Τις επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων, αλλά και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, περιγράφει στο iefimerida η καθηγήτρια Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου
Ο ιός του Δυτικού Νείλου έχει εξελιχθεί από μια σχετικά περιορισμένη ζωονόσο σε σημαντική απειλή δημόσιας υγείας για την Ευρώπη, υπογραμμίζουν ολοένα και περισσότεροι ειδικοί επιδημιολόγοι στη χώρα μας και την υπόλοιπη Ευρώπη. Η κλιματική αλλαγή, η αύξηση της θερμοκρασίας, οι μεταβολές στις βροχοπτώσεις, η αστικοποίηση και οι μεταβολές στους πληθυσμούς άγριων πτηνών και κουνουπιών διευκολύνουν την επιβίωση και τη γεωγραφική εξάπλωση των κουνουπιών Culex, με αποτέλεσμα μεγαλύτερες και συχνότερες περιόδους μετάδοσης.
Ενώ η πλειοψηφία των λοιμώξεων παραμένει ασυμπτωματική, 1 στις 5 περιπτώσεις εμφανίζει πυρετό, κεφαλαλγία, μυαλγίες και κόπωση. Η νευροδιεισδυτική νόσος εμφανίζεται σε λιγότερο από 1% των μολυσμένων, αλλά μπορεί να προκαλέσει μηνιγγο-εγκεφαλίτιδα. Πρόσφατη μελέτη στο έγκριτο περιοδικό JAMA Network Open έδειξε ότι η αυξανόμενη ηλικία, η χρόνια νεφρική και αγγειακή νόσος, η ανοσοκαταστολή και ορισμένες αιματολογικές κακοήθειες αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής νευρολογικής νόσου και θανάτου.
Καμπανάκι για τον ιό του Δυτικού Νείλου: Τα συμπτώματα που μπορεί να επιμείνουν για μήνες ή και χρόνια
Σύμφωνα με όσα εξηγεί σήμερα στο iefimerida η παθολόγος και καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, οι επιπτώσεις από την ως άνω εξέλιξη είναι πολύ σοβαρές:
«Σε ένα ικανό ποσοστό ατόμων μετά από την προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος μπορεί να παραμείνουν για μήνες ή και χρόνια κόπωση, μυϊκή αδυναμία, διαταραχές μνήμης και συγκέντρωσης, τρόμος, προβλήματα βάδισης, κατάθλιψη και μειωμένη λειτουργική ανεξαρτησία. Ανασκόπηση στο Νpj Viruses (2025) υπογραμμίζει ότι οι ιογενείς λοιμώξεις του εγκεφάλου μπορούν να αφήσουν νευρολογικά, νευροψυχιατρικά και συμπεριφορικά ελλείμματα σε ποσοστό των επιζώντων».
Επομένως, συνεχίζει η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, «το πραγματικό φορτίο του ιού του Δυτικού Νείλου υποεκτιμάται όταν μετρώνται μόνο τα οξέα κρούσματα και οι θάνατοι. Η αύξηση των κρουσμάτων που οδηγεί και σε περισσότερα περιστατικά με βαριά νευρολογική προσβολή σημαίνει περισσότερες νοσηλείες, ανάγκες αποκατάστασης και μακροχρόνιας φροντίδας, απώλεια ημερών εργασίας και αυξημένο κόστος για τα συστήματα Υγείας. Παράλληλα, οι χώρες καλούνται να επενδύουν περισσότερο σε εντομολογική επιτήρηση, καταπολέμηση κουνουπιών, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και έλεγχο αιμοδοσίας, αφού επηρεάζει την ασφάλεια του αίματος και των μεταμοσχεύσεων, καθώς απαιτούνται αυστηρότεροι έλεγχοι στις περιοχές κυκλοφορίας του ιού».
Σύμφωνα με την ίδια την καθηγήτρια, «η θνητότητα είναι ιδιαίτερα σημαντική στους ασθενείς με εγκεφαλίτιδα άνω των 60 ετών και μπορεί να προσεγγίσει το 10 με 20%. Επιπλέον, δεν υπάρχει ακόμη εγκεκριμένο εμβόλιο. Ήδη από το 2023, άρθρο στο New England Journal of Medicine υποστήριζε ότι το υψηλό φορτίο νοσηρότητας, θνητότητας και οικονομικού κόστους καθιστά αναγκαία την επανεξέταση της ανάπτυξης εμβολίου κατά του ιού αυτού. Στο NEJM είχε πρωτοδημοσιευθεί το 2001 η ιστορική επιδημία του ιού του Δυτικού Νείλου στη Νέα Υόρκη που αποτέλεσε και την πρώτη τεκμηριωμένη εμφάνιση του ιού στο δυτικό ημισφαίριο. Στη μελέτη εκείνη εντοπίστηκαν 59 νοσηλευόμενοι ασθενείς με επιβεβαιωμένη λοίμωξη και φάνηκε ότι η συχνότητα κλινικής νόσου στα άτομα 50 ετών και άνω ήταν περίπου 20 φορές μεγαλύτερη από ό,τι στους κάτω των 50 ετών».
Καμπανάκι για τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Ευρώπη -Πώς επηρεάζει η κλιματική αλλαγή
Για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, η επίπτωση είναι ακόμη ευρύτερη, μας εξηγεί η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και συμπληρώνει:
«Μελέτη στο Nature Communications το 2024 έδειξε ότι η κλιματική αλλαγή έχει ήδη συμβάλει στη χωρική επέκταση του ιού στην Ευρώπη, από τη Νότια Ευρώπη και τις Βαλκανικές χώρες, προς τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Βέλγιο. Περιοχές που παλαιότερα θεωρούνταν χαμηλού κινδύνου μπορούν πλέον να εμφανίζουν ενδημική κυκλοφορία. Το 2026, μελέτη στο JAMA Network Open κατέγραψε τα πρώτα αυτόχθονα περιστατικά στην περιοχή του Παρισιού και έδειξε μέσω γονιδιωματικής ανάλυσης συνεχιζόμενη εξάπλωση του lineage 2 στη Γαλλία. Αντίστοιχα, μελέτη στο Nature Communications έδειξε τοπική εγκατάσταση και ενίσχυση της κυκλοφορίας του ιού ακόμη και σε αστικό περιβάλλον στο Βερολίνο. Το 2025, δεδομένα από την Ολλανδία κατέδειξαν ότι η συνδυασμένη επιτήρηση ανθρώπων, πτηνών και κουνουπιών μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα την εγκατάσταση του ιού, αναδεικνύοντας τη σημασία της προσέγγισης One Health».
Τέλος, η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου επισημαίνει ότι «ιδιαίτερη σημασία έχει ότι δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένο ανθρώπινο εμβόλιο ούτε ειδική αντιική θεραπεία, επομένως η πρόληψη παραμένει το βασικό εργαλείο. Η γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού μπορεί να αυξήσει περαιτέρω το φορτίο, καθώς η ηλικία αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες κινδύνου. Παράλληλα, η αυξανόμενη χρήση ανοσοκατασταλτικών και αντικαρκινικών θεραπειών δημιουργεί μεγαλύτερη ομάδα ευάλωτων πολιτών».