Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της.
Η ενεργειακή κρίση, η πανδημία, οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι πιέσεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες κατέδειξαν ότι η εξάρτηση από τρίτες χώρες σε κρίσιμους τομείς μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό κίνδυνο για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και τη δημόσια υγεία.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η στρατηγική αυτονομία έχει αναδειχθεί σε βασικό στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, πέρα από την ενέργεια, τα μικροτσίπ ή τις κρίσιμες πρώτες ύλες, υπάρχει ένας τομέας που συχνά παραμένει εκτός δημόσιας συζήτησης, παρότι συνδέεται άμεσα με την υγεία εκατοντάδων χιλιάδων Ευρωπαίων πολιτών και αυτό δεν είναι άλλο από το ανθρώπινο πλάσμα.
Πρόκειται για μια αναντικατάστατη βιολογική πρώτη ύλη από την οποία παράγονται φάρμακα ζωτικής σημασίας για ασθενείς με σπάνιες, χρόνιες και συχνά απειλητικές για τη ζωή παθήσεις. Θεραπείες που χρησιμοποιούνται στην αιμορροφιλία, στις πρωτοπαθείς και δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες, σε νευρολογικές διαταραχές, σε αυτοάνοσα νοσήματα και σε μια διαρκώς διευρυνόμενη σειρά ιατρικών εφαρμογών.
Η σημασία τους είναι τέτοια ώστε η πλειονότητα των φαρμάκων που παράγονται από πλάσμα έχει ήδη ενταχθεί στη λίστα των κρίσιμων φαρμάκων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η πρόσβαση στο πλάσμα δεν αποτελεί απλώς ζήτημα επάρκειας πρώτων υλών. Αποτελεί ζήτημα ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας.
Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει από τα πλέον ανεπτυγμένα συστήματα υγείας στον κόσμο, εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές πλάσματος από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κρίσιμη πρώτη ύλη που λείπει από την ευρωπαϊκή εξίσωση της Υγείας
Σήμερα, περίπου το 40% των αναγκών της Ευρώπης σε πλάσμα για την παραγωγή φαρμάκων καλύπτεται από εισαγωγές από τις ΗΠΑ. Η εξάρτηση αυτή δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Αντανακλά ένα δομικό έλλειμμα στην ευρωπαϊκή παραγωγική αλυσίδα.
Όσο η Ευρώπη δεν συλλέγει επαρκείς ποσότητες πλάσματος εντός των συνόρων της, θα εξακολουθεί να εξαρτάται από εξωευρωπαϊκές πηγές για την πρόσβαση σε κρίσιμες θεραπείες. Η εμπειρία της πανδημίας λειτούργησε ως ηχηρή υπενθύμιση των κινδύνων. Οι περιορισμοί στις μετακινήσεις, οι δυσκολίες στις διεθνείς μεταφορές και η μείωση των δωρεών επηρέασαν άμεσα τη διαθεσιμότητα πλάσματος διεθνώς, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ισχυρότερη ευρωπαϊκή αυτάρκεια.
Τελικά, αποδεικνύεται πως η εξίσωση είναι απλή! Εάν η Ευρώπη θέλει να μειώσει την εξάρτησή της από τρίτες χώρες, πρέπει να αυξήσει σημαντικά τη συλλογή πλάσματος εντός ευρωπαϊκού εδάφους.
Η πλασμαφαίρεση ως κλειδί της λύσης
Το επόμενο ερώτημα είναι πώς μπορεί να συμβεί αυτό στην πράξη. Η απάντηση βρίσκεται στην πλασμαφαίρεση. Σήμερα, σημαντικό μέρος του πλάσματος προέρχεται από τον διαχωρισμό του από το ολικό αίμα κατά τη διαδικασία της αιμοδοσίας. Πρόκειται για μια πολύτιμη διαδικασία για τις ανάγκες των νοσοκομείων, η οποία όμως δεν μπορεί να καλύψει από μόνη της τις αυξανόμενες ανάγκες παραγωγής φαρμάκων από πλάσμα.
Η πλασμαφαίρεση λειτουργεί διαφορετικά. Πρόκειται για μια εξειδικευμένη διαδικασία κατά την οποία συλλέγεται αποκλειστικά πλάσμα, ενώ τα υπόλοιπα συστατικά του αίματος επιστρέφουν στον δότη. Και η διαφορά στην αποδοτικότητα είναι καθοριστική. Μια κλασική αιμοδοσία αποδίδει περίπου 250 έως 300 ml πλάσματος ανά δωρεά και μπορεί να πραγματοποιηθεί για περιορισμένο αριθμό και φορές κάθε χρόνο. Την ίδια στιγμή, η πλασμαφαίρεση μπορεί να αποδώσει έως και τριπλάσια ποσότητα πλάσματος ανά συνεδρία, ενώ επιτρέπει σημαντικά συχνότερες δωρεές.
Με απλά λόγια, αν η Ευρώπη θέλει να αυξήσει ουσιαστικά τη διαθεσιμότητα πλάσματος και να πλησιάσει τον στόχο της στρατηγικής αυτονομίας, η ανάπτυξη δικτύων πλασμαφαίρεσης αποτελεί μονόδρομο.
Οι χώρες που ήδη δείχνουν τον δρόμο & η θέση της Ελλάδας
Η ευρωπαϊκή εμπειρία μάς δίνει ένα πολύτιμο μάθημα και αποδεικνύει πως η λύση δεν βρίσκεται στη θεωρία, αλλά ήδη εφαρμόζεται. Σήμερα, σχεδόν το 50% του συνόλου του πλάσματος που συλλέγεται στην ήπειρό μας προέρχεται από ιδιωτικά κέντρα, που λειτουργούν στη Γερμανία, την Αυστρία, την Τσεχία και την Ουγγαρία. Οι χώρες αυτές έχουν υιοθετήσει συνεργατικά μοντέλα συλλογής, στα οποία δημόσιες δομές, μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί και ιδιωτικοί φορείς λειτουργούν συμπληρωματικά, με κοινό στόχο την αύξηση της συλλογής πλάσματος.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Οι συγκεκριμένες χώρες δεν καλύπτουν μόνο τις δικές τους ανάγκες, αλλά στηρίζουν ουσιαστικά και την επάρκεια πλάσματος σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πράξη φαίνεται πως η στρατηγική αυτονομία δεν είναι θεωρητική επιδίωξη. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, επενδύσεων και θεσμικών παρεμβάσεων. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για όλους!
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιόμορφη θέση. Παρότι οι ασθενείς μας χρησιμοποιούν φάρμακα που παράγονται από ανθρώπινο πλάσμα, η χώρα δεν συνεισφέρει στη συλλογή της πολύτιμης ουσίας για την παραγωγή αυτών των φαρμάκων. Δεν λειτουργούν κέντρα πλασμαφαίρεσης με στόχο την παραγωγή σκευασμάτων, ενώ το πλάσμα που συλλέγεται μέσω των αιμοδοσιών δεν αξιοποιείται στην παραγωγική αλυσίδα των plasma-derived medicinal products.
Η επόμενη μέρα απαιτεί δράση
Καθώς η Ελλάδα παραμένει απούσα από μια ευρωπαϊκή προσπάθεια που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, η επίτευξη ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας στο πλάσμα δεν μπορεί να προκύψει χωρίς πρωτοβουλίες από τα κράτη-μέλη. Απαιτούνται επενδύσεις σε υποδομές συλλογής, ανάπτυξη προγραμμάτων πλασμαφαίρεσης, ενίσχυση της ενημέρωσης των πολιτών, αξιοποίηση των βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών.
Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέπει τη μεγιστοποίηση της συλλογής πλάσματος με απόλυτο σεβασμό στην ασφάλεια των δοτών και των ασθενών. Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την παραγωγή φαρμάκων. Αφορά συνολικά την πρόσβαση των πολιτών σε κρίσιμες θεραπείες ανεξάρτητα από διεθνείς κρίσεις, γεωπολιτικές αναταράξεις ή προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Για την Ευρώπη τού αύριο, η στρατηγική αυτονομία στην Υγεία δεν θα κριθεί μόνο στα εργαστήρια, στα νοσοκομεία ή στα εργοστάσια παραγωγής φαρμάκων. Θα κριθεί και στην ικανότητά της να συλλέγει το πλάσμα που χρειάζεται για να διασφαλίσει τη θεραπεία των ασθενών της.