Η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου δικτύου ψυχιατροδικαστικών δομών στην Ελλάδα αποτελεί ουσιαστική ανάγκη για τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικώς πασχόντων.
Η ψυχιατροδικαστική δεν αφορά απλώς τη διαχείριση ανθρώπων οι οποίοι έχουν εκδηλώσει παραβατική συμπεριφορά, στο πλαίσιο μιας σοβαρής ψυχικής διαταραχής. Αφορά, πρωτίστως, τη θεραπεία, την αποκατάσταση και την ασφαλή επιστροφή τους στην κοινωνία.
Κατ’ αρχάς και σύμφωνα με όσα αναφέρει στο iefimerida η ψυχίατρος, επίκουρη καθηγήτρια Ψυχιατρικής - Ψυχιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και τέως διευθύντρια της ψυχιατροδικαστικής κλινικής ενηλίκων του πρώην Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (ΨΝΘ), Μαρία Μαρκοπούλου, η οποία υπηρετεί σήμερα στην Β’ πανεπιστημιακή ψυχιατροδικαστική κλινική της Πολυδύναμης Νοσηλευτικής Μονάδας Ψυχικής Υγείας Θεσσαλονίκης, “είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές δεν εκδηλώνει βίαιη συμπεριφορά. Αντίθετα, οι άνθρωποι αυτοί είναι συχνότερα ευάλωτοι, ως θύματα βίας και κοινωνικού αποκλεισμού, και με εκδήλωση καταστροφικής συμπεριφοράς απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό. Συχνά χρειάζονται μακροχρόνια, εξατομικευμένη φροντίδα από διεπιστημονικές θεραπευτικές ομάδες, στις οποίες συμμετέχουν ψυχίατροι, ψυχολόγοι, νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί και εργοθεραπευτές. Η θεραπεία δεν περιορίζεται στη φαρμακευτική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Περιλαμβάνει ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, ενίσχυση της εναισθησίας και σταδιακή προετοιμασία για την επανένταξη”.
Θεραπευτικό και θεσμικό αδιέξοδο
Το iefimerida συνομίλησε με την Μαρία Μαρκοπούλου σχετικά με ένα ιδιαίτερα σοβαρό κοινωνικό και θεσμικό πρόβλημα: Η χώρα μας εξακολουθεί να στερείται ενός ολοκληρωμένου δικτύου ψυχιατροδικαστικών υπηρεσιών και δομών, με αποτέλεσμα αυτό το κενό να δημιουργεί εξ αντικειμένου ένα σημαντικό θεραπευτικό και θεσμικό αδιέξοδο για τους βαριά ψυχικώς πάσχοντες – δράστες αξιόποινων πράξεων, οι οποίοι κρίνονται ως ακαταλόγιστοι, σύμφωνα με το άρθρο 69Α του Ποινικού Κώδικα.
Η Μαρία Μαρκοπούλου μάς εξηγεί σχετικά: “Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν τελέσει κάποια αξιόποινη πράξη, αλλά λόγω σοβαρής ψυχικής διαταραχής δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τον άδικο χαρακτήρα της ή να ενεργήσουν σύμφωνα με αυτή τους την αντίληψη. Για αυτούς, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, προβλέπονται θεραπευτικά μέτρα και όχι ποινική τιμωρία. Ωστόσο, όταν δεν υπάρχουν επαρκείς εξειδικευμένες δομές, οι άνθρωποι αυτοί καταλήγουν να νοσηλεύονται σε γενικές ψυχιατρικές κλινικές, οι οποίες δεν διαθέτουν πάντοτε την κατάλληλη υποδομή, το εξειδικευμένο προσωπικό και τα θεραπευτικά προγράμματα για τις ιδιαίτερες ανάγκες τους”.
Έτσι, συνεχίζει η Μαρία Μαρκοπούλου, “δημιουργούνται προβλήματα τόσο για τους ίδιους τους ασθενείς όσο και για τη λειτουργία των ψυχιατρικών τμημάτων, ενώ συχνά δυσχεραίνεται η μετάβασή τους σε λιγότερο περιοριστικά πλαίσια φροντίδας, ακόμη και όταν η κλινική τους κατάσταση έχει βελτιωθεί. Το αποτέλεσμα είναι να παρατείνεται ενίοτε η ιδρυματική παραμονή, να δυσκολεύεται η κοινωνική επανένταξη και να υπονομεύεται ο θεραπευτικός σκοπός του νόμου”.
Τα πρώτα βήματα
Για την ιδία, “ένα σημαντικό βήμα αποτελεί η λειτουργία της Ψυχιατροδικαστικής Κλινικής Ενηλίκων στη Θεσσαλονίκη, ήδη από το 1990, με συνθήκες νοσηλείας που δεν διαφέρουν από τα υπόλοιπα ψυχιατρικά τμήματα, ως προς τη φύλαξη και την ασφάλεια. Η λειτουργία της, μάλιστα, έχει συμπληρωθεί την τελευταία δεκαετία με την ίδρυση και τη λειτουργία εξωτερικού ιατρείου Ψυχιατροδικαστικής, με στόχο τη συνέχιση της θεραπευτικής παρακολούθησης μετά τη νοσηλεία και, τελικά, την πρόληψη των ψυχωτικών υποτροπών και τη μείωση του κινδύνου εκ νέου παραβατικής συμπεριφοράς. Η θεραπευτική σχέση δεν πρέπει να διακόπτεται με την έξοδο από την κλινική, αλλά να συνεχίζεται οργανωμένα μέσα στην κοινότητα”.
Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι ιδιαίτερα σημαντική είναι η προοπτική για την λειτουργία του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής, για το οποίο έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της ηλεκτρονικής δημοσίας διαβούλευσης. “Ένας τέτοιος θεσμός μπορεί να συμβάλει στη συστηματική καταγραφή των αναγκών, την επιστημονική αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ανάπτυξη κοινών θεραπευτικών πρωτοκόλλων και τον καλύτερο σχεδιασμό της ψυχιατροδικαστικής φροντίδας σε εθνικό επίπεδο”, επισημαίνει η καθηγήτρια.
Όμως, σύμφωνα πάντα με την Μαρία Μαρκοπούλου, “οι διεθνείς καλές πρακτικές αναδεικνύουν την αναγκαιότητα για την δημιουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου ψυχιατροδικαστικών δομών διαβαθμισμένης ασφάλειας. Δεν έχουν όλοι οι ασθενείς τις ίδιες ανάγκες ούτε απαιτούν το ίδιο επίπεδο περιορισμών. Χρειαζόμαστε, επομένως, δομές διαφορετικών επιπέδων ασφάλειας, ανάλογα με την κλινική κατάσταση και την εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου, αλλά και κατάλληλες στεγαστικές μονάδες, όπως ένα εξειδικευμένο ψυχιατροδικαστικό οικοτροφείο. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τον αναγκαίο ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ της νοσηλείας και της αυτόνομης διαβίωσης”.
Διπλός ο αποκλεισμός
Η Μαρία Μαρκοπούλου μας εξηγεί επίσης μία συμπληρωματική, αλλά πολύ σημαντική κοινωνική πτυχή του εν λόγω θέματος: “Καμία προσπάθεια δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την αντιμετώπιση του κοινωνικού στίγματος. Οι ψυχιατροδικαστικοί ασθενείς αντιμετωπίζουν συχνά έναν διπλό αποκλεισμό: λόγω της ψυχικής τους διαταραχής και λόγω του ιστορικού παραβατικής συμπεριφοράς. Η κοινωνική επανένταξη προϋποθέτει ουσιαστική υποστήριξη στην εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση, την εύρεση εργασίας, τη στέγαση και την αποκατάσταση των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων”.
Εν κατακλείδι, η επίκουρη καθηγήτρια Ψυχιατρικής – Ψυχιατροδικαστικής του ΑΠΘ τονίζει, με ιδιαίτερη έμφαση, στο iefimerida ότι “το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργήσουμε περισσότερους χώρους περιορισμού, αλλά περισσότερες θεραπευτικές διαδρομές επιστροφής στην κοινωνία. Μια σύγχρονη ψυχιατροδικαστική πολιτική οφείλει να συνδυάζει την αποτελεσματική θεραπεία, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη δημόσια ασφάλεια. Η επένδυση στην αποκατάσταση και την κοινωνική επανένταξη δεν ωφελεί μόνο τους ασθενείς. Ωφελεί συνολικά την κοινωνία, μειώνοντας τον αποκλεισμό και δημιουργώντας πραγματικές προϋποθέσεις για την πρόληψη της υποτροπής και της παραβατικότητας”.