Μια νέα γενιά εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης υπόσχεται κάτι που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε με επιστημονική φαντασία: ένα «ηχητικό είδωλο» του σώματος.
Η ιδέα του «καθρέφτη» είναι από τις πιο αυτονόητες τελετουργίες της καθημερινότητας για τους περισσότερους ανθρώπους: ένα βλέμμα πριν βγεις από το σπίτι, μια γρήγορη επιβεβαίωση ότι το πρόσωπο, τα μαλλιά, το ντύσιμο είναι όπως τα θέλεις. Για τους τυφλούς ανθρώπους, όμως, αυτή η επιβεβαίωση δεν υπήρχε ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Τώρα, μια νέα γενιά εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης υπόσχεται κάτι που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε με επιστημονική φαντασία: ένα «ηχητικό είδωλο» του σώματος, μια πρόσβαση σε οπτική ανατροφοδότηση που κάποιοι δεν είχαν ποτέ στη ζωή τους. Μαζί με την πρακτική χρησιμότητα, αρχίζουν να αναδύονται και οι ψυχολογικές συνέπειες — με το συναίσθημα να κινείται ανάμεσα στην ενδυνάμωση και την αποσταθεροποίηση.
Η εφαρμογή Be My Eyes
Η δημοσιογράφος Milagros Costabel, που είναι τυφλή εκ γενετής, περιγράφει πώς εδώ και έναν χρόνο ξεκινά τα πρωινά της με μια 20λεπτη ρουτίνα περιποίησης και στη συνέχεια κάνει κάτι που θυμίζει «φωτογράφιση» για έναν αλγόριθμο: τραβά εικόνες και τις στέλνει στην εφαρμογή Be My Eyes σαν να ήταν καθρέφτης. Η τεχνητή νοημοσύνη —«τα εικονικά μάτια» της εφαρμογής— της λέει αν το δέρμα της δείχνει όπως το θέλει ή αν κάτι στην εμφάνισή της χρειάζεται διόρθωση. Μόνο που αυτή η νέα πρόσβαση δεν είναι ουδέτερη. Ένα πρωινό, η AI της απάντησε ότι το δέρμα της είναι ενυδατωμένο, αλλά «δεν μοιάζει με το σχεδόν τέλειο, γυάλινο, χωρίς πόρους» πρότυπο των διαφημίσεων. Για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, γράφει, η δυσαρέσκεια για την εμφάνιση έγινε «συντριπτικά πραγματική».
Η Lucy Edwards, δημιουργός περιεχομένου που έγινε γνωστή —και— μέσα από την αγάπη της για το beauty και το styling, συνοψίζει την τομή: «Όλη μας τη ζωή παλεύαμε με την ιδέα ότι είναι αδύνατο να δούμε τον εαυτό μας… ξαφνικά έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες για εμάς και για τον κόσμο, και αυτό αλλάζει τη ζωή μας». Για την ίδια, που είχε όραση μέχρι τα 17 της, το να ρωτά μια μηχανή «πώς δείχνω» έχει κάτι από οικειότητα και κάτι από πρωτογνωρία. Λέει ότι για 12 χρόνια δεν είχε άποψη για το πρόσωπό της· τώρα μπορεί να τραβήξει φωτογραφία, να ζητήσει λεπτομέρειες, ακόμα και «βαθμολογία με άριστα το 10» — όχι ισοδύναμο της όρασης, αλλά το πιο κοντινό που έχει.
Η «νέα μορφή καθρέφτη» δεν είναι ένα προϊόν
Αυτή η «νέα μορφή καθρέφτη» δεν είναι ένα προϊόν. Είναι οικοσύστημα. Ο Karthik Mahadevan, επικεφαλής της Envision, θυμάται ότι όταν ξεκίνησαν το 2017, οι περιγραφές ήταν «μια μικρή πρόταση δύο ή τριών λέξεων». Σήμερα, η τεχνολογία έχει περάσει σε έξυπνα γυαλιά και βοηθούς που λειτουργούν σε κινητό, web και συσκευές, προσφέροντας ανάλυση, σύγκριση και, κάποιες φορές, συμβουλές. Το ενδιαφέρον είναι πως, πέρα από «προφανείς» χρήσεις όπως ανάγνωση επιστολών ή ψώνια, τους εξέπληξε πόσοι χρήστες ζητούν βοήθεια για μακιγιάζ ή συνδυασμό ρούχων. «Συχνά η πρώτη ερώτηση είναι πώς δείχνουν», λέει.
Εδώ αρχίζει το δύσκολο κομμάτι: όταν η AI δεν περιγράφει απλώς, αλλά αξιολογεί. Υπάρχουν εφαρμογές που, αν το ζητήσεις, σε «βαθμολογούν» βάσει παραδοσιακών προτύπων ομορφιάς, σε συγκρίνουν με άλλους, σου λένε τι «θα ήταν καλό» να αλλάξεις. Η Helena Lewis-Smith, ερευνήτρια ψυχολογίας υγείας με αντικείμενο την εικόνα σώματος στο University of Bristol, προειδοποιεί ότι όσο περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν feedback για το σώμα τους, τόσο χαμηλότερη τείνει να είναι η ικανοποίηση από την εικόνα τους. Αν η AI ανοίγει αυτό το πεδίο για τους τυφλούς χρήστες, ανοίγει μαζί και τις γνωστές παγίδες της σύγκρισης — αλλά σε μια νέα, ενδεχομένως πιο απόλυτη μορφή: όχι μόνο σύγκριση με άλλους, αλλά και με την «τέλεια εκδοχή» που παράγει ένας αλγόριθμος.
Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο λόγω μεροληψιών. Τα μοντέλα έχουν ιστορικά εκπαιδευτεί σε δεδομένα που προκρίνουν λεπτά, υπερσεξουαλικοποιημένα σώματα και ευρωκεντρικά χαρακτηριστικά. Και όπως οι γεννήτριες εικόνων συχνά αναπαράγουν ιδεαλιστικά δυτικά πρότυπα, έτσι και οι περιγραφές μπορούν να μεταφέρουν —χωρίς συμφραζόμενα— μηνύματα για το «τι είναι όμορφο» όπως το έχουν κωδικοποιήσει το διαδίκτυο και τα μέσα.
Η Meryl Alper, ερευνήτρια για τα ΜΜΕ, την εικόνα σώματος και την αναπηρία στο Northeastern University, επισημαίνει ότι στην ψυχολογική βιβλιογραφία η εικόνα σώματος δεν είναι μονοδιάστατη: εξαρτάται από πλαίσιο, από το με ποιους συγκρίνεσαι, από τις δυνατότητες του σώματος, από εμπειρίες. «Όλα αυτά η AI δεν τα καταλαβαίνει και δεν θα τα λάβει υπόψη», λέει. Μπορεί να σου πει ότι έχεις «στραβό χαμόγελο», αλλά δεν μπορεί να συνδέσει την έκφραση με το βίωμα — ότι, ας πούμε, ήταν το ίδιο χαμόγελο όταν απολάμβανες τον ήλιο.
Η δύναμη του prompt
Υπάρχει επίσης η δύναμη του prompt. Η ίδια εικόνα μπορεί να παραγάγει εντελώς διαφορετική «αλήθεια» ανάλογα με το τι ζήτησες: δύο προτάσεις ή ανάλυση, «ρομαντική» περιγραφή ή ωμή κριτική, ποίημα ή αξιολόγηση. Η Edwards παραδέχεται ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει και αρνητικά: αν εσύ δείξεις ανασφάλεια για ένα χαρακτηριστικό, η AI μπορεί να σε επιβεβαιώσει, αλλά μπορεί και να σου δώσει «οδηγίες αλλαγής». Κι εκεί που κάποτε η τυφλότητα σε προστάτευε εν μέρει από την οπτική επιτήρηση της κουλτούρας, τώρα η πληροφορία έρχεται πυκνή και φορτισμένη.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει το ζήτημα της αξιοπιστίας. Οι «παραισθήσεις» των μοντέλων —όταν δηλαδή παρουσιάζουν ανακρίβειες ως δεδομένα— είναι υπαρκτές, ακόμη κι αν μειώνονται με την πρόοδο. Ο Mahadevan λέει ότι παρατήρησαν περιγραφές που άλλαζαν κρίσιμες λεπτομέρειες ή «εφεύρισκαν» στοιχεία όταν η εικόνα δεν επαρκούσε, αν και υποστηρίζει ότι τα σφάλματα μειώνονται.
Ο Joaquín Valentinuzzi, 20 ετών, που χρησιμοποίησε AI για να επιλέξει φωτογραφίες προφίλ σε dating app, αναφέρει ότι κάποιες φορές το εργαλείο άλλαζε το χρώμα των μαλλιών του ή περιέγραφε λάθος την έκφρασή του — του έλεγε ότι είναι ουδέτερος όταν στην πραγματικότητα χαμογελούσε. Αυτά τα λάθη, λέει, μπορούν να γεννήσουν ανασφάλεια, ειδικά όταν η τεχνολογία σε «εκπαιδεύει» να την εμπιστεύεσαι ως μέσο αυτογνωσίας. Για να μετριάσουν αυτόν τον κίνδυνο, ορισμένες υπηρεσίες όπως το Aira Explorer χρησιμοποιούν εκπαιδευμένους ανθρώπινους συνεργάτες που μπορούν να επιβεβαιώσουν την ακρίβεια των περιγραφών, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις ο «κειμενικός καθρέφτης» παραμένει καθαρά αλγοριθμικός.
Η Costabel περιγράφει ένα στιγμιότυπο που μοιάζει συμβολικό: στις 03:00 τα ξημερώματα, συζητά με τη νεότερη έκδοση του ChatGPT, ανεβάζοντας διαδοχικές φωτογραφίες για να καταλάβει «πού στέκεται» μέσα σε κοινωνικά πρότυπα ομορφιάς. Οι ερωτήσεις της είναι ωμές και ανθρώπινες — «μοιάζω με κάποιον που θεωρείται παραδοσιακά όμορφος;»— αλλά και απόπειρα να συγκροτήσει μια οπτική ιδέα του εαυτού που μέχρι τώρα της ήταν απρόσιτη.
Το συμπέρασμα των ανθρώπων που μίλησαν στο ρεπορτάζ είναι διπλό: η δυνατότητα είναι τεράστια και συχνά λυτρωτική, όμως η συναισθηματική πολυπλοκότητα μόλις αρχίζει να χαρτογραφείται. Είτε ως ενδυνάμωση είτε ως πηγή νέας πίεσης, ένας καινούριος καθρέφτης έχει ήδη μπει στο σπίτι — και κανείς δεν ξέρει ακόμη ακριβώς πώς θα μας αλλάξει.