Ιδιαιτέρως σημαντική κρίνεται η έγκριση της σετμελανοτίδης (IMCIVREE) από τον Αμερικανικό FDA για τη θεραπεία της επίκτητης υποθαλαμικής παχυσαρκίας.
Όπως αναφέρει μιλώντας στο iefimerida η επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονικά υπεύθυνη του Διαβητολογικού Κέντρου του νοσοκομείου της Αθήνας «Αλεξάνδρα», Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, «η πρόσφατη έγκριση της σετμελανοτίδης (IMCIVREE) από τον Αμερικανικό FDA στις 20 Μαρτίου για τη θεραπεία της επίκτητης υποθαλαμικής παχυσαρκίας (acquired hypothalamic obesity, aHO) αποτελεί σημαντική εξέλιξη στον τομέα της ενδοκρινολογίας, καλύπτοντας ένα ουσιαστικό θεραπευτικό κενό».
Σύμφωνα με όσα μας εξηγεί η ίδια, η επίκτητη υποθαλαμική παχυσαρκία είναι μια σπάνια, αλλά σοβαρή διαταραχή, η οποία προκύπτει μετά από βλάβη του υποθαλάμου, συνήθως στο πλαίσιο κρανιοφαρυγγιωμάτων, άλλων όγκων της υπερεφιππιακής περιοχής, νευροχειρουργικών επεμβάσεων ή ακτινοθεραπείας. Η διαταραχή χαρακτηρίζεται από ανθεκτική υπερφαγία, μειωμένο κορεσμό, ελάττωση της ενεργειακής δαπάνης και ταχεία, συχνά ανεξέλεγκτη, αύξηση σωματικού βάρους. Οι μέχρι σήμερα διαθέσιμες θεραπευτικές παρεμβάσεις έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στοχευμένες θεραπείες.
«Η σετμελανοτίδη είναι εκλεκτικός αγωνιστής του υποδοχέα μελανοκορτίνης-4 (MC4R), ο οποίος αποτελεί κεντρικό ρυθμιστή της ενεργειακής ομοιόστασης στο επίπεδο του υποθαλάμου», σημειώνει η Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου και συμπληρώνει:
«Η ενεργοποίηση της οδού POMC–MC4R οδηγεί σε μείωση της όρεξης και αύξηση του αισθήματος κορεσμού, αποκαθιστώντας εν μέρει τη διαταραγμένη νευροενδοκρινική ρύθμιση που παρατηρείται στους ασθενείς με υποθαλαμική βλάβη».
Σύμφωνα με τον FDA, η έγκριση του φαρμάκου βασίστηκε σε δεδομένα από πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες φάσης 3, στις οποίες η χορήγηση σετμελανοτίδης συσχετίστηκε με στατιστικά σημαντική μείωση του δείκτη μάζας σώματος (BMI) και του σωματικού βάρους, συγκριτικά με placebo. Επιπλέον, παρατηρήθηκε βελτίωση δεικτών που σχετίζονται με τον έλεγχο της όρεξης και της υπερφαγίας, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο για την καθημερινή λειτουργικότητα των ασθενών. Το προφίλ ασφάλειας του φαρμάκου ήταν συμβατό με προηγούμενες ενδείξεις, με συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήπιας έως μέτριας βαρύτητας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σετμελανοτίδη είχε ήδη εγκριθεί για σπάνια γενετικά σύνδρομα παχυσαρκίας που σχετίζονται με διαταραχές της οδού λεπτίνης-μελανοκορτίνης, γεγονός που ενισχύει τη βιολογική τεκμηρίωση της δράσης της και στην επίκτητη μορφή της νόσου.
Και η Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου καταλήγει:
«Η συγκεκριμένη έγκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί την πρώτη εγκεκριμένη φαρμακευτική θεραπεία για την επίκτητη υποθαλαμική παχυσαρκία, επεκτείνοντας το θεραπευτικό οπλοστάσιο πέραν των μη ειδικών παρεμβάσεων. Παράλληλα, διαφοροποιείται από άλλες σύγχρονες θεραπείες, όπως οι αγωνιστές του GLP-1, οι οποίοι φαίνεται να έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα στο συγκεκριμένο παθοφυσιολογικό υπόστρωμα. Συνολικά, η εισαγωγή της σετμελανοτίδης στην κλινική πράξη αναδεικνύει τη σημασία της στοχευμένης παρέμβασης σε συγκεκριμένες νευροενδοκρινικές οδούς και ενισχύει την κατεύθυνση προς την εξατομικευμένη θεραπεία της παχυσαρκίας. Παρά τα ενθαρρυντικά δεδομένα, απαιτείται περαιτέρω μελέτη για τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και την επιλογή των ασθενών που θα ωφεληθούν περισσότερο από τη θεραπεία».