«Είμαι αλλεργικός στην πενικιλίνη». Είναι μία από τις συχνότερες φράσεις που ακούει ένας γιατρός.
Πολλοί άνθρωποι φέρουν αυτή την «ετικέτα» αλλεργίας από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, επειδή κάποτε εμφάνισαν ένα εξάνθημα ενώ λάμβαναν κάποιο αντιβιοτικό, όπως η αμοξικιλλίνη. Από τότε, η πληροφορία καταγράφεται ξανά και ξανά στο ιατρικό ιστορικό τους και τους ακολουθεί σε κάθε επίσκεψη, νοσηλεία ή νέα συνταγογράφηση.
Τι θα λέγατε, όμως, αν μαθαίνατε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η διάγνωση αυτή τελικά δεν επιβεβαιώνεται;
Σύμφωνα με όσα εξηγεί σήμερα στο iefimerida η στρατιωτική αλλεργιολόγος και επιμελήτρια του Αλλεργιολογικού Τμήματος του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών (ΝΝΑ), Κασσιανή Τζέλη, “περίπου ένας στους δέκα ανθρώπους δηλώνει αλλεργικός στην πενικιλίνη. Ωστόσο, όταν πραγματοποιείται σωστή αξιολόγηση και εξειδικευμένος αλλεργιολογικός έλεγχος, εννέα στους δέκα αποδεικνύεται ότι μπορούν να λάβουν ξανά το φάρμακο χωρίς πρόβλημα. Αντίστοιχες εσφαλμένες «ετικέτες» αλλεργίας συναντώνται και για άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά, όπως οι κεφαλοσπορίνες, αλλά και για άλλες κατηγορίες, αντιβιοτικών όπως οι μακρολίδες και οι σουλφοναμίδες”.
Η φαρμακευτική αλλεργία προκαλεί εύλογα φόβο. Ορισμένες αντιδράσεις μπορεί πράγματι να είναι σοβαρές ή ακόμη και απειλητικές για τη ζωή. Από την άλλη πλευρά, πολλοί ασθενείς χαρακτηρίζονται ως αλλεργικοί χωρίς να είναι, με αποτέλεσμα να στερούνται σημαντικές θεραπευτικές επιλογές για χρόνια ή ακόμη και για ολόκληρη τη ζωή τους.
Όταν το αντιβιοτικό κατηγορείται άδικα
Η Κασσιανή Τζέλη αναφέρει επίσης: «Πολλές λοιμώξεις, ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, μπορούν από μόνες τους να προκαλέσουν εξανθήματα. Έτσι, ένα παιδί που λαμβάνει αντιβιοτικό για πυρετό, φαρυγγίτιδα ή αμυγδαλίτιδα μπορεί να εμφανίσει εξάνθημα που σχετίζεται με την ίδια τη λοίμωξη και όχι με το φάρμακο. Επειδή, όμως, το εξάνθημα εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αποδίδεται συχνά αυτομάτως στο αντιβιοτικό. Από εκείνη τη στιγμή, το παιδί χαρακτηρίζεται ως αλλεργικό και η διάγνωση μπορεί να το συνοδεύει μέχρι την ενήλικη ζωή, χωρίς να έχει ποτέ διερευνηθεί. Συχνά δεν υπάρχουν φωτογραφίες, ιατρική γνωμάτευση ή σαφείς πληροφορίες για το ακριβές φάρμακο, τον χρόνο εμφάνισης και τη μορφή της αντίδρασης. Ένα αβέβαιο επεισόδιο της παιδικής ηλικίας μετατρέπεται έτσι σε μόνιμη, αλλά ενδεχομένως εσφαλμένη, «ετικέτα» αλλεργίας».
Αλλεργία ή ανεπιθύμητη ενέργεια;
Ένα ακόμη συχνό λάθος είναι η σύγχυση της φαρμακευτικής αλλεργίας με τις γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες ενός φαρμάκου, μας εξηγεί η Κασσιανή Τζέλη και συμπληρώνει: “Η ναυτία, η διάρροια, η ενόχληση στο στομάχι ή ο πονοκέφαλος δεν αποτελούν συνήθως συμπτώματα αλλεργίας. Πρόκειται για ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να εμφανιστούν σε οποιονδήποτε και σχετίζονται με τη φαρμακολογική δράση του φαρμάκου. Η πραγματική φαρμακευτική αλλεργία αποτελεί αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος. Μπορεί να εκδηλωθεί με κνίδωση (πομφοί), αγγειοοίδημα ή, σε σοβαρότερες περιπτώσεις, με αναφυλαξία. Υπάρχουν επίσης καθυστερημένες μορφές υπερευαισθησίας, οι οποίες εμφανίζονται ώρες ή ημέρες μετά τη λήψη και χρειάζονται διαφορετική διαγνωστική προσέγγιση”.
Πότε πρέπει πραγματικά να ανησυχήσουμε;
Η ίδια σημειώνει στο iefimerida:
«Η αιφνίδια εμφάνιση, μέσα σε λίγα λεπτά έως λίγες ώρες από τη λήψη, συμπτωμάτων όπως δυσκολία στην αναπνοή, πόνος στο στήθος, βράγχος φωνής, δυσκαταποσία, πρήξιμο στα χείλη ή στη γλώσσα, γενικευμένη κνίδωση, αγγειοοίδημα, έντονη ζάλη ή απώλεια αισθήσεων μπορεί να αποτελεί ένδειξη σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης ή αναφυλαξίας και απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση. Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη παγίδα. Ορισμένοι ασθενείς υποτιμούν μια προηγούμενη αντίδραση, ιδιαίτερα όταν ήταν ήπια, και λαμβάνουν ξανά το ίδιο φάρμακο ή άλλο αντιβιοτικό της ίδιας οικογένειας χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Το γεγονός ότι μια αντίδραση δεν ήταν σοβαρή δεν σημαίνει ότι μπορούμε να χορηγήσουμε ξανά το ίδιο ή ένα συγγενικό φάρμακο χωρίς αξιολόγηση. Η διασταυρούμενη αντιδραστικότητα διαφέρει ανάλογα με την κατηγορία του αντιβιοτικού και, κυρίως, με τη χημική του δομή. Επομένως, η επιλογή εναλλακτικής αγωγής πρέπει να βασίζεται στο συγκεκριμένο ιστορικό και στον εξατομικευμένο αλλεργιολογικό έλεγχο».
Μπορούμε να μάθουμε αν είμαστε πραγματικά αλλεργικοί;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ναι, επισημαίνει η Κασσιανή Τζέλη και σπεύδει να μας εξηγήσει:
«Η αξιολόγηση αρχίζει από ένα λεπτομερές ιστορικό: ποιο φάρμακο χορηγήθηκε και για ποιο λόγο, πόσο γρήγορα εμφανίστηκαν τα συμπτώματα, ποια ήταν η μορφή τους, αν υπήρχε πυρετός και αν ο ασθενής έλαβε αργότερα το ίδιο ή κάποιο συγγενικό φάρμακο. Ανάλογα με το ιστορικό, μπορεί να χρειαστούν δερματικές δοκιμασίες, επιλεγμένες εργαστηριακές εξετάσεις και, όταν ενδείκνυται, ελεγχόμενη φαρμακευτική πρόκληση. Κατά τη διαδικασία αυτή, το φάρμακο χορηγείται σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, σε οργανωμένο ιατρικό περιβάλλον και υπό εξειδικευμένη παρακολούθηση με ασφάλεια. Όταν ο έλεγχος δείξει ότι ο ασθενής δεν είναι αλλεργικός, μπορεί να γίνει ο λεγόμενος αποχαρακτηρισμός της αλλεργίας, γνωστός διεθνώς ως de-labeling. Με απλά λόγια, αφαιρείται από τον ιατρικό φάκελο η εσφαλμένη «ετικέτα» αλλεργίας. Για πολλούς ασθενείς, αυτή είναι και η μεγαλύτερη ανακούφιση: αποδεικνύεται ότι δεν είναι αλλεργικοί και μπορούν να χρησιμοποιήσουν ξανά ένα πολύτιμο φάρμακο που απέφευγαν επί χρόνια. Ακόμη και μια επιβεβαιωμένη άμεση αλλεργία στην πενικιλίνη μπορεί να εξασθενήσει ή να χαθεί με την πάροδο των ετών. Γι’ αυτό μια διάγνωση που τέθηκε πριν από πολλά χρόνια δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ισόβια, χωρίς επανεκτίμηση».
Γιατί έχει σημασία;
Αξίζει να σημειωθεί ακόμη ότι η Κασσιανή Τζέλη υπογραμμίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι «η λανθασμένη διάγνωση ή η εσφαλμένη καταγραφή αλλεργίας συχνά οδηγεί στη χρήση αντιβιοτικών ευρύτερου φάσματος. Αυτά μπορεί να είναι λιγότερο κατάλληλα για τη συγκεκριμένη λοίμωξη, ακριβότερα, να προκαλούν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες και να επηρεάζουν περισσότερο τη φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σημαντικότερο όταν ο ασθενής χρειαστεί νοσηλεία, χειρουργική επέμβαση ή άμεση ενδοφλέβια αντιβιοτική θεραπεία. Μια ασαφής ή εσφαλμένη «ετικέτα» αλλεργίας στον ιατρικό φάκελο μπορεί να περιορίσει τις διαθέσιμες επιλογές ακριβώς τη στιγμή που τις χρειαζόμαστε περισσότερο. Παράλληλα, η αδικαιολόγητη χρήση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος συμβάλλει στην ανάπτυξη ανθεκτικών βακτηρίων και επιβαρύνει το παγκόσμιο πρόβλημα της μικροβιακής αντοχής».
Εν κατακλείδι, το μήνυμα είναι απλό: δεν είναι κάθε εξάνθημα αλλεργία και δεν είναι κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια ανοσολογική αντίδραση. Αλλά ούτε και κάθε ύποπτο σύμπτωμα πρέπει να αγνοείται.
Η σωστή διάγνωση από τον ειδικό αλλεργιολόγο δεν αφαιρεί απλώς μια λανθασμένη «ετικέτα» αλλεργίας. Προστατεύει τον ασθενή, αποκαθιστά πολύτιμες θεραπευτικές επιλογές και συμβάλλει στην ασφαλή και ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών.