Ολοένα και συχνότερα βλέπουμε νέους ανθρώπους να συμμετέχουν σε «viral trends» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Κάποια από αυτά μπορεί να είναι ακίνδυνα και ευχάριστα, ενώ κάποια άλλα ιδιαίτερα επικίνδυνα ακόμα και απειλητικά για τη ζωή τους.
Με αφορμή το περιστατικό στο οποίο νεαροί γαντζώθηκαν έξω από βαγόνι του μετρό που βρισκόταν σε κίνηση και το βιντεοσκοπούσαν, με σκοπό να το ανεβάσουν στο TikTok, ανοίγει η συζήτηση για το ποιοι παράγοντες μπορεί να οδηγούν τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τους νέους και τους εφήβους σε τέτοιες επικίνδυνες συμπεριφορές.
Αυτές οι πράξεις δεν μπορούν να εξηγηθούν απλώς ως απερισκεψία ή ανωριμότητα, αντίθετα αποτελούν ένα αποτέλεσμα συνδυαστικών παραγόντων που εμπεριέχουν ατομικές, κοινωνικές, ψηφιακές και νευροαναπτυξιακές διαστάσεις.
«Αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, αλλά τον υποτιμούν», λέει στο iefimerida η ψυχοθεραπεύτρια, Γλυκερία Αποστολοπούλου
Σύμφωνα με όσα αναφέρει στο iefimerida.gr η συμβουλευτική ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια, Γλυκερία Αποστολοπούλου, «αρχικά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την αναπτυξιακή περίοδο στην οποία βρίσκονται οι έφηβοι και οι νέοι άνθρωποι. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, ο προμετωπιαίος φλοιός –η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τον αυτοέλεγχο, τη λήψη αποφάσεων και την αξιολόγηση κινδύνου– συνεχίζει να αναπτύσσεται μέχρι περίπου την ηλικία των 25 ετών. Παράλληλα, το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου ενεργοποιείται έντονα από την προσοχή, την αποδοχή και την αναγνώριση των συνομηλίκων. Αναλυτικότερα, οι γνωστικοί μηχανισμοί που σχετίζονται με την αξιολόγηση του κινδύνου και τον αυτοέλεγχο δεν έχουν ωριμάσει πλήρως, ενώ συγχρόνως η ανάγκη για κοινωνική αναγνώριση από την ομάδα είναι πολύ αυξημένη. Επομένως, η συμμετοχή σε διαδικτυακές τάσεις, ακόμα και όταν αυτές είναι επικίνδυνες, μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος ενίσχυσης της κοινωνικής τους ταυτότητας και της θέσης τους μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αναγνωρίζουν θεωρητικά τον κίνδυνο, αλλά στην πράξη τον υποτιμούν, ιδιαίτερα όταν υπάρχει η προσδοκία αποδοχής ή διαδικτυακής δημοσιότητας».
Η έκθεση των νέων σε επικίνδυνο διαδικτυακό περιεχόμενο και η αύξηση των πιθανοτήτων για μίμηση
Εξετάζοντας λίγο περισσότερο τον ψηφιακό παράγοντα, η Γλυκερία Αποστολοπούλου μας επισημαίνει ότι «δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τον τρόπο που είναι σχεδιασμένα τα social media. Οι αλγόριθμοι έχουν σχεδιαστεί για να μεγιστοποιούν την εμπλοκή των χρηστών. Επομένως, όταν ένα περιεχόμενο προκαλεί έντονη αντίδραση (όπως επικίνδυνες ή εντυπωσιακές συμπεριφορές), προωθείται περισσότερο. Έχει αποδειχθεί ότι όταν οι νέοι εκτίθενται συχνά σε επικίνδυνο διαδικτυακό περιεχόμενο, έχουν περισσότερες πιθανότητες να το μιμηθούν».
Έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Journal of Adolescent Health, έδειξε ότι έφηβοι που έβλεπαν συνομηλίκους τους να καταναλώνουν αλκοόλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να ξεκινήσουν, αλλά και να συνεχίσουν την κατανάλωση αλκοόλ, ακόμη και έναν χρόνο αργότερα.
Τι είναι το φαινόμενο FoMO και πώς πιέζονται οι νέοι για να συμμετέχουν σε viral challenges
Στην συνέχεια, η Γλυκερία Αποστολοπούλου αναφέρει στο iefimerida ότι «τα τελευταία χρόνια γίνεται λόγος για το φαινόμενο FoMO (Fear of missing out), το οποίο παρατηρείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και περιγράφει την αίσθηση ότι "οι άλλοι συμμετέχουν σε κάτι σημαντικό και εγώ το χάνω".
»Η ταχύτητα με την οποία διαδίδονται οι τάσεις στο διαδίκτυο δημιουργεί μια έντονη αίσθηση πίεσης για συμμετοχή, ωθώντας τους νέους να συμμετέχουν σε viral προκλήσεις χωρίς να υπολογίζουν τις πιθανές συνέπειες. Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, όλες τις παραπάνω διαστάσεις είναι σημαντικό να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε έμπρακτα για να περιορίσουμε την εμπλοκή των εφήβων και των νέων σε τάσεις, οι οποίες μπορεί να τους κοστίσουν ακόμα και την ίδια τη ζωή τους».
Πώς μπορούμε να αντιδράσουμε;
Το ερώτημα, το οποίο τίθεται πάντα και σε όλες τις περιπτώσεις είναι η δυνατότητα και το ενδεχόμενο να υπάρχουν πρακτικές, οι οποίες, εάν εφαρμοσθούν συστηματικά, θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην απομείωση τέτοιων φαινομένων. Η Γλυκερία Αποστολοπούλου μας εξηγεί σχετικά:
«Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες είναι ξεκάθαρες και περιλαμβάνουν τη συνεργασία της οικογένειας, του σχολείου και της πολιτείας για να αντιμετωπιστούν και να προληφθούν αντίστοιχα φαινόμενα. Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας (10-14 ετών), οι γονείς χρειάζεται να θέτουν περιορισμό στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αυξάνοντας σταδιακά την αυτονομία των παιδιών, ανάλογα με το στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής τους εξέλιξης. Είναι απαραίτητη η ανοιχτή επικοινωνία και η διαρκής συζήτηση γύρω από τη σωστή χρήση των social media, ώστε τα παιδιά να έχουν το δικό τους φίλτρο γύρω από το περιεχόμενο που βλέπουν στο διαδίκτυο και να μπορούν να κάνουν τον διαχωρισμό του τι είναι διασκεδαστικό και τι είναι επικίνδυνο. Φυσικά, η υποστηρικτική και ενσυναισθητική σχέση με τους γονείς μπορεί να διευκολύνει τους εφήβους να δομήσουν την ταυτότητά τους με υψηλή αίσθηση αξίας και εμπιστοσύνης στον εαυτό, κάτι που θα τους θωρακίσει και θα τους προστατεύσει από το να αναζητούν την αναγνώριση μέσω επικίνδυνων συμπεριφορών. υγχρόνως με την οικογενειακή υποστήριξη είναι αναγκαίο να ενταχθούν προγράμματα ψηφιακής ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης και στη σχολική κοινότητα, ώστε από μικρή ηλικία τα παιδιά να εκπαιδεύονται στο πώς θα γίνουν υπεύθυνοι ψηφιακοί πολίτες».