Ένα από τα πιο επικίνδυνα και ανθεκτικά στα αντιβιοτικά βακτήρια φαίνεται ότι μπορεί να κυκλοφορεί μεταξύ ανθρώπων και ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με νέα μελέτη Κινέζων επιστημόνων.
Πρόκειται για το Acinetobacter baumannii, ένα παθογόνο που συνδέεται κυρίως με σοβαρές ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις και μπορεί να προκαλέσει, μεταξύ άλλων, πνευμονία, λοιμώξεις του αίματος, μηνιγγίτιδα και λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.
Το ανθεκτικό στις καρβαπενέμες A. baumannii περιλαμβάνεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στην ανώτερη κατηγορία των παθογόνων κρίσιμης προτεραιότητας, λόγω των περιορισμένων θεραπευτικών επιλογών και της ικανότητάς του να αποκτά αντοχή σε πολλά αντιβιοτικά.
Αναλύθηκαν δείγματα από 33 είδη ζώων
Οι ερευνητές μελέτησαν 509 στελέχη του βακτηρίου που είχαν απομονωθεί από 33 διαφορετικά είδη ζώων σε 17 χώρες και τα συνέκριναν με 2.218 στελέχη ανθρώπινης προέλευσης.
Στα ζώα περιλαμβάνονταν σκύλοι, γάτες, άλογα, παραγωγικά ζώα, πουλερικά και άγρια πανίδα. Στόχος των επιστημόνων ήταν να διαπιστώσουν ποια στελέχη εμφανίζουν μεγαλύτερη συγγένεια με εκείνα που προκαλούν λοιμώξεις στους ανθρώπους και ποια παρουσιάζουν αυξημένη αντοχή στα αντιμικροβιακά φάρμακα.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα στελέχη ζωικής προέλευσης χωρίζονται ουσιαστικά σε δύο μεγάλες ομάδες.
Η πρώτη περιλαμβάνει στελέχη χαμηλότερης αντοχής, τα οποία εντοπίζονται κυρίως σε πουλερικά, παραγωγικά ζώα και άγρια πανίδα. Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από περισσότερο ανθεκτικά στελέχη και συνδέεται κυρίως με ζώα συντροφιάς, όπως σκύλους, γάτες και άλογα.
Γενετική συγγένεια με ανθρώπινα στελέχη
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα ανθεκτικά στελέχη που βρέθηκαν σε ζώα συντροφιάς μοιράζονταν περισσότερους γενετικούς τύπους με στελέχη που είχαν απομονωθεί από ανθρώπους στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το εύρημα υποδηλώνει ότι το A. baumannii έχει μεγαλύτερη δυνατότητα μετάδοσης μεταξύ ανθρώπων και κατοικίδιων σε σχέση με τα παραγωγικά ζώα, τα πουλερικά ή την άγρια πανίδα.
Η μελέτη, πάντως, δεν αποδεικνύει ότι τα κατοικίδια μεταδίδουν συστηματικά το βακτήριο στους ιδιοκτήτες τους ούτε προσδιορίζει με βεβαιότητα την κατεύθυνση της μετάδοσης. Η μεγάλη γενετική ομοιότητα μπορεί να σημαίνει μετάδοση από το ζώο στον άνθρωπο, από τον άνθρωπο στο ζώο ή έκθεση και των δύο σε κοινή πηγή.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο: η έρευνα καταγράφει ισχυρές ενδείξεις πιθανής διασποράς, όχι αποδεδειγμένο νέο κύμα μολύνσεων από κατοικίδια.
Γιατί τα κατοικίδια μπορεί να λειτουργούν ως «γέφυρα»
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η μεγαλύτερη συγγένεια των στελεχών σχετίζεται πιθανότατα με τη στενή και καθημερινή επαφή των ανθρώπων με τα ζώα συντροφιάς.
Σκύλοι και γάτες ζουν μέσα στα σπίτια, έρχονται σε άμεση επαφή με τους ιδιοκτήτες τους και επισκέπτονται κτηνιατρικές κλινικές, περιβάλλοντα όπου μπορεί να γίνεται χρήση αντιβιοτικών και να κυκλοφορούν ανθεκτικά παθογόνα.
Προηγούμενες έρευνες έχουν επίσης καταγράψει στελέχη A. baumannii σε κτηνιατρικές κλινικές και ζώα συντροφιάς, ορισμένα από τα οποία ανήκαν σε γενετικές γραμμές που έχουν εντοπιστεί και σε ανθρώπινες λοιμώξεις.
Αντοχή σε αντιβιοτικά «έσχατης λύσης»
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι απλώς η παρουσία του βακτηρίου, αλλά η αντοχή ορισμένων στελεχών στις καρβαπενέμες.
Οι καρβαπενέμες αποτελούν ισχυρά αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων όταν άλλες θεραπείες έχουν αποτύχει. Όταν ένα στέλεχος αποκτά αντοχή και σε αυτά τα φάρμακα, οι θεραπευτικές επιλογές περιορίζονται δραματικά.
Η νέα ανάλυση εντόπισε σε στελέχη ζώων συντροφιάς γονίδια αντοχής που συνδέονται με καρβαπενεμάσες, ένζυμα τα οποία μπορούν να αδρανοποιούν τα συγκεκριμένα αντιβιοτικά.
Δεν υπάρχει λόγος πανικού για τους ιδιοκτήτες
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι η επαφή με έναν υγιή σκύλο ή μια γάτα αποτελεί άμεσο κίνδυνο. Οι λοιμώξεις από Acinetobacter παραμένουν κυρίως πρόβλημα χώρων υγειονομικής περίθαλψης και αφορούν συχνότερα ευάλωτους ανθρώπους, όπως ασθενείς σε μονάδες εντατικής θεραπείας, άτομα με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα ή όσους φέρουν καθετήρες και αναπνευστικές συσκευές.
Οι ερευνητές ζητούν, ωστόσο, συστηματικότερη επιτήρηση των ανθεκτικών βακτηρίων στις κτηνιατρικές μονάδες και περισσότερη δειγματοληψία από κατοικίδια, ώστε να αποσαφηνιστεί πόσο συχνά πραγματοποιείται μετάδοση και προς ποια κατεύθυνση.
Η μελέτη ενισχύει έτσι την προσέγγιση «Μία Υγεία», σύμφωνα με την οποία η υγεία των ανθρώπων, των ζώων και του περιβάλλοντος είναι στενά συνδεδεμένες και η μικροβιακή αντοχή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά.