στον ήχο των σειρήνων, συνειδητοποιώντας ότι απευθυνόταν σε ανθρώπους για τους οποίους η εμπειρία αυτή ήταν πολύ πιο συχνή.
«Μάλιστα είχα πάει Ισραήλ πριν από τα γεγονότα, που με είχε καλέσει μια φίλη μου, έκανα διάλεξη και αναφέρθηκα στη σειρήνα, ξεχνώντας ότι αυτοί το ζουν καθημερινά. Εγώ το έζησα μία, δυο φορές», είπε.
Μέσα από αυτή την αναφορά, η ερμηνεύτρια θέλησε να εξηγήσει πόσο βαθιά μπορεί να αποτυπωθεί στη μνήμη ενός ανθρώπου ένας ήχος που συνδέεται με τον φόβο, την απώλεια της ασφάλειας και την εμπειρία του πολέμου.
«Η σειρήνα είναι μέρος της ταυτότητάς μου, ευτυχώς μπόρεσα να μετουσιώσω το τραύμα σε κάτι άλλο»
Σε άλλο σημείο, η Αλέξια εξήγησε ότι η καλλιτεχνική της ιδιότητα τη βοήθησε να αντιμετωπίσει τις δύσκολες αναμνήσεις και να αναζητήσει έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων της.
«Η σειρήνα είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Σίγουρα είναι. Αλλά επειδή είμαι καλλιτέχνης, ευτυχώς, μπόρεσα το τραύμα αυτό να μετουσιωθεί σε κάτι άλλο», εξομολογήθηκε.
Η ίδια έχει αναφερθεί και στο παρελθόν στη σημασία της μουσικής ως μέσου επεξεργασίας των προσωπικών της βιωμάτων. Για την Αλέξια, η τέχνη δεν αποτελεί μόνο έναν τρόπο δημιουργικής έκφρασης, αλλά και μια δυνατότητα να μεταφέρει τις εμπειρίες της σε ένα ευρύτερο κοινό, δίνοντας διαφορετικό νόημα στον πόνο και στις μνήμες του ξεριζωμού.
Η σχέση της με την Αμμόχωστο και οι επισκέψεις στα Κατεχόμενα
Η Αλέξια αποκάλυψε ακόμη ότι, αρκετά χρόνια μετά την εισβολή, συνήθιζε να επισκέπτεται τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, συνοδευόμενη από συνεργάτιδά της, επιλέγοντας μάλιστα ημέρες που συνέπιπταν με τις επετείους των τραγικών γεγονότων του 1974.
«Δηλαδή πήγαινα με συνεργάτιδά μου στα Κατεχόμενα τις ημέρες που ήταν οι σκοτεινές επέτειοι», ανέφερε. Όπως εξήγησε, οι επισκέψεις αυτές συνδέονταν με την προσπάθειά της να διαχειριστεί τις αναμνήσεις που εξακολουθούσαν να τη συνοδεύουν από την παιδική της ηλικία. Η ίδια περιέγραψε ότι επέστρεφε στον τόπο των βιωμάτων της σε καιρό ειρήνης, επιχειρώντας να αποδεσμεύσει σταδιακά τη μνήμη της από τον ήχο του πολέμου. «Αυτό με βοήθησε κάπως», παραδέχθηκε, αναφερόμενη στην προσωπική σημασία αυτών των επιστροφών.
Η Αμμόχωστος, άλλωστε, αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στην πορεία της. Σε προηγούμενες συνεντεύξεις της έχει μιλήσει για τα παιδικά της χρόνια, το σπίτι της οικογένειάς της και την επιθυμία της να διατηρήσει ζωντανές τις αναμνήσεις από την πόλη πριν από την εισβολή.
Η παιδική ηλικία στην Αμμόχωστο και ο ξεριζωμός του 1974
Η Αλέξια ήταν μόλις δέκα ετών όταν ξέσπασε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στις 20 Ιουλίου 1974. Σε παλαιότερη συνέντευξή της είχε περιγράψει τη στιγμή που οι σειρήνες ξύπνησαν την οικογένειά της, νωρίς το πρωί, και τη μητέρα της να ανακοινώνει στα παιδιά ότι είχε αρχίσει πόλεμος. Η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αμμόχωστο, όπως χιλιάδες άλλοι Ελληνοκύπριοι που εκτοπίστηκαν από τις εστίες τους.
Η ερμηνεύτρια έχει μιλήσει για τον φόβο που ένιωθε εκείνες τις ημέρες, αλλά και για τις όμορφες εικόνες που διατηρεί από την πόλη της πριν από την εισβολή. Έχει αναφερθεί ακόμη στις επιστροφές της στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, ακόμη και στην επίσκεψη στο πατρικό της σπίτι, όπου βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με αναμνήσεις πολλών δεκαετιών. Για την ίδια, η σχέση με τον τόπο καταγωγής της δεν περιορίζεται στη νοσταλγία, αλλά συνδέεται με την προσωπική της ιστορία και την προσπάθεια διατήρησης της ιστορικής μνήμης.