Πώς διαμορφώνεται σήμερα η κατάσταση στην Ελλάδα - Τι δηλώνει στο Iefimerida η Ελισάβετ Προδρόμου, Γενική Γραμματέας του PhARMA Innovation Forum (PIF) Greece και Διευθύνουσα Σύμβουλος της Bristol-Myers Squibb Ελλάδας.
Η πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Σε ένα σύστημα που καλείται να καλύψει ολοένα αυξανόμενες ανάγκες με ανεπαρκείς δημόσιους πόρους, η φαρμακευτική πολιτική έχει μετατοπιστεί σταδιακά από τη διασφάλιση της πρόσβασης στη διαχείριση του κόστους, με αποτέλεσμα η ισορροπία να γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη.
Οι καινοτόμες θεραπείες για σοβαρές χρόνιες παθήσεις αποτελούν θεμελιώδη πυλώνα ενός σύγχρονου και βιώσιμου συστήματος υγείας και ταυτόχρονα μια πραγματική ευκαιρία ζωής για τους ασθενείς. Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά της προόδου που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια: στο μεταστατικό μελάνωμα, η πενταετής επιβίωση έχει αυξηθεί από 5% σε 50%, ενώ νόσοι που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ανίατες, πλέον είτε θεραπεύονται πλήρως, όπως η ηπατίτιδα C, είτε καθίστανται χρόνιες όπως ο HIV και η κυστική ίνωση.
Ωστόσο, η πρόοδος αυτή δεν είναι δεδομένη. Για να συνεχίσει να αποτυπώνεται σε πραγματική αξία για τους ασθενείς, απαιτείται ένα περιβάλλον που να αναγνωρίζει, να μετρά και να επιβραβεύει την κλινική αξία των νέων θεραπειών. Στην Ελλάδα, τα καινοτόμα φάρμακα βρίσκονται σήμερα υπό ασφυκτική πίεση, κυρίως λόγω της ακραίας υπερφορολόγησης διαμέσου του υψηλότερου clawback στην Ευρώπη.
Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας συγκαταλέγεται στις χώρες με τις χαμηλότερες τιμές φαρμάκων στην Ευρωζώνη, οι υποχρεωτικές επιστροφές διαμορφώνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Το 2024, το clawback για τα νοσοκομειακά φάρμακα άνω των 30 ευρώ έφτασε έως και το 75%, ενώ στον ΕΟΠΥΥ άγγιξε το 62,7%. Στην πράξη, το μεγαλύτερο μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης καλύπτεται από τις ίδιες τις εταιρείες, τοποθετώντας την Ελλάδα σε ένα από το χαμηλότερα επίπεδα δημόσιας επένδυσης στο φάρμακο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με μια βαθύτερη ανισορροπία. Την περίοδο 2020–2022, η συνολική φαρμακευτική δαπάνη αυξήθηκε κατά περίπου 20%, ενώ η δημόσια δαπάνη αυξήθηκε μόλις κατά 5%. Η διαφορά αυτή μεταφέρεται συστηματικά στον ιδιωτικό τομέα, δημιουργώντας ένα μοντέλο χρηματοδότησης που δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο μακροπρόθεσμα.
Οι επιπτώσεις της υποχρηματοδότησης δεν ανήκουν πλέον στο επίπεδο της πρόβλεψης, αλλά αποτυπώνονται ήδη με σαφήνεια στην πράξη. Τα στοιχεία της EFPIA δείχνουν ότι η διαθεσιμότητα νέων καινοτόμων θεραπειών στην Ελλάδα υποχωρεί τα τελευταία χρόνια. Πιο πρόσφατα, τρία καινοτόμα φάρμακα στην ογκολογία και την αιματολογία αποσύρθηκαν από την ελληνική αγορά, ενώ παράλληλα καταγράφεται σταδιακή υποχώρηση της επενδυτικής παρουσίας πολυεθνικών εταιρειών στη χώρα, με περιορισμό δραστηριοτήτων, λιγότερες επενδύσεις στην κλινική έρευνα και απώλεια εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Στη σημερινή συγκυρία η κατάσταση είναι ακόμη πιο επείγουσα, καθώς σημαντικός αριθμός κρίσιμων νοσοκομειακών θεραπειών βρίσκεται σε εκκρεμότητα διαπραγμάτευσης, με υπαρκτό τον κίνδυνο, εφόσον δεν επιτευχθούν βιώσιμες συμφωνίες, να ακολουθήσουν νέες αποσύρσεις.
Το ήδη επιβαρυμένο αυτό περιβάλλον επηρεάζεται πλέον και από τις διεθνείς εξελίξεις στη φαρμακευτική πολιτική. Η συζήτηση γύρω από πολιτικές τύπου Most Favoured Nation (MFN) στις Ηνωμένες Πολιτείες εισάγει μια νέα δυναμική, καθώς συνδέει τις τιμές των φαρμάκων στις ΗΠΑ με τις χαμηλότερες τιμές άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων ευρωπαϊκών. Αυτό δημιουργεί ένα ισχυρό αντικίνητρο για την έγκαιρη κυκλοφορία νέων θεραπειών σε αγορές χαμηλών τιμών. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ήδη σημαντική μείωση στα νέα λανσαρίσματα φαρμάκων στην Ευρώπη στο δεκάμηνο μετά την εισαγωγή αυτής της πολιτικής στις αρχές του 2025, σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα. Σε αυτή τη συγκυρία, χώρες όπως η Ελλάδα, που συνδυάζουν χαμηλές τιμές με εξαιρετικά υψηλά επίπεδα υποχρεωτικών επιστροφών, βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, με αυξημένο κίνδυνο καθυστερήσεων ή περιορισμού της πρόσβασης σε νέες θεραπείες.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες αυξάνονται και η επιστημονική πρόοδος επιταχύνεται, η διαμόρφωση ενός σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου αποτελεί αναγκαία συνθήκη για τη διασφάλιση της πρόσβασης στην καινοτομία. Το PhARMA Innovation Forum έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η ανάληψη της δημοσιονομικής ευθύνης για τα μέτρα προστατευτισμού από το κράτος, η θέσπιση ανώτατου ορίου συνυπευθυνότητας για τα καινοτόμα φάρμακα και ένας σαφής σχεδιασμός για τη σταδιακή αποκλιμάκωση των υποχρεωτικών επιστροφών την περίοδο 2026–2027. Παράλληλα, απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου συνεργασίας μεταξύ Πολιτείας και φαρμακευτικής βιομηχανίας, με κοινά συμφωνημένους στόχους και μηχανισμούς παρακολούθησης.
Ο χρόνος λειτουργεί πλέον εις βάρος των ασθενών και της βιωσιμότητας του συστήματος. Η ανάγκη για άμεσες και στοχευμένες παρεμβάσεις είναι επιτακτική, καθώς το διακύβευμα αφορά την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες σήμερα.
Η Ελλάδα δεν είναι και δεν πρέπει να γίνει ουραγός της Ευρώπης. Με ένα πιο ισορροπημένο και προβλέψιμο πλαίσιο, ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης και σύγχρονα εργαλεία διαχείρισης της δαπάνης, μπορεί να διασφαλιστεί ένα βιώσιμο σύστημα υγείας που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ασθενών με συνέπεια και προοπτική.