Ένα δίκτυο αρχαίων μονοπατιών που χαρτογραφήθηκαν εκ νέου από καθολικές μοναχές και σήμερα επανασυστήνουν στο κοινό το τοπίο όπου γεννήθηκε ο βενεδικτίνικος μοναχισμός.
Καθώς η Ιταλία παλεύει να διαχειριστεί τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στα εμβληματικά μνημεία της, μια διαφορετική μορφή ταξιδιού αναδύεται αθόρυβα στα ορεινά της κεντρικής χώρας. Πρόκειται για ένα δίκτυο αρχαίων μονοπατιών, που χαρτογραφήθηκαν εκ νέου από καθολικές μοναχές και σήμερα επανασυστήνουν στο κοινό το τοπίο όπου γεννήθηκε ο βενεδικτίνικος μοναχισμός και, μαζί του, ένα μεγάλο μέρος της μεσαιωνικής ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Το Cammino della Santissima Trinità, ένα σύνολο τεσσάρων διαδρομών συνολικού μήκους 18 χιλιομέτρων στις περιοχές του Λάτσιο και του Αμπρούτσο, ξεκίνησε επίσημα το 2022, λίγο μετά την άρση των αυστηρών περιορισμών της πανδημίας. Μέσα σε τρία χρόνια, περισσότερα από 10.000 άτομα έχουν περπατήσει αυτά τα μονοπάτια, τα οποία περνούν από ελάχιστα γνωστά αλλά ιστορικά καθοριστικά θρησκευτικά κέντρα, μακριά από τις ουρές και τη φασαρία της Ρώμης.
Ένας εναλλακτικός τρόπος πνευματικής αναζήτησης
Η πρωτοβουλία ανήκει στη μοναχή Κάθριν Άνταμς και σε μια μικρή ομάδα Φραγκισκανών, οι οποίες επιδίωξαν να προσφέρουν, κυρίως στους νεότερους, έναν εναλλακτικό τρόπο πνευματικής αναζήτησης και επαφής με τη φύση. «Όταν οι επισκέπτες φτάνουν στη Ρώμη, σκέφτονται υδραγωγεία, πλατείες και αναγεννησιακές βασιλικές», εξηγεί η Άνταμς. «Σπάνια γνωρίζουν τι σημαίνει ένα προσκυνηματικό μονοπάτι στη Σουμπιάκο ή στη Βαλλεπιέτρα, εκεί όπου η πνευματικότητα συναντά μια απαιτητική εμπειρία πεζοπορίας».
Σε αντίθεση με άλλες σύγχρονες προσκυνηματικές διαδρομές, εδώ δεν υπάρχουν εφαρμογές ή πλήρης σήμανση. Οι διαδρομές παραμένουν εν μέρει ανοργάνωτες, αναγκάζοντας τον πεζοπόρο να εμπιστευτεί το ένστικτό του ή τους κατοίκους της περιοχής.
Τα απότομα φαράγγια και τα στενά περάσματα επιβάλλουν αργό ρυθμό και προσοχή, λειτουργώντας σχεδόν ως άσκηση αποδέσμευσης από την καθημερινή ταχύτητα. «Οι άνθρωποι έρχονται κουρασμένοι από τη ζωή τους», λέει η Άνταμς. «Εδώ, όμως, αλλάζει το βλέμμα τους. Γίνονται πιο ήσυχοι, αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους, συχνά τραγουδώντας λιτανείες».
Η διαδρομή από τη Σουμπιάκο, μια πόλη γνωστή σήμερα για το ράφτινγκ στον ποταμό Άνιενε και τα μεσαιωνικά της ερείπια, αποτελεί τον πυρήνα αυτής της εμπειρίας. Λίγοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για το λίκνο του δυτικού μοναχισμού, εκεί όπου ο Άγιος Βενέδικτος της Νουρσίας ίδρυσε τις πρώτες μοναστικές κοινότητες τον 6ο αιώνα.
Σε αυτή την αγροτική ενδοχώρα, τα μοναστήρια εξελίχθηκαν σε κέντρα γνώσης, διατηρώντας τη λατινική γραμματεία, τη θεολογία, αλλά και πρακτικές στην ιατρική, τη γεωργία και τη μαγειρική που επηρέασαν βαθιά τη μεσαιωνική Ευρώπη.
Κατά μήκος του μονοπατιού δεσπόζει το μοναστήρι της Σάντα Σκολάστικα, αφιερωμένο στην αδελφή του Αγίου Βενέδικτου και ιδρύτρια του γυναικείου βενεδικτίνικου μοναχισμού. Από εκεί, μια σύντομη διαδρομή οδηγεί στο Σάκρο Σπέκο, χτισμένο πάνω σε απόκρημνο ασβεστολιθικό βράχο, στο σημείο όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος Βενέδικτος έζησε ως ερημίτης.
Παρότι σήμερα μπορεί κανείς να φτάσει οδικώς, το μονοπάτι παραμένει ο πιο βιωματικός τρόπος προσέγγισης, ακολουθώντας τα ίχνη βοσκών, ερημιτών και μοναχών αιώνων.
«Τα ίχνη της πνευματικότητας είναι παντού», σημειώνει ο μοναχός Μαουρίτσιο, ξεναγώντας τους επισκέπτες στους διαδρόμους με τις μεσαιωνικές τοιχογραφίες.
Από τα παλιά μονοπάτια των μουλαριών έως το μοναστηριακό φαρμακείο με χειροποίητα σαπούνια και βάμματα, όλα αποτυπώνουν την αρχή του ora et labora – προσευχή και εργασία. Οι μοναχοί συνεχίζουν να καλλιεργούν τον κήπο τους, παράγοντας φυτικά προϊόντα, γλυκίσματα μέντας και το περίφημο amaro benedettino.
Η πορεία συνεχίζεται προς τη Βαλλεπιέτρα, ένα χωριό μόλις 300 κατοίκων, και από εκεί στο Ιερό της Αγίας Τριάδας, σκαλισμένο στον βράχο και ενεργό προσκυνηματικό κέντρο ήδη από τον 5ο αιώνα. Στα μονοπάτια, απλοί ξύλινοι σταυροί, χαραγμένα μηνύματα και αναμμένα κεριά λειτουργούν ως σιωπηλές μαρτυρίες πίστης και προσδοκίας.
«Η συμβολική διάσταση είναι αναπόσπαστο μέρος της διαδρομής», λέει η μοναχή Μέρι Ρίτσι. «Κάθε βήμα φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά σε κάτι απλό και ουσιαστικό».
Η τέταρτη και τελευταία διαδρομή, κοντά στο χωριό Καππαδότσια, ολοκληρώνει το ταξίδι μέσα από λιβάδια, αγριολούλουδα και μικρά παρεκκλήσια. Τρία χρόνια μετά την έναρξη της πρωτοβουλίας, η Άνταμς βλέπει τον αντίκτυπό της πέρα από τους αριθμούς.
«Το δημιούργησα όταν έβλεπα γονείς να προσεύχονται για τα παιδιά τους, χαμένα μέσα στο άγχος της εποχής», λέει. «Χαίρομαι που, με τον τρόπο μου, βοήθησα κάποιους να νιώσουν πιο ήρεμοι. Πολλοί επιστρέφουν – για έναν περίπατο, για μια κουβέντα. Στον δρόμο γεννήθηκαν φιλίες και έρωτες».