Μελέτη καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις στον κίνδυνο θνησιμότητας, όχι μόνο ανάλογα με την ποσότητα, αλλά και με το είδος του αλκοολούχου ποτού.
- Μια νέα μελέτη στο Ηνωμένο Βασίλειο, βασισμένη σε 340.000 ενήλικες, επιβεβαιώνει ότι η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας, ιδίως από καρκίνο και καρδιαγγειακά αίτια.
- Σε χαμηλά έως μέτρια επίπεδα, το κρασί συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο συνολικής και καρδιαγγειακής θνησιμότητας, αντίθετα με μπύρα, μηλίτη και αποστάγματα. Αυτό αποδίδεται εν μέρει σε βιοδραστικά συστατικά, όπως οι πολυφαινόλες.
- Ειδικοί εκφράζουν επιφυλάξεις για τα οφέλη του κρασιού, καθώς οι πολυφαινόλες δεν απορροφώνται αποτελεσματικά και τα δεδομένα βασίζονται σε αυτοαναφορές, δυσχεραίνοντας τη διάκριση αιτίας και συσχέτισης με υγιεινότερο τρόπο ζωής.
- Η επιστημονική κοινότητα, συμπεριλαμβανομένου του ΠΟΥ, τονίζει ότι δεν υπάρχει ασφαλές επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, η μείωση της κατανάλωσης παραμένει η ασφαλέστερη στρατηγική για την υγεία.
Σε μια περίοδο όπου φουντώνει η δημόσια συζήτηση γύρω από το αλκοόλ και την σχέση του με την υγεία, νέα επιστημονικά δεδομένα επιχειρούν να χαρτογραφήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις επιπτώσεις των διαφορετικών ποτών στον οργανισμό.
Μελέτη που παρουσιάστηκε προ ημερών στο ετήσιο συνέδριο του American College of Cardiology το 2026, βασισμένη σε δείγμα άνω των 340.000 ενηλίκων στο Ηνωμένο Βασίλειο, καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις στον κίνδυνο θνησιμότητας, όχι μόνο ανάλογα με την ποσότητα κατανάλωσης, αλλά και με το είδος του αλκοολούχου ποτού.
Η έρευνα, με διάρκεια παρακολούθησης 13 ετών, επιβεβαιώνει κατ’ αρχάς μια γνωστή διαπίστωση: η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο θανάτου. Συγκεκριμένα, τα υψηλά επίπεδα κατανάλωσης σχετίστηκαν με αύξηση 24% στη συνολική θνησιμότητα, 36% στη θνησιμότητα από καρκίνο και 14% στη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά αίτια.
Ποιο αλκοολούχο συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο
Το πραγματικό ενδιαφέρον, ωστόσο, εντοπίζεται στη διαφοροποίηση των αποτελεσμάτων σε χαμηλά έως μέτρια επίπεδα κατανάλωσης. Σε αυτή την κατηγορία, το κρασί φαίνεται να συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο τόσο συνολικής όσο και καρδιαγγειακής θνησιμότητας σε σχέση με την μπύρα, τον μηλίτη και τα αποστάγματα. Αντίθετα, τα υπόλοιπα ποτά εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο ακόμη και όταν καταναλώνονται σε αντίστοιχες ποσότητες.
Η πιο έντονη διαφοροποίηση καταγράφεται στα καρδιαγγειακά νοσήματα. Η χαμηλή έως μέτρια κατανάλωση κρασιού συσχετίστηκε με μείωση κατά 21% στον κίνδυνο καρδιαγγειακού θανάτου, ενώ για την μπύρα, τον μηλίτη και τα αποστάγματα ο αντίστοιχος κίνδυνος εμφανίζεται αυξημένος κατά περίπου 9%. Παράλληλα, ακόμη και σε μέτριες ποσότητες, τα ποτά αυτά συνδέθηκαν με αυξημένα ποσοστά συνολικής και αιτιολογικής θνησιμότητας.
Η εικόνα αυτή έχει οδηγήσει σε ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα βιοδραστικά συστατικά του κρασιού, ιδίως των ερυθρών ποικιλιών. Πολυφαινόλες όπως η ρεσβερατρόλη και το πρωτοκατεχουϊκό οξύ έχουν συνδεθεί με ευεργετικές επιδράσεις, όπως η αύξηση της «καλής» χοληστερόλης (HDL), η μείωση της αθηρωματικής πλάκας και η προστασία των αγγείων. Αντίστοιχα, το λευκό κρασί περιέχει αντιοξειδωτικές ουσίες που φαίνεται να περιορίζουν τις ελεύθερες ρίζες, οι οποίες σχετίζονται με χρόνιες παθήσεις.
Ωστόσο, οι ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί. «Ο οργανισμός δεν απορροφά αποτελεσματικά αυτές τις πολυφαινόλες», επισημαίνει ο έλληνας γιατρός Βασίλης Βασιλείου, μοριακός τοξικολόγος και διευθυντής του Yale Superfund Research Center, υπογραμμίζοντας ότι για να επιτευχθεί ουσιαστικό όφελος θα απαιτούνταν ποσότητες κατανάλωσης που υπερβαίνουν τα ασφαλή όρια. Με άλλα λόγια, τα πιθανά οφέλη του κρασιού παραμένουν περιορισμένα και δεν αντισταθμίζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το αλκοόλ.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά τη μεθοδολογία της έρευνας. Τα δεδομένα βασίζονται σε αυτοαναφορές των συμμετεχόντων, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα υποεκτίμησης της κατανάλωσης. Επιπλέον, πολλοί επιστήμονες επισημαίνουν ότι όσοι καταναλώνουν κρασί συχνά ακολουθούν συνολικά πιο υγιεινό τρόπο ζωής, γεγονός που δυσκολεύει τη διάκριση μεταξύ αιτίας και συσχέτισης. «Δεν μπορούμε να απομονώσουμε πλήρως την επίδραση του ποτού από τις υπόλοιπες συμπεριφορές», σημειώνει η επιδημιολόγος Αΐσα Μπράιαντ μιλώντας στο δίκτυο NBC.
Οι ορισμοί της κατανάλωσης που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη βασίζονται σε συγκεκριμένες ποσοτικές κλίμακες. Η χαμηλή κατανάλωση αντιστοιχεί σε έως 20 γραμμάρια καθαρού αλκοόλ ημερησίως για τους άνδρες και έως 10 για τις γυναίκες, ενώ η μέτρια φτάνει έως τα 40 και 20 γραμμάρια αντίστοιχα. Πρακτικά, αυτό μεταφράζεται περίπου σε ένα ποτό την ημέρα για τις γυναίκες και έως δύο για τους άνδρες, με υψηλότερα επίπεδα να θεωρούνται επιβαρυντικά.
Παρά τις διαφοροποιήσεις, η ευρύτερη επιστημονική κοινότητα παραμένει συγκρατημένη ως προς την ερμηνεία των ευρημάτων. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει επανειλημμένα τονίσει ότι δεν υπάρχει απολύτως ασφαλές επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ, ενώ και οι διατροφικές οδηγίες στις Ηνωμένες Πολιτείες εστιάζουν στον περιορισμό και όχι στην προώθηση της κατανάλωσης.
Η συζήτηση περιπλέκεται περαιτέρω από παρεμβάσεις φορέων της βιομηχανίας. Η Αμάντα Μπέργκερ, εκπρόσωπος του οργανισμού Distilled Spirits Council of the United States, αμφισβητεί τη διαφοροποίηση μεταξύ ποτών, υποστηρίζοντας ότι τα αποτελέσματα ενδέχεται να είναι παραπλανητικά. «Η επίδραση του αλκοόλ σχετίζεται με την αιθανόλη, όχι με το είδος του ποτού», σημειώνει, προσθέτοντας ότι η χρήση διαφορετικών προτύπων μέτρησης μπορεί να έχει επηρεάσει τα συμπεράσματα.
Πέρα από τις στατιστικές συσχετίσεις, οι επιπτώσεις της κατανάλωσης αλκοόλ στον οργανισμό είναι ευρέως τεκμηριωμένες. Η υπερβολική χρήση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων, ηπατικών παθήσεων και καρκίνου, ενώ επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία του εγκεφάλου και την ποιότητα του ύπνου. Επιπλέον, διαταράσσει το μικροβίωμα του εντέρου, αυξάνοντας τη φλεγμονή και την πιθανότητα εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί ειδικοί απορρίπτουν την ιδέα της κατανάλωσης αλκοόλ για λόγους υγείας. «Υπάρχουν πολύ ασφαλέστεροι τρόποι για να προστατεύσει κανείς την καρδιά του», σημειώνει η γιατρός Λόρα Κατένα, αναφέροντας τη διατροφή, την άσκηση και την αποφυγή καπνίσματος ως βασικούς παράγοντες.
Η μελέτη, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις που καταγράφει, δεν αναιρεί τη βασική αρχή που διατρέχει τη σύγχρονη ιατρική προσέγγιση: η κατανάλωση αλκοόλ πρέπει να γίνεται με μέτρο και επίγνωση των κινδύνων. Η διαφοροποίηση μεταξύ κρασιού, μπύρας και αποσταγμάτων μπορεί να προσφέρει ένα πιο λεπτομερές πλαίσιο κατανόησης, αλλά δεν μεταβάλλει το συνολικό συμπέρασμα ότι η μείωση της κατανάλωσης παραμένει η ασφαλέστερη στρατηγική.