Θα μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε ότι η απώλεια ακοής ή, πολύ περισσότερο, η κώφωση μπορεί να δυσκολέψει όχι μόνο την εξέταση ενός ασθενή από τον ψυχίατρο, αλλά ακόμη και τη διάγνωσή του; Πώς επικοινωνεί ένας ψυχίατρος με έναν βαρήκοο ή κωφό ασθενή στο ιατρείο του και πώς εκείνος μπορεί να διακρίνει ένα ψυχιατρικό σύμπτωμα από μια δυσκολία η οποία οφείλεται στην ίδια την επικοινωνία;
Η βαρηκοΐα και η κώφωση δεν αποτελούν από μόνες τους ψυχιατρικές διαταραχές. Μπορούν, όμως, να επηρεάσουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος επικοινωνεί, περιγράφει τη δυσφορία του και γίνεται κατανοητός κατά την ψυχιατρική εξέταση.
Τι επισημαίνει το άρθρο στο JAMA Psychiatry
Αυτό αναδεικνύει πρόσφατο άρθρο-παρέμβαση (Viewpoint) στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό JAMA Psychiatry*. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα κωφά και βαρήκοα άτομα αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, καθώς και ότι η επικοινωνιακή προσβασιμότητα αποτελεί μέρος της κλινικής επάρκειας του επαγγελματία Ψυχικής Υγείας.
Σύμφωνα, μάλιστα, με όσα εξηγεί σήμερα στο iefimerida ο ψυχίατρος, Δημήτρης Οικονόμου, με αφορμή το εν λόγω επιστημονικό άρθρο στο JAMA Psychiatry, “στην Ψυχιατρική, η αξιολόγηση δεν βασίζεται μόνο στο περιεχόμενο των λόγων ενός ανθρώπου, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εκείνος εκφράζεται, κατανοεί τις ερωτήσεις και συμμετέχει στη συνέντευξη. Όταν υπάρχουν δυσκολίες επικοινωνίας, μια καθυστέρηση στην απάντηση ή μια ασυνήθιστη διατύπωση μπορεί να παρερμηνευθούν, αν δεν ληφθούν υπόψη η ακοή, η γλώσσα και ο τρόπος επικοινωνίας του εξεταζόμενου”.
Η σημασία της ακοής, της γλώσσας και του τρόπου επικοινωνίας
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα πάντα με τον Δημήτρη Οικονόμου, “αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ψυχικό σύμπτωμα εξηγείται από τη βαρηκοΐα. Σημαίνει ότι ο ψυχίατρος χρειάζεται να συνεκτιμά την αισθητηριακή και γλωσσική εμπειρία του ανθρώπου, ώστε να διακρίνει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα συμπτώματα από τις δυσκολίες επικοινωνίας. Η ηλικία εμφάνισης της απώλειας ακοής, η χρήση νοηματικής γλώσσας και οι προτιμήσεις του ίδιου του ανθρώπου μπορεί να επηρεάσουν ουσιαστικά την κλινική αξιολόγηση”.
Οι ερωτήσεις που μπορούν να διευκολύνουν την επικοινωνία
Η φροντίδα αρχίζει με απλές, αλλά κρίσιμες ερωτήσεις, μας εξηγεί ο ίδιος: “Πώς προτιμάτε να επικοινωνούμε;”, “Θα σας βοηθούσε διερμηνέας νοηματικής γλώσσας;”, “Σας διευκολύνει να γράψουμε ορισμένα σημεία;”, κ.ά. Η επικοινωνία χρειάζεται να προσαρμόζεται στο συγκεκριμένο άτομο, με σεβασμό στην αυτονομία και την ιδιωτικότητά του”.
Τι ισχύει στην Ελλάδα
Και στην Ελλάδα, πάντως, το ζήτημα της ουσιαστικής πρόσβασης των κωφών και βαρήκοων ασθενών στο σύστημα Υγείας έχει καταγραφεί επισήμως. Μάλιστα, στην Έκθεση Προόδου για το 2024, της Ψηφιακής Πύλης για τα Άτομα με Αναπηρία (ΑμεΑ), επισημαίνεται η ανάγκη για την σύνταξη ενός ειδικού πρωτοκόλλου για την αντιμετώπιση και τη συμπεριφορά απέναντι σε κωφούς και βαρήκοους ασθενείς, ενώ προτείνεται ακόμη και η παρουσία διερμηνέα ελληνικής νοηματικής γλώσσας στα νοσοκομεία.
Η ίδια έκθεση αναφέρεται στην ανάγκη για την εξασφάλιση της επικοινωνίας μεταξύ ασθενών και ιατρικού προσωπικού, με διαφορετικές λύσεις ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ανθρώπου.
«Η προσβασιμότητα είναι μέρος της ποιότητας και της ακρίβειας της φροντίδας»
Τέλος, ο Δημήτρης Οικονόμου τονίζει στο iefimerida ότι “η σωστή ψυχιατρική εκτίμηση προϋποθέτει να κατανοούμε τον άνθρωπο με τον τρόπο που εκείνος μπορεί να επικοινωνήσει καλύτερα. Η προσβασιμότητα δεν είναι απλώς μια τυπική διευκόλυνση. Είναι μέρος της ποιότητας και της ακρίβειας της φροντίδας”.
*Williams J, Shapiro L, Petersen KH. “Deaf and Hard-of-Hearing Competency in Psychiatric Practice.” JAMA Psychiatry.
Δημοσιεύθηκε διαδικτυακά στις 23 Σεπτεμβρίου 2026.