Εκτός από τη μείωση της όρεξης, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να παρατηρούν ότι οι συγκεκριμένες θεραπείες επηρεάζουν πολύ ευρύτερες λειτουργίες του εγκεφάλου.
- Μια αμερικανική μελέτη από το Πανεπιστήμιο Rutgers συνδέει τα φάρμακα GLP-1 με εξασθενημένη σχέση μεταξύ παρορμητικότητας και βίαιης συμπεριφοράς. Η σύνδεση είναι αισθητά ασθενέστερη σε όσους λαμβάνουν τη θεραπεία, συγκριτικά με όσους την έχουν διακόψει.
- Οι ερευνητές ξεκίνησαν από τη γνωστή σύνδεση της παρορμητικότητας και του αλκοόλ με τη βία. Προηγούμενες μελέτες έχουν ήδη δείξει ότι οι θεραπείες αυτές μειώνουν την επιθυμία για αλκοόλ, τσιγάρα ή τυχερά παιχνίδια.
- Οι αγωνιστές GLP-1 μιμούνται μια φυσική ορμόνη που επιδρά σε υποδοχείς του εγκεφάλου. Αυτοί οι υποδοχείς συνδέονται άμεσα με τη λήψη αποφάσεων, την ανταμοιβή, τον αυτοέλεγχο και τη διαχείριση του στρες.
- Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η μελέτη είναι παρατηρητική και δεν αποδεικνύει σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί εάν τα φάρμακα πράγματι προκαλούν αλλαγές στη συμπεριφορά ή αν υπάρχουν άλλοι παράγοντες.
Τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1, που έγιναν γνωστά κυρίως χάρη στην εντυπωσιακή αποτελεσματικότητά τους στην απώλεια βάρους και στον έλεγχο του σακχαρώδους διαβήτη, συνεχίζουν να εκπλήσσουν την επιστημονική κοινότητα. Εκτός από τη μείωση της όρεξης, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να παρατηρούν ότι οι συγκεκριμένες θεραπείες ενδέχεται να επηρεάζουν πολύ ευρύτερες λειτουργίες του εγκεφάλου, από την εξάρτηση από το αλκοόλ και άλλες ουσίες μέχρι τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι λαμβάνουν αποφάσεις.
Τι δείχνουν τα δεδομένα
Πρόκειται για ένα εύρημα που οι ίδιοι οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν με μεγάλη προσοχή. Δεν υποστηρίζουν ότι φάρμακα όπως το Ozempic ή το Wegovy μπορούν να «θεραπεύσουν» τη βία ή να μειώσουν από μόνα τους την εγκληματικότητα. Ωστόσο, τα δεδομένα που συγκέντρωσαν δείχνουν ότι τα άτομα που λαμβάνουν σήμερα αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 εμφανίζουν αισθητά ασθενέστερη σύνδεση ανάμεσα σε χαρακτηριστικά όπως η παρορμητικότητα και η εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών σε σχέση με όσους είχαν πάρει τα ίδια φάρμακα στο παρελθόν αλλά τα έχουν διακόψει.
Τα αποτελέσματα προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ερευνητών
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Rutgers στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι αξιοποίησαν στοιχεία από εθνικά αντιπροσωπευτική έρευνα σε περισσότερους από 7.500 ενήλικες. Από αυτούς, 821 συμμετέχοντες είχαν χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή φάρμακα GLP-1, ενώ σχεδόν 600 τα λάμβαναν κατά τη διάρκεια της έρευνας. Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτήσεις που αφορούσαν την κατανάλωση αλκοόλ, τον βαθμό παρορμητικότητας αλλά και την εμπλοκή τους σε βίαιες πράξεις μέσα στον τελευταίο χρόνο, με τη διαβεβαίωση ότι οι απαντήσεις τους θα παρέμεναν απολύτως εμπιστευτικές.
Τα αποτελέσματα προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ερευνητών. Στους ανθρώπους που εξακολουθούσαν να λαμβάνουν θεραπεία, η γνωστή σχέση ανάμεσα στην παρορμητικότητα και τη βίαιη συμπεριφορά ήταν σημαντικά πιο αδύναμη. Αντίστοιχη, αν και λιγότερο ξεκάθαρη, εικόνα καταγράφηκε και για τη σύνδεση μεταξύ κατανάλωσης αλκοόλ και βίας.
«Βλέπουμε αυτή τη μελέτη ως ένα πρώτο βήμα και όχι ως την οριστική απάντηση», τονίζει ο επικεφαλής της έρευνας, Ντάνιελ Σεμένζα, διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Μελέτης της Ένοπλης Βίας του Νιου Τζέρσεϊ, που λειτουργεί στο Πανεπιστήμιο Rutgers. Όπως εξηγεί, οι επιστήμονες της εγκληματολογίας γνωρίζουν εδώ και δεκαετίες ότι η παρορμητικότητα και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς. Η πιθανότητα τα φάρμακα GLP-1 να επηρεάζουν αυτούς τους μηχανισμούς αποτέλεσε την αφετηρία της μελέτης.
Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, οι συγκεκριμένες θεραπείες έχουν συνδεθεί με μια σειρά από επιδράσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τη διαχείριση του σωματικού βάρους. Κλινικές και παρατηρητικές μελέτες έχουν δείξει ότι αρκετοί ασθενείς αναφέρουν μικρότερη επιθυμία για αλκοόλ, τσιγάρα ή ακόμη και τυχερά παιχνίδια μετά την έναρξη της θεραπείας. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι αυτό σχετίζεται με την επίδραση των φαρμάκων στα εγκεφαλικά κυκλώματα που ρυθμίζουν την ανταμοιβή, την ευχαρίστηση και τον αυτοέλεγχο.
Οι αγωνιστές GLP-1 μιμούνται τη δράση μιας φυσικής ορμόνης του οργανισμού, η οποία εκκρίνεται μετά το φαγητό και συμβάλλει στη ρύθμιση της γλυκόζης και του αισθήματος κορεσμού. Τα τελευταία χρόνια όμως έχει γίνει σαφές ότι οι υποδοχείς της ορμόνης αυτής δεν βρίσκονται μόνο στο πάγκρεας ή στο πεπτικό σύστημα, αλλά και σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη λήψη αποφάσεων, την παρόρμηση, την ανταμοιβή και τη διαχείριση του στρες.
«Οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 φαίνεται να επηρεάζουν την επεξεργασία της ανταμοιβής, τις επιθυμίες, τη ρύθμιση του στρες και τον έλεγχο της συμπεριφοράς», σημειώνει ο Σεμένζα. «Μία πιθανή ερμηνεία των ευρημάτων μας είναι ότι τα φάρμακα αυτά μειώνουν τον βαθμό στον οποίο η παρορμητικότητα ή οι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με το αλκοόλ μετατρέπονται τελικά σε βίαιη συμπεριφορά.»
Παρά τη δημοσιότητα που ήδη έχει λάβει η έρευνα, οι ειδικοί επιμένουν ότι τα αποτελέσματα δεν πρέπει να οδηγήσουν σε βιαστικά συμπεράσματα. Η συγκεκριμένη μελέτη είναι παρατηρητική και εξετάζει μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Με άλλα λόγια, καταγράφει συσχετίσεις αλλά δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Είναι πιθανό να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που διαφοροποιούν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που λαμβάνουν σήμερα θεραπεία σε σχέση με όσους τη διέκοψαν.
Αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η λήψη Ozempic ή αντίστοιχων φαρμάκων μειώνει αυτομάτως την πιθανότητα εκδήλωσης βίαιης συμπεριφοράς ή ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως θεραπεία σε άτομα με ιστορικό επιθετικότητας. Οι ίδιοι οι ερευνητές απορρίπτουν μια τέτοια ερμηνεία.
«Αυτό που εντοπίσαμε είναι ένα μοτίβο που υποδηλώνει ότι τα φάρμακα GLP-1 ενδέχεται να επηρεάζουν βιολογικές και συμπεριφορικές διαδρομές οι οποίες σχετίζονται με τον κίνδυνο άσκησης βίας», εξηγεί ο Σεμένζα.
Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, είναι η αξιοποίηση πολύ μεγαλύτερων βάσεων δεδομένων που θα παρακολουθούν τους ίδιους ανθρώπους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μόνο έτσι θα μπορέσουν οι επιστήμονες να διαπιστώσουν αν η χρήση των φαρμάκων προηγείται πράγματι των αλλαγών στη συμπεριφορά ή αν πρόκειται για μια στατιστική συσχέτιση που επηρεάζεται από άλλους παράγοντες, όπως η βελτίωση της γενικής υγείας, η ψυχολογική κατάσταση ή οι αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται η χρήση των φαρμάκων GLP-1 παγκοσμίως καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να κατανοηθούν όλες οι επιδράσεις τους. Εκατομμύρια άνθρωποι τα λαμβάνουν πλέον όχι μόνο για τον διαβήτη αλλά και για την παχυσαρκία, ενώ οι επιστήμονες εξετάζουν ήδη αν μπορούν να αξιοποιηθούν σε παθήσεις όπως η λιπώδης νόσος του ήπατος, η άπνοια ύπνου, ορισμένες νευροεκφυλιστικές διαταραχές και οι εξαρτήσεις.
Η νέα μελέτη ανοίγει ακόμη ένα κεφάλαιο στη συζήτηση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο οι μεταβολικές θεραπείες αλληλεπιδρούν με τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν από μεγαλύτερες και αυστηρότερα σχεδιασμένες έρευνες, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια βαθύτερη κατανόηση των μηχανισμών που συνδέουν τη βιολογία με τη συμπεριφορά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η βία μπορεί να εξηγηθεί ή να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά μέσω της φαρμακευτικής αγωγής.
Όπως υπογραμμίζει ο Ντάνιελ Σεμένζα, «η επιστημονική κοινότητα μόλις αρχίζει να κατανοεί τις ευρύτερες επιδράσεις αυτών των φαρμάκων στη συμπεριφορά. Η μελέτη μας δείχνει ότι και οι συμπεριφορές που σχετίζονται με τη βία ίσως αποτελούν μέρος αυτής της συζήτησης, αλλά απαιτείται πολύ περισσότερη έρευνα πριν εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα».