Τα τελευταία χρόνια, η νόσος Alzheimer, που είναι η συχνότερη αιτία άνοιας παγκοσμίως, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μεγάλης αλλαγής.
Για πρώτη φορά εμφανίζονται θεραπείες που δεν στοχεύουν μόνο στα συμπτώματα της νόσου, αλλά επιχειρούν να επηρεάσουν τον ίδιο τον βιολογικό μηχανισμό.
Στην πρώτη γραμμή τα μονοκλωνικά αντισώματα
Στην πρώτη γραμμή αυτής της νέας προσέγγισης βρίσκονται τα μονοκλωνικά αντισώματα, τα «νέα φάρμακα» που ακούγονται όλο και συχνότερα σε σχετικές ειδήσεις και συζητήσεις με οικογένειες ασθενών.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει χαρακτηριστικά στο iefimerida ο καθηγητής Νευρολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σωκράτης Παπαγεωργίου, “τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι ειδικές πρωτεΐνες που σχεδιάζονται και παράγονται στο εργαστήριο, ώστε να αναγνωρίζουν με μεγάλη ακρίβεια έναν συγκεκριμένο «στόχο» στον οργανισμό. Στη νόσο Alzheimer, τα αντισώματα αυτά στοχεύουν το β-αμυλοειδές, μια πρωτεΐνη που συσσωρεύεται στον εγκέφαλο σχηματίζοντας τις αμυλοειδικές πλάκες, ένα από τα χαρακτηριστικά «αποτυπώματα» της νόσου. Η βασική ιδέα, με απλά λόγια, είναι η εξής: αν βοηθήσουμε το ανοσοποιητικό σύστημα κατάλληλα να «καθαρίσει» το αμυλοειδές ή να περιορίσει τη συσσώρευσή του, ίσως επιβραδύνουμε μερικώς την εξέλιξη της νόσου, ιδιαίτερα στα πολύ αρχικά στάδια. Δεν μιλάμε για θεραπεία με την έννοια της πλήρους ίασης, αλλά για επιβράδυνση της επιδείνωσης σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς”.
Τα μονοκλωνικά αντισώματα δεν προορίζονται για όλα τα στάδια του Alzheimer
Όμως, εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο σημείο που συχνά παρερμηνεύεται. Σύμφωνα με όσα εξηγεί στο iefimerida η ειδική νευρολόγος και επιστημονική συνεργάτης του πανεπιστημιακού νοσοκομείου της Αθήνας “Αιγινήτειο”, Θάλεια Αγγελοπούλου, “τα μονοκλωνικά αντισώματα δεν προορίζονται για όλα τα στάδια του Alzheimer. Η επιστημονική εμπειρία μέχρι τώρα δείχνει ότι η πιθανή ωφέλεια αφορά κυρίως ανθρώπους με ήπια νοητική διαταραχή λόγω Alzheimer ή με πολύ πρώιμη άνοια Alzheimer, δηλαδή όταν τα συμπτώματα έχουν ξεκινήσει, αλλά η καθημερινή λειτουργικότητα δεν έχει επηρεασθεί σε μεγάλο βαθμό. Επιπλέον, πριν καν συζητηθεί μια τέτοια θεραπεία, χρειάζεται επιβεβαίωση ότι υπάρχει αυτό που λέμε η «βιολογική υπογραφή» της νόσου Alzheimer, δηλαδή ότι στον εγκέφαλο υπάρχει παθολογική συσσώρευση αμυλοειδούς. Αυτό συνήθως τεκμηριώνεται με ειδικές εξετάσεις, όπως συγκεκριμένους βιοδείκτες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό μετά από οσφυονωτιαία παρακέντηση. Δεν αρκεί επομένως μόνο η κλινική εικόνα, απαιτείται και βιολογική επιβεβαίωση της νόσου Αλτσχάιμερ”.
Το μεγαλύτερο κέρδος αυτών των θεραπειών είναι η πιθανότητα να κερδίσουμε χρόνο
Ο Σωκράτης Παπαγεωργίου σχετικοποιεί ακόμη περισσότερο αυτή την φαινομενικά επαναστατική θεραπευτική φαρμακευτική επιλογή για τους ασθενείς με ήπιο ή αρχόμενο Αλτσχάιμερ, μία επιλογή, η οποία, όμως, είναι πολύ ουσιαστική, χρήσιμη και πολύτιμη για τους εν λόγω ασθενείς. Μας εξηγεί ο καθηγητής:
“Το μεγαλύτερο κέρδος αυτών των θεραπειών είναι η πιθανότητα να κερδίσουμε χρόνο, καθυστερώντας την επιδείνωση της μνήμης και της καθημερινής λειτουργικότητας, ώστε ο άνθρωπος να παραμείνει περισσότερο ανεξάρτητος. Αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγάλη αξία όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για την οικογένεια, που συχνά σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της φροντίδας. Όμως, είναι εξίσου σημαντικό να καταστήσουμε σαφές τι δεν κάνουν τα συγκεκριμένα φάρμακα: δεν μπορούν να «εξαφανίζουν» τη νόσο, δεν επαναφέρουν πλήρως χαμένες λειτουργίες και δεν είναι πανάκεια. Η νόσος Alzheimer είναι πολύπλοκη: εκτός από το αμυλοειδές εμπλέκονται και άλλοι μηχανισμοί, όπως η παθολογική συσσώρευση της πρωτεΐνης tau, η φλεγμονή, η αγγειακή επιβάρυνση και παράγοντες τρόπου ζωής. Γι’ αυτό και η σύγχρονη αντιμετώπιση τείνει να είναι πολυδιάστατη: έγκαιρη και σωστή διάγνωση, φαρμακευτικές παρεμβάσεις όπου ενδείκνυνται, αλλά και έμφαση σε σωματική άσκηση, ρύθμιση των αγγειακών παραγόντων κινδύνου, καλό ύπνο, κοινωνική δραστηριότητα και νοητική ενδυνάμωση”.
Από την δική της πλευρά, η Θάλεια Αγγελοπούλου συμπληρώνει σχετικά:
“Όπως κάθε ιατρική παρέμβαση, έτσι και τα μονοκλωνικά αντισώματα έχουν πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που απαιτούν προσοχή. Η πιο συζητημένη είναι ένα φαινόμενο που στις εξετάσεις μαγνητικής τομογραφίας μπορεί να εμφανιστεί ως οίδημα ή μικροαιμορραγίες στον εγκέφαλο (γνωστό ως ARIA). Στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να είναι ήπιο ή και ασυμπτωματικό, αλλά σε ορισμένους ασθενείς χρειάζεται διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας και στενή παρακολούθηση. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία δεν είναι απλώς «παίρνω ένα χάπι»: συχνά προϋποθέτει οργανωμένο πρόγραμμα, εξειδικευμένη ομάδα, συστηματικές απεικονιστικές εξετάσεις και σαφή κριτήρια επιλογής”.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η έλευση των μονοκλωνικών αντισωμάτων έχει αναβαθμίσει ακόμα περισσότερο την αδιαμφισβήτητη αξία της έγκαιρης και της σωστής διάγνωσης. Μάλιστα, ο Σωκράτης Παπαγεωργίου παρατηρεί σχετικά ότι “όταν μια θεραπεία μπορεί να έχει νόημα κυρίως στα πρώτα στάδια, τότε η έγκαιρη αξιολόγηση της μνήμης και των νοητικών αλλαγών έχει εξαιρετική σημασία”.
Βρισκόμαστε στις απαρχές μίας πραγματικής επανάστασης στην θεραπευτική αντιμετώπιση του Αλτσχάιμερ; Ουδείς στον κόσμο είναι σε θέση να απαντήσει με σχετική βεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, με τα νέα φάρμακα για τη νόσο Alzheimer, μπαίνουμε σε μια νέα εποχή, όπου η επιστήμη αρχίζει να «αγγίζει» όλο και περισσότερο τους μηχανισμούς της νόσου. Η αρχή θα είναι το ήμισυ του παντός; Θα δείξει…
Ποια είναι η νόσος Αλτσχάιμερ
Σύμφωνα με τα στοιχεία, τα οποία μας δίνει η Εταιρεία Alzhaimer Αθηνών.
Η νόσος Αλτσχάιμερ είναι η πιο συχνή αιτία άνοιας (60-70% του συνόλου). Άλλες νοσολογικές οντότητες που οδηγούν σε άνοια είναι η αγγειακή άνοια (άνοια λόγω εγκεφαλικών επεισοδίων), η Παρκινσονική άνοια (άνοια ως αποτέλεσμα της νόσου του Πάρκινσον), η άνοια με σωμάτια Lewy, η μετωποκροταφική άνοια κλπ.
Οι αιτίες της νόσου Αλτσχάιμερ δεν είναι συνολικά γνωστές. Οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου είναι η γενετική προδιάθεση και η αύξηση της ηλικίας, παράγοντες μη τροποποιήσιμοι. Ο κίνδυνος για ανάπτυξη άνοιας αυξάνεται με τη γήρανση και η νόσος είναι εξαιρετικά συχνή στις μεγάλες ηλικίες; 2% του πληθυσμού ηλικίας 65-74 έχει άνοια, ποσοστό που ανεβαίνει στο 19% για τις ηλικίες 75-84 και στο 42% για τους μεγαλύτερους των 85 ετών. Μια συχνή ωστόσο παρανόηση είναι ότι η έκπτωση των νοητικών ικανοτήτων αποτελεί τμήμα της φυσιολογικής διαδικασίας της γήρανσης. Είναι σήμερα γνωστό ότι αυτό δεν είναι σωστό. Όσο μεγαλώνουμε, ορισμένοι από εμάς θα νοσήσουν και ορισμένοι δε θα νοσήσουν από άνοια.
Η νόσος Αλτσχάιμερ χαρακτηρίζεται από την εναπόθεση στον εγκέφαλο δύο παθολογικών πρωτεϊνών, του β αμυλοειδούς και της τ πρωτεΐνης που προκαλούν εκφύλιση των νευρώνων του. Τα συμπτώματα της είναι: διαταραχές μνήμης, διαταραχές της ικανότητας κατανόησης και έκφρασης του λόγου, διαταραχές της κρίσης, απώλεια προσανατολισμού στο χώρο και χρόνο και έκπτωση καθημερινής λειτουργικότητας. Επίσης υπάρχουν αλλαγές στην προσωπικότητα, συχνά σωματικά ενοχλήματα και ψυχιατρικά συμπτώματα όπως απάθεια, κατάθλιψη, επιθετικότητα, ευερεθιστότητα, αρνητισμός, παραλήρημα και ψευδαισθήσεις. Από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τα τελικά στάδια της νόσου μεσολαβούν κατά μέσο όρο 10 χρόνια.
Η έναρξη της νόσου Αλτσχάιμερ είναι αργή και προοδευτική, με τα συμπτώματα να εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε άτομο και να επιδεινώνονται με την πρόοδο της νόσου. Συνήθως, αλλά όχι απαραίτητα, οι διαταραχές της μνήμης είναι το πρωιμότερο σύμπτωμα, ακολουθούμενο από τα υπόλοιπα. Τα άλλα ανοϊκά σύνδρομα εμφανίζουν παρόμοια προϊούσα εκπτωτική εικόνα.