Διαγνώστηκε με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας στα 36 της, βίωσε υποτροπή, έχασε τον πατέρα της ενώ έδινε τη δική της μάχη και χρειάστηκε να μάθει ξανά να ζει μέσα από αλλεπάλληλες θεραπείες και σοβαρές επιπλοκές.
Σήμερα, η παιδιατρική εργοθεραπεύτρια Μάρθα Τσακίρη μιλά στο iefimerida για όσα της στέρησε ο καρκίνος, όσα την έφεραν στα όριά της και τη ζωή που επιλέγει να ζήσει από εδώ και πέρα.
«Μόνο ένας δρόμος. Μόνο μία επιλογή. Μόνο μία επιθυμία. Να ζήσω».
Με αυτές τις λέξεις περιγράφει η Μάρθα Τσακίρη τη στιγμή που βρέθηκε αντιμέτωπη με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Ήταν το 2022, ήταν 36 ετών και μαζί με τον σύντροφό της σχεδίαζαν να αποκτήσουν παιδί. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο προληπτικός γυναικολογικός έλεγχος που είχε προγραμματίσει θα σηματοδοτούσε την αρχή μιας διαδρομής που θα άλλαζε ριζικά τη ζωή της.
Σήμερα, Οκτώβριο του 2026, η Μάρθα ταξιδεύει, εργάζεται, ερωτεύεται. Ζει. Πίσω της, όμως, βρίσκονται αλλεπάλληλες θεραπείες, μια υποτροπή, η απώλεια του πατέρα της, χειρουργεία και επιπλοκές που επηρέασαν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις λειτουργίες του σώματός της.
Η δική της ιστορία δεν είναι μια ευθύγραμμη αφήγηση από την ασθένεια στην ανάρρωση. Είναι μια ιστορία απώλειας, εξάντλησης, φόβου, αναζήτησης βοήθειας και επιστροφής στη ζωή με διαφορετικούς όρους.
Από τον HPV στη διάγνωση
«Το 2010 ήμουν 24 ετών. Ο γυναικολόγος που με παρακολουθούσε μού συνέστησε να μην εμβολιαστώ κατά του HPV, καθώς το εμβόλιο ήταν σχετικά νέο και βρισκόμουν στο όριο της ηλικίας για την οποία προτεινόταν τότε ο εμβολιασμός. Εκείνη την περίοδο ήρθα σε επαφή με τον HPV. Δεν ήξερα τι ήταν, είδα ένα ρεπορτάζ στην τηλεόραση και έμαθα κάποιες πληροφορίες».
Δώδεκα χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 2022, η Μάρθα και ο σύντροφός της αποφασίζουν να προσπαθήσουν να αποκτήσουν παιδί. Ως παιδιατρική εργοθεραπεύτρια, αλλά και με την ανησυχία ότι είχε φτάσει σε μια ηλικία που η ίδια θεωρούσε προχωρημένη για εγκυμοσύνη, συζητά με τη γιατρό της για τα επόμενα βήματα.
Ακολουθεί τον προληπτικό έλεγχο: τεστ Παπανικολάου, κολποσκόπηση και υπέρηχο. Διαπιστώνεται τραχηλίτιδα και ξεκινά θεραπεία διάρκειας έξι μηνών.
Στον επανέλεγχο εντοπίζεται ένας πολύποδας στο ενδομήτριο. Η γυναικολόγος της δεν μπορεί να διακρίνει αν υπάρχει και δεύτερος και της συστήνει να κάνει τρισδιάστατο υπέρηχο.
«Πήγα».
Στην εξέταση, ο γιατρός εντοπίζει «αυξημένη αγγείωση στον τράχηλο» και την προτρέπει να επικοινωνήσει ξανά με τη γυναικολόγο της. Μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά, εκείνη την έχει ήδη καλέσει στο τηλέφωνο και της ζητά επίμονα να τη δει.
Η Μάρθα κάνει αυτό που κάνουν πολλοί άνθρωποι όταν έρχονται αντιμέτωποι με μια άγνωστη ιατρική διαπίστωση και προσπαθούν να καταλάβουν τι σημαίνει.
«Googλάρισα».
«Αυξημένη αγγείωση στον τράχηλο».
«Καρκίνος».
«Σοκ».
Οι λέξεις είναι κοφτές. Όπως και οι αναμνήσεις της από εκείνες τις ημέρες.
«Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνες τις ημέρες. Θυμάμαι να κλαίω. Θυμάμαι τη μητέρα μου να κλαίει και τον πατέρα μου αμίλητο. Τον σύντροφό μου να με αγκαλιάζει σφιχτά, χωρίς να μιλάει. Τον αδελφό μου, κλαίγοντας, να μου λέει ότι "όλα θα πάνε καλά"».
Μαζεύει τους φίλους της για να τους ανακοινώσει τι συμβαίνει.
«Πάγωσαν».
Ακολουθούν μαγνητική τομογραφία, απόξεση, βιοψία, βραχύ πρωτόκολλο κρυοσυντήρησης ωαρίων και επέμβαση ανόρθωσης ωοθηκών. Πριν προλάβει να επεξεργαστεί όσα της συμβαίνουν, η ζωή τής επιφυλάσσει ακόμη ένα χτύπημα.
Ο πατέρας της πεθαίνει ξαφνικά
«Και τότε πέθανε ξαφνικά ο μπαμπάς μου. Εγώ έχω καρκίνο και ο μπαμπάς πέθανε. Τι να θρηνήσω; Πώς να θρηνήσω»;
Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, καλείται να διαχειριστεί δύο τεράστιες απώλειες: την ασφάλεια της ζωής που γνώριζε και τον άνθρωπο που έχασε, ενώ η ίδια προσπαθεί να επιβιώσει.
Ακολουθούν τέσσερις χημειοθεραπείες, 25 ακτινοθεραπείες και τρεις δόσεις βραχυθεραπείας.
«Τόσο γρήγορα όσο τα λέω, τόσο γρήγορα συνέβησαν. Χωρίς να προλάβω να τα σκεφτώ, χωρίς να προλάβω να καταλάβω. Μόνο ένας δρόμος. Μόνο μία επιλογή. Μόνο μία επιθυμία. Να ζήσω».
Τον Οκτώβριο του 2022 οι εξετάσεις είναι καθαρές. Ακολουθούν επαναληπτικοί έλεγχοι, τρυπήματα και πόνος. Η Μάρθα προσπαθεί να αφήσει πίσω της την πρώτη περιπέτεια και να συνεχίσει τη ζωή της.
Δεν γνωρίζει ότι λίγους μήνες αργότερα θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με τον ίδιο καρκίνο.
Η υποτροπή και η δεύτερη μάχη
Μάρτιος 2023. Είναι πρωί και ετοιμάζεται να πάει στη δουλειά. Σηκώνει το χέρι για να φορέσει την μπλούζα και αισθάνεται πόνο στον λαιμό, αριστερά, στη βάση του. Ψηλαφεί κάτι σκληρό.
«Το είχα; Δεν το είχα; Τι είναι»;
Τον Απρίλιο υποβάλλεται σε χειρουργείο για την αφαίρεση υπερκλείδιου λεμφαδένα. Η βιοψία επιβεβαιώνει αυτό που φοβόταν.
«Καρκίνος. Υποτροπή. Ο ίδιος καρκίνος».
Αυτή τη φορά ακολουθούν έξι χημειοθεραπείες, 30 ακτινοθεραπείες και ανοσοθεραπεία για σχεδόν έναν χρόνο. Χάνει τα μαλλιά, τα φρύδια και τις βλεφαρίδες της.
Η δεύτερη διαδρομή είναι εξίσου απαιτητική, αλλά τώρα η Μάρθα αναγνωρίζει ότι δεν χρειάζεται να την περάσει μόνη.
«Αυτή τη φορά ζήτησα βοήθεια. Απευθύνθηκα στην ψυχοθεραπεύτριά μου, με την οποία ήμουν ήδη έξι χρόνια σε θεραπεία, και ζήτησα και φαρμακευτική υποστήριξη από ψυχίατρο. Και την πήρα, συνεχίζοντας παράλληλα την προσωπική μου θεραπεία».
Είναι μια σημαντική απόφαση μέσα σε μια περίοδο κατά την οποία όλα μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω από την επιβίωση, τις εξετάσεις και τις θεραπείες. Η ψυχική υποστήριξη γίνεται μέρος της φροντίδας της, παράλληλα με την ιατρική αντιμετώπιση της νόσου.
Τον Σεπτέμβριο του 2024, ένα PET scan δείχνει ότι ο τράχηλος εξακολουθεί να παρουσιάζει ευρήματα. Η βιοψία είναι καθαρή, ωστόσο ο γυναικολόγος-ογκολόγος που την παρακολουθεί από την πρώτη διάγνωση της συστήνει ριζική υστερεκτομή.
Υποβάλλεται σε ανοιχτό χειρουργείο.
Δύο εβδομάδες αργότερα επιστρέφει στη δουλειά.
«Κάπως πρέπει να ζήσω. Είμαι γυναίκα, ελεύθερη επαγγελματίας στην Ελλάδα και όσο δουλεύω τόσο πληρώνομαι. Αν δεν δουλέψω, ποιος θα πληρώσει το ενοίκιο; Τον ΕΦΚΑ»;
Πίσω από την επιστροφή στην καθημερινότητα υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα: η οικονομική ανασφάλεια που αντιμετωπίζει μια ελεύθερη επαγγελματίας όταν η ασθένεια δεν της επιτρέπει να δουλέψει, αλλά οι υποχρεώσεις της συνεχίζονται.
«Πόνος».
Και η σκέψη που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα:
«Ε, δεν μπορεί, τώρα θα είμαι εντάξει», σκέφτεται.
«ΧΑ»!
«Είμαι 38 ετών και φοράω πάνα»
Δεκέμβριος 2024. Η Μάρθα περνά τα Χριστούγεννα στη Γερμανία, στο σπίτι του αδελφού της.
Το πρώτο βράδυ σηκώνεται από το πάτωμα και αισθάνεται το εσώρουχό της να βρέχεται. Δεν λέει τίποτα σε κανέναν. Προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί.
Τις επόμενες ημέρες, η κατάσταση χειροτερεύει. Δέκα ημέρες αργότερα φεύγει από τη Γερμανία φορώντας πάνα.
«Είμαι 38 ετών και φοράω πάνα».
Η διάγνωση είναι κυστεοκολπικό συρίγγιο. Ακολουθούν εξετάσεις, κυστεοσκοπήσεις, τοποθετήσεις pig tails και βιοψίες. Έρχονται οι ουρολοιμώξεις, ενώ φτάνει κοντά στη σηψαιμία.
«Πόνος».
Τον Απρίλιο του 2025 υποβάλλεται σε νεφροστομίες. Τα σακουλάκια δεν κολλάνε, λερώνεται, την τραβούν, πονάει. Το σώμα της εξακολουθεί να δοκιμάζεται, πολύ καιρό αφότου έχει περάσει τις θεραπείες για τον καρκίνο.
Τον Οκτώβριο του 2025 χειρουργείται για την αποκατάσταση της ουροδόχου κύστης. Ακολουθεί πυελονεφρίτιδα και νέα νοσηλεία.
«Τρυπήματα. Δεν έχω φλέβες. Είμαι εξαντλημένη. Θέλω να τελειώσει. Πονάω».
Είναι οι λέξεις ενός ανθρώπου που έχει περάσει από διαδοχικές θεραπείες και επεμβάσεις, έχει δει την καθημερινότητά του να περιορίζεται από την ασθένεια και τις επιπλοκές της και προσπαθεί να αντέξει ακόμη μία φορά.
Τον Νοέμβριο του 2025 αφαιρούνται τα pig tails και κλείνουν οι νεφροστομίες.
Για πρώτη φορά έπειτα από μεγάλο διάστημα, η Μάρθα αρχίζει να ξανακερδίζει κάτι που μέχρι τότε ίσως θεωρούσε αυτονόητο: τον έλεγχο του σώματός της.
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχω ξανά τον έλεγχο της κύστης μου. Ότι δεν φοράω πια πάνα. Ότι μπορώ να φοράω ό,τι θέλω».
Δεν πρόκειται απλώς για την ανακούφιση από ένα σύμπτωμα. Είναι η επιστροφή σε μικρές, καθημερινές ελευθερίες που η ασθένεια και οι επιπλοκές τής είχαν αφαιρέσει.
Οκτώβριος 2026
Η Μάρθα ταξιδεύει, δουλεύει, ερωτεύεται, ζει. Η καθημερινότητά της δεν ορίζεται πλέον αποκλειστικά από εξετάσεις, νοσηλείες, χειρουργεία και θεραπείες.
«Είμαι εδώ. Είμαι εγώ»;
Η ερώτηση δεν αφορά μόνο την επιβίωση. Αφορά και τον άνθρωπο που μένει μετά από μια τόσο βαθιά αλλαγή. Την ταυτότητα που μετακινείται, τις απώλειες που δεν αναιρούνται, την καθημερινότητα που πρέπει να ξαναχτιστεί και την ανάγκη να ανακαλύψει κανείς τι θέλει πραγματικά από τη ζωή του.
Η Μάρθα δεν περιγράφει μια επιστροφή στην προηγούμενη εκδοχή του εαυτού της. Περιγράφει μια νέα σχέση με τη ζωή, διαμορφωμένη μέσα από όσα έζησε, όσα έχασε και όσα χρειάστηκε να διεκδικήσει ξανά.
Και καταλήγει με μια φράση που συνοψίζει τη διαδρομή της, χωρίς να ακυρώνει τον πόνο της και χωρίς να εξωραΐζει όσα πέρασε:
«Ο καρκίνος μού στέρησε τη ζωή που φανταζόμουν και μου έδωσε τη ζωή που θέλω να ζήσω από εδώ και πέρα».