Ο εικαζόμενος περί την πραγματικότητα, η οποία μας περιβάλλει, δυϊσμός, δηλαδή η εξάντληση των πάντων στο δίπολο “μαύρο – άσπρο”, δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος για να προχωρήσει κανείς, πολύ περισσότερο στον χώρο της Ιατρικής, ο οποίος θεωρείται και είναι χαοτικός. Οι αποχρώσεις είναι πολλές και σχεδόν πάντα υπερισχύουν.
Τα λέμε αυτά, επειδή τα τελευταία αποτελέσματα της μελέτης OrigAMI-4, τα οποία παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο ετήσιο και πολύ σπουδαίο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO 2026), το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Σικάγο των ΗΠΑ και ολοκλήρωσε τις πολύ σημαντικές εργασίες του την περασμένη Τρίτη 2 Ιουνίου, έχουν προσελκύσει, και δικαίως, το ενδιαφέρον της διεθνούς ογκολογικής κοινότητας. Αναδεικνύουν μια νέα θεραπευτική προσέγγιση για ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο κεφαλής και τραχήλου που έχουν ήδη εξαντλήσει τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.
Η καθηγήτρια Βιολογίας, Γενετικής και Νανοϊατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εθνική εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Επιτροπή Προηγμένων Θεραπειών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), Μαρία Γαζούλη, εξηγεί στο iefimerida ότι “στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται το amivantamab (αμιβανταμάμπη), ένα διειδικό μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει ταυτόχρονα τους μοριακούς στόχους EGFR και MET, δύο σημαντικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στην ανάπτυξη, την επιβίωση και την ανθεκτικότητα πολλών τύπων καρκινικών κυττάρων”.
Η Μαρία Γαζούλη μας αναφέρει επίσης:
“Η θεραπεία αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης Ογκολογίας Ακριβείας, όπου οι παρεμβάσεις σχεδιάζονται με βάση τα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου. Το φάρμακο είναι ήδη εγκεκριμένο για συγκεκριμένες μορφές μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα που φέρουν μεταλλάξεις του γονιδίου EGFR, ιδιαίτερα για ασθενείς με μεταλλάξεις του εξονίου 20, μια ομάδα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια διέθετε περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές. Η επιτυχίατου στον καρκίνο του πνεύμονα οδήγησε στην αξιολόγησή του και σε άλλες μορφές καρκίνου”.
Ποια είναι, όμως, η “ταυτότητα” και η σημασία της εν λόγω μελέτης; Η Μαρία Γαζούλη είναι σαφής και απολύτως κατατοπιστική:
Η μελέτη OrigAMI-4 περιέλαβε 102 ασθενείς με υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό πλακώδες καρκίνωμα κεφαλής και τραχήλου, των οποίων η νόσος είχε εξελιχθεί παρά τη χορήγηση ανοσοθεραπείας και πλατινούχου χημειοθεραπείας. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη κατηγορία ασθενών, με περιορισμένες εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές και δυσμενή πρόγνωση. Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Περίπου το 42% των ασθενών παρουσίασε σημαντική συρρίκνωση των όγκων, ενώ περίπου το 15% εμφάνισε πλήρη ανταπόκριση, δηλαδή πλήρη εξαφάνιση των ανιχνεύσιμων βλαβών κατά την αξιολόγηση. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ανταποκρίσεις αυτές παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που είχαν ήδη αποτύχει στις πλέον καθιερωμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Επιπλέον, η διάμεση συνολική επιβίωση έφθασε τους 12,5 μήνες, αποτέλεσμα ιδιαίτερα σημαντικό για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών”.
Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι ένα ακόμη πρακτικό πλεονέκτημα του σκευάσματος είναι ότι η συγκεκριμένη μορφή του φαρμάκου χορηγείται υποδορίως, με ένεση κάτω από το δέρμα, γεγονός που μπορεί να διευκολύνει σημαντικά τόσο τους ασθενείς όσο και τα ογκολογικά κέντρα.
Παράλληλα, μας εξηγεί η Μαρία Γαζούλη, “νεότερα δεδομένα υποδηλώνουν ότι συνδυασμοί του amivantamab με χημειοθεραπευτικούς παράγοντες ενδέχεται να προσφέρουν ακόμη υψηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης, κάτι που διερευνάται ήδη σε επόμενες φάσεις κλινικών μελετών”.
Η καθηγήτρια συνιστά, πάντως, να επιδειχθεί η απαιτούμενη υπομονή, έως το πέρας των αναγκαίων κλινικών δοκιμών:
“Παρότι τα ευρήματα δημιουργούν βάσιμη αισιοδοξία, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι πρόκειται για μελέτη φάσης 1b/2, δηλαδή για σχετικά πρώιμο στάδιο κλινικής ανάπτυξης. Επομένως, τα αποτελέσματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες τυχαιοποιημένες μελέτες πριν η θεραπεία ενταχθεί ευρύτερα στην κλινική πρακτική για τον καρκίνο κεφαλής και τραχήλου”.
Σήμερα το amivantamab αξιολογείται σε δεκάδες κλινικές μελέτες διεθνώς και σε άλλους συμπαγείς όγκους, γεγονός που αντανακλά τις προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί γύρω από τον συγκεκριμένο θεραπευτικό στόχο. “Τα αποτελέσματα της OrigAMI-4 δεν σηματοδοτούν το τέλος του καρκίνου ούτε αποτελούν μια θεραπεία που αφορά όλους τους ασθενείς”, παρατηρεί επίσης η καθηγήτρια.
Τι “βλέπει” ως όφελος, ως σπουδαίο όφελος η Μαρία Γαζούλη;
Κάτι το οποίο συνιστά “μια ουσιαστική πρόοδο για ανθρώπους με ιδιαίτερα περιορισμένες επιλογές και μια ακόμη απόδειξη ότι η βαθύτερη κατανόηση της μοριακής βιολογίας των όγκων συνεχίζει να μεταφράζεται σε νέες, πιο αποτελεσματικές θεραπευτικές δυνατότητες”.