Δεν απαιτείται rapid test για τον ιό του Δυτικού Νείλου, υποστήριξε σήμερα ο υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους, και ο ίδιος διευκρίνισε ότι ο έλεγχος για τον ιό του Δυτικού Νείλου διενεργείται στο νοσοκομείο, όταν υπάρχει σοβαρό περιστατικό.
«Ο ιός δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, επομένως δεν έχει νόημα το rapid test με τον τρόπο που το είχαμε συνηθίσει», σχολίασε ο κ. Θεμιστοκλέους σε συνέντευξή του στον ΑΝΤ1.
Και εδώ ακριβώς, σε αυτήν τη φράση του Μάριου Θεμιστοκλέους -δηλαδή, στο «με τον τρόπο που το είχαμε συνηθίσει»- βρίσκεται όλη η ουσία.
Γαζούλη: Η ΕΕ επενδύει στην ανάπτυξη των εργαλείων που μπορεί να χρειαστούν τα συστήματα Υγείας τα επόμενα χρόνια
Κι αυτό, γιατί, από τη δική της πλευρά, η καθηγήτρια Βιολογίας, Γενετικής και Νανοϊατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρία Γαζούλη, η οποία είναι επικεφαλής της ελληνικής ομάδας ειδικών επιστημόνων που θα συμμετάσχει από την 1η Οκτωβρίου 2026 στη διεθνή μελέτη για τη δημιουργία ενός νέου τύπου rapid test για τέσσερις «εξωτικούς» ιούς, αναφέρει χαρακτηριστικά σήμερα στο iefimerida:
«Τα νοσήματα που μεταδίδονται από κουνούπια δεν αποτελούν πλέον ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τροπικές ή μακρινές χώρες. Ο ιός του Δυτικού Νείλου είναι ήδη γνωστός στην Ελλάδα, ενώ λοιμώξεις όπως ο δάγκειος πυρετός, ο Zika και η chikungunya απασχολούν ολοένα περισσότερο και την Ευρώπη. Η κλιματική αλλαγή, η εξάπλωση των διαβιβαστών και η αυξημένη κινητικότητα των πληθυσμών διαμορφώνουν ένα νέο επιδημιολογικό τοπίο, στο οποίο η έγκαιρη διάγνωση και η επιτήρηση αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Σε αυτή την ανάγκη έρχεται να απαντήσει το SURVIVE-VBD, ένα νέο ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από το EU4Health. Το σημαντικό είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν περιμένει να βρεθούμε αντιμέτωποι με μια νέα επιδημιολογική πραγματικότητα για να αντιδράσει, αλλά επενδύει από τώρα στην ανάπτυξη των εργαλείων που μπορεί να χρειαστούν τα συστήματα Υγείας τα επόμενα χρόνια».
Σύμφωνα πάντα με όσα μας υπενθυμίζει η Μαρία Γαζούλη, «στόχος του προγράμματος είναι η ανάπτυξη μιας νέας γενιάς γρήγορης και φορητής διαγνωστικής εξέτασης, που θα μπορεί να συμβάλει στη διαφορική διάγνωση του ιού του Δυτικού Νείλου, του ιού του δάγκειου πυρετού, του Zika και του chikungunya από μικρή ποσότητα αίματος και σε σύντομο χρόνο. Παράλληλα, τα διαγνωστικά δεδομένα θα συνδυάζονται με επιδημιολογικές, περιβαλλοντικές, κλιματικές και εντομολογικές πληροφορίες, ώστε η διάγνωση να συνδέεται με την επιτήρηση και την έγκαιρη αναγνώριση πιθανών εξάρσεων».
Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι στην ευρωπαϊκή κοινοπραξία συμμετέχουν ερευνητικοί, ακαδημαϊκοί, κλινικοί και τεχνολογικοί φορείς από την Ισπανία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Ολλανδία και την Εσθονία. Μεταξύ αυτών βρίσκονται το Universidad Complutense de Madrid, που συντονίζει το πρόγραμμα, το Universidad de Granada, το Hospital Universitario 12 de Octubre, το Università Campus Bio-Medico di Roma, η FWDFASTER Research, η BRIDG OÜ, καθώς και εξειδικευμένοι τεχνολογικοί και βιομηχανικοί εταίροι.
Η κοινοπραξία έχει σχεδιαστεί ώστε να καλύπτει ολόκληρη τη διαδρομή, από την ανάπτυξη της τεχνολογίας μέχρι την κλινική αξιολόγηση και τη μελλοντική αξιοποίησή της.
Τέλος, η Μαρία Γαζούλη διευκρινίζει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνώρισε ότι υπάρχει ένα πραγματικό διαγνωστικό κενό και επέλεξε να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη νέων εργαλείων για την έγκαιρη διάγνωση και την καλύτερη επιτήρηση αυτών των λοιμώξεων. Η ανάγκη αυτή γίνεται όλο και πιο επίκαιρη, καθώς τα νοσήματα που μεταδίδονται από διαβιβαστές αφορούν πλέον άμεσα και την Ευρώπη».