Σύμφωνα με έρευνα του Karolinska Institute, η «νοητικά ενεργή» καθιστική συμπεριφορά μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
- Η έρευνα του Karolinska Institute υπογραμμίζει ότι η «νοητικά ενεργή» καθιστική ζωή, όπως το διάβασμα ή η εργασία, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο άνοιας, σε αντίθεση με την παθητική παρακολούθηση τηλεόρασης.
- Η μελέτη κατατάσσει τις καθιστικές δραστηριότητες σε «νοητικά ενεργές» και «νοητικά παθητικές», δείχνοντας ότι οι παθητικές δραστηριότητες συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο άνοιας, ενώ η ενεργητική ενασχόληση έχει αντίθετα οφέλη.
- Οι ειδικοί επισημαίνουν τις επιπτώσεις της σύγχρονης ψηφιακής ζωής, όπως η χρήση κινητών και social media, στη συγκέντρωση και την ικανότητα επεξεργασίας πληροφοριών, συνδέοντας την παθητική κατανάλωση περιεχομένου με αρνητικές επιπτώσεις.
- Παρά τους περιορισμούς της μελέτης, το μήνυμα παραμένει: η μείωση της καθιστικής ζωής και η αύξηση της κίνησης και της νοητικής δραστηριότητας είναι σημαντικές για την πρόληψη της άνοιας, καθώς οι βιολογικοί μηχανισμοί παραμένουν σταθεροί.
Η καθιστική ζωή έχει εδώ και χρόνια συνδεθεί με σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία, όμως μια νέα μελέτη έρχεται να διαφοροποιήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο, γιατί δεν είναι απλώς το πόσο κάθεται κανείς, αλλά το τι κάνει όσο κάθεται. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Karolinska Institute στη Στοκχόλμη, η «νοητικά ενεργή» καθιστική συμπεριφορά μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας, ακόμη και σε ανθρώπους που περνούν πολλές ώρες σε αδράνεια.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε πριν από μερικές ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Preventive Medicine, βασίστηκε σε δείγμα 20.811 ενηλίκων από τη Σουηδία, κυρίως γυναίκες ηλικίας 35 έως 64 ετών. Οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν αρχικά το 1997 για τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας και τον χρόνο που αφιέρωναν καθημερινά σε διαφορετικού τύπου καθιστικές δραστηριότητες. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, οι ερευνητές επανήλθαν για να αξιολογήσουν την εμφάνιση άνοιας και να εντοπίσουν πιθανές συσχετίσεις.
Το βασικό συμπέρασμα
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: δεν είναι όλες οι ώρες καθιστικής ζωής ίδιες. Δραστηριότητες όπως το πλέξιμο, το διάβασμα, η επίλυση γρίφων ή ακόμη και η εργασία σε γραφείο ενεργοποιούν τον εγκέφαλο και λειτουργούν προστατευτικά. Αντίθετα, η παθητική κατανάλωση περιεχομένου - όπως η παρακολούθηση τηλεόρασης - συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο γνωστικής φθοράς.
«Ο εγκέφαλος λειτουργεί σαν μυς»
Ο Ματς Χάλγκρεν, βασικός ερευνητής της μελέτης, συνοψίζει τη λογική πίσω από τα ευρήματα με έναν απλό αλλά εύγλωττο τρόπο: «Ο εγκέφαλος λειτουργεί σαν μυς». Όπως εξηγεί, η παρατεταμένη αδράνεια μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις περιοχές που σχετίζονται με τη μνήμη και τη μάθηση. «Η καθιστική συμπεριφορά συνδέεται με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για άνοια, όπως η υπέρταση, οι καρδιακές παθήσεις, ο διαβήτης και η παχυσαρκία», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι η νοητική ενεργοποίηση μπορεί να αντισταθμίσει μέρος αυτής της επιβάρυνσης.
Στο πλαίσιο της έρευνας, οι επιστήμονες κατέταξαν τις καθιστικές δραστηριότητες σε δύο βασικές κατηγορίες: «νοητικά ενεργές» και «νοητικά παθητικές». Στην πρώτη εντάσσονται δραστηριότητες που απαιτούν συγκέντρωση και γνωστική επεξεργασία, όπως η εργασία σε υπολογιστή, η συμμετοχή σε συναντήσεις ή η ενασχόληση με χειροτεχνίες. Στη δεύτερη περιλαμβάνονται δραστηριότητες όπου ο εγκέφαλος λειτουργεί περισσότερο ως δέκτης παρά ως ενεργός επεξεργαστής, όπως η τηλεόραση ή η απλή ακρόαση μουσικής χωρίς άλλη εμπλοκή.
Τα αποτελέσματα ήταν ενδεικτικά. Οι συμμετέχοντες που περνούσαν περισσότερο χρόνο σε παθητικές καθιστικές δραστηριότητες εμφάνισαν «σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο» ανάπτυξης κάποιας μορφής άνοιας. Αντίθετα, η αύξηση της νοητικά ενεργής συμπεριφοράς είχε μετρήσιμα οφέλη.
Συγκεκριμένα, η προσθήκη μίας ώρας ημερησίως σε τέτοιες δραστηριότητες συνδέθηκε με μείωση του κινδύνου κατά 4%. Όταν μία ώρα παθητικής δραστηριότητας αντικαθίστατο από ενεργή, η μείωση έφτανε το 7%, ενώ ο συνδυασμός σωματικής άσκησης και νοητικής ενεργοποίησης οδηγούσε σε μείωση έως και 11%.
Η επίδραση της σύγχρονης ψηφιακής ζωής στον εγκέφαλο
Η συζήτηση για την επίδραση της σύγχρονης ψηφιακής ζωής στον εγκέφαλο δεν θα μπορούσε να λείπει. Αν και η αρχική συλλογή δεδομένων έγινε σε μια εποχή πριν από την εμφάνιση των smartphones και των κοινωνικών δικτύων, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι βασικοί μηχανισμοί παραμένουν ίδιοι. Ο Χουσεΐν Γιασίν, καθηγητής νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, εκτιμά ότι η εκτεταμένη χρήση κινητών και social media ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά τη συγκέντρωση.
«Επηρεάζει την ικανότητά σας να επεξεργάζεστε πληροφορίες και ενδεχομένως να δημιουργείτε συνάψεις σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη συγκέντρωση», αναφέρει. «Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να συγκεντρωθείτε σε κάτι σοβαρό, μπορεί να είστε λιγότερο ικανοί, γιατί τα νευρωνικά σας δίκτυα έχουν “καταληφθεί” από αυτή την παθητική πρόσληψη».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Άνταμ Μπρίκμαν, καθηγητής νευροψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, τονίζει ότι η έκρηξη του περιεχομένου μικρής διάρκειας έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο περνάμε τον χρόνο μας. «Αν σκεφτεί κανείς πόσο χρόνο περνούν σήμερα, όχι μόνο τα παιδιά αλλά και οι ενήλικες, καταναλώνοντας παθητικά περιεχόμενο που δύσκολα θα χαρακτήριζε κανείς νοητικά διεγερτικό, είναι σαφώς πολύ περισσότερος σε σχέση με το 1997», σημειώνει. Αναφερόμενος στην έννοια του λεγόμενου «brain rot», επισημαίνει ότι η συνεχής, μηχανική κύλιση από βίντεο σε βίντεο μπορεί να συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και διαταραχών που σχετίζονται με το στρες.
Παρά τις επισημάνσεις αυτές, οι ερευνητές αναγνωρίζουν και τους περιορισμούς της μελέτης. Τα δεδομένα βασίζονται σε αυτοαναφορές, γεγονός που αφήνει περιθώρια για σφάλματα ή υποκειμενικές εκτιμήσεις. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα η αιτιώδης σχέση: είναι πιθανό άτομα με αυξημένο κίνδυνο άνοιας να τείνουν ήδη προς πιο παθητικές δραστηριότητες. Η έλλειψη σύγχρονων ψηφιακών παραμέτρων, όπως η χρήση κοινωνικών δικτύων, αποτελεί επίσης σημαντικό κενό.
Ωστόσο, το βασικό μήνυμα παραμένει ίδιο. Όπως το διατυπώνει ο Χάλγκρεν, «οι βιολογικοί μηχανισμοί που επηρεάζουν την άνοια είναι οι ίδιοι σήμερα όπως ήταν και πριν από 30 χρόνια». Η σύστασή του συνοψίζεται σε μια απλή οδηγία: «Καθίστε λιγότερο και κινηθείτε περισσότερο και πιο συχνά».