Την ίδια στιγμή που η Κρήτη ενισχύει συνεχώς το ρόλο της ως ευρωπαϊκή πύλη του διεθνούς Διαδικτύου, αφού περισσότερα από 12 διεθνή καλώδια οπτικών ινών συνδέονται ή πρόκειται να συνδεθούν με το νησί, η Ευρωπαϊκή Ένωση λαμβάνει αυξημένα μέτρα για την προστασία του υποθαλάσσιων υποδομών από σαμποτάζ.
Η Κρήτη προσελκύει ήδη τους μεγάλους διεθνείς ομίλους που επενδύουν σε υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών (το 2Africa — το μεγαλύτερο καλώδιο στον κόσμο — έχει κόμβο στο νησί) αφού βρίσκεται πολύ κοντά σε Μέση Ανατολή και Αφρική ενώ αποτελεί έδαφος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. Συνεπώς επιτρέπει πρόσβαση σε νέες αγορές αλλά με ευρωπαϊκό ρυθμιστικό περιβάλλον, συνδυασμός που είναι σπάνιος.
Ταυτόχρονα, όμως, οι γεωπολιτικές ανατροπές και τα συνεχή περιστατικά σαμποτάζ σε καλώδια οπτικών ινών και ενέργειας στην Βαλτική (12 βλάβες την τελευταία τριετία) αναγκάζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει σε νέα μέτρα αντιμετώπισης τέτοιων καταστάσεων.
Πριν από λίγες ημέρες, για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε σε ειδική πρόσκληση για χρηματοδότηση έργων δημιουργία υποδομών για γρήγορη επισκευή καλωδίων στην Ε.Ε., για ενίσχυση ανθεκτικότητας των καλωδίων απέναντι σε σαμποτάζ ή τεχνικές βλάβες καθώς και για αποθήκευση των απαραίτητων εξαρτημάτων και εργαλείων για την επισκευή των καλωδίων (repair modules) σε λιμάνια ή ναυπηγεία. Ειδικά στην Μεσόγειο, που αποτελεί, με επίκεντρο την Κρήτη και την Αίγυπτο, κόμβο για τεράστια διεθνή καλώδια μεταφοράς δεδομένων.
Αν και τα καλώδια είναι αόρατα για τον μέσο χρήστη, αποτελούν την πιο ευάλωτη «καρωτίδα» του σύγχρονου πολιτισμού. Το σαμποτάζ στα καλώδια θεωρείται το απόλυτο εργαλείο της «γκρίζας ζώνης» (gray zone warfare). Πρόκειται για ενέργειες που βρίσκονται κάτω από το όριο της ανοιχτής ένοπλης σύγκρουσης, αλλά προκαλούν τεράστια ζημιά στον αντίπαλο. Το κύριο πλεονέκτημα του σαμποτάζ στο βυθό είναι η άρνηση ευθύνης (plausible deniability). Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί αν ένα καλώδιο κόπηκε από μια «περιπλανώμενη» άγκυρα ενός εμπορικού πλοίου ή από έναν εξειδικευμένο υποβρύχιο μηχανισμό μιας ξένης δύναμης.
Σε έναν μελλοντικό πόλεμο, η πρώτη σφαίρα μπορεί να μην πέσει στην ξηρά, αλλά το πρώτο καλώδιο θα κοπεί στον σκοτεινό και αφύλακτο βυθό. Η κυριότητα των υποδομών μετατοπίζεται από τις παραδοσιακές τηλεπικοινωνιακές εταιρείες στους τεχνολογικούς κολοσσούς (OTTs) όπως η Google, η Meta, η Amazon και η Microsoft. Σήμερα, οι εταιρείες αυτές χρηματοδοτούν πάνω από το 80% της νέας χωρητικότητας καλωδίων παγκοσμίως.
Παρά τα όσα διαβάζουμε για δορυφόρους και άλλα ηχηρά, το πρόσφατο βιβλίο του δημοσιογράφου Samanth Subramanian, με τίτλο «The Web Beneath the Waves: The Fragile Cables That Connect Our World», αποκαλύπτει την αθέατη πλευρά της παγκόσμιας συνδεσιμότητας: ένα πλέγμα από 550 περίπου υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών που μεταφέρουν το 95% της παγκόσμιας κίνησης του Διαδικτύου. Σε έναν κόσμο που αντιλαμβάνεται το Διαδίκτυο ως κάτι «ασύρματο» και «νεφελώδες», η πραγματικότητα βρίσκεται στον πυθμένα των ωκεανών. Εκεί βρίσκονται 870.000 μίλια καλωδίων, με πάχος που δεν υπερβαίνει αυτό ενός λάστιχου ποτίσματος. Ο πυρήνας τους αποτελείται από ίνες γυαλιού λεπτές όσο μια ανθρώπινη τρίχα, οι οποίες περιβάλλονται από στρώματα χάλυβα, χαλκού, νάιλον και πίσσας για προστασία. Παρά την ισχυρή θωράκιση, τα καλώδια παραμένουν εκτεθειμένα σε φυσικές καταστροφές, ανθρώπινα ατυχήματα και, όλο και συχνότερα, σε πράξεις δολιοφθοράς.
Το Μάθημα της Τόνγκα
Για να καταλάβουμε τι μπορεί να συμβεί αν καταστραφεί ένα υποθαλάσσιο καλώδιο οπτικών ινών, ο συγγραφέας μας θυμίζει την περίπτωση του νησιωτικού έθνους της Τόνγκα στον Ειρηνικό. Μετά την έκρηξη του ηφαιστείου Hunga Tonga-Hunga Ha'apai τον Ιανουάριο του 2022, μια κατολίσθηση στον βυθό έκοψε 55 μίλια από το διεθνές καλώδιο και 65 μίλια από το εγχώριο δίκτυο της Τόνγκα. Τα ΑΤΜ σταμάτησαν να λειτουργούν, οι τράπεζες δεν μπορούσαν να επαληθεύσουν λογαριασμούς και το εμπόριο κατέρρευσε. Οι πολίτες δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους συγγενείς τους, ενώ τα εμβάσματα από το εξωτερικό, που αποτελούσαν το 44% του ΑΕΠ, σταμάτησαν. Τα νοσοκομεία δεν μπορούσαν να ανταλλάξουν ιατρικούς φακέλους και τα σχολεία κατέφυγαν σε ραδιοφωνικές μεταδόσεις μαθημάτων.
Το ειδικό πλοίο επισκευής καλωδίων «Reliance» χρειάστηκε ημέρες για να φτάσει στο σημείο, καθώς έπρεπε πρώτα να καθαριστεί ο αέρας από την τέφρα και να διασφαλιστεί ότι το ηφαίστειο δεν θα εκραγεί ξανά. Οι τεχνικοί χρησιμοποίησαν ειδικούς γάντζους για να ανασύρουν τις κομμένες άκρες του καλωδίου από βάθος χιλιάδων μέτρων. Διαπίστωσαν ότι το καλώδιο είχε μετακινηθεί χιλιόμετρα μακριά από την αρχική του θέση και είχε θαφτεί κάτω από τόνους λάσπης.
Ο νέος «Ψυχρός Πόλεμος» του βυθού
Οι αναλυτές, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, τονίζουν πως η κορύφωση της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας φέρνει πιο κοντά τον κίνδυνο του Splinternet, ενός διασπασμένου διαδικτύου. Αν οι ΗΠΑ και η Κίνα συνεχίσουν να χτίζουν χωριστά τείχη στον βυθό, η παγκόσμια συνδεσιμότητα θα δώσει τη θέση της σε δύο ασύμβατα στρατόπεδα. Αυτό θα σήμαινε το τέλος του Διαδικτύου ως «κοινού αγαθού» και την οριστική μετατροπή του σε εργαλείο κρατικής επιβολής.
Η ανάγκη για εθνική ασφάλεια και ο έλεγχος της πληροφορίας οδηγούν σε έναν νέο «Ψυχρό Πόλεμο» κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Όποιος ελέγχει τα καλώδια, ελέγχει τη ροή του παγκόσμιου πλούτου και της γνώσης. Στην εποχή του υβριδικού πολέμου, η καταστροφή ή η υποκλοπή ενός καλωδίου μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική από μια παραδοσιακή στρατιωτική επιχείρηση. Υπάρχουν τρεις κύριες πτυχές αυτού του «πολέμου»: η δολιοφθορά (sabotage), η κατασκοπεία (surveillance) και ο αποκλεισμός (exclusion). Ο συγγραφέας ανατρέχει στην ιστορία για να δείξει ότι το σαμποτάζ δεν είναι νέα τακτική. Αναφέρει την επιχείρηση της Μεγάλης Βρετανίας την πρώτη νύχτα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το πλοίο Telconia έκοψε τα πέντε γερμανικά υποβρύχια τηλεγραφικά καλώδια στη Μάγχη, απομονώνοντας τη Γερμανία από τον υπόλοιπο κόσμο.
Για παράδειγμα, το 2023, δύο καλώδια που συνέδεαν τα νησιά Matsu με την Ταϊβάν κόπηκαν μέσα σε έξι ημέρες από κινεζικά πλοία. Αν και η Κίνα το παρουσίασε ως ατύχημα, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι τέτοια περιστατικά λειτουργούν ως «ασκήσεις αποκλεισμού».
Ειδική αναφορά γίνεται στο ρωσικό ερευνητικό πλοίο Yantar και σε υποβρύχια ειδικών αποστολών που διαθέτουν βραχίονες κοπής. Το ΝΑΤΟ ανησυχεί ότι σε περίπτωση σύγκρουσης, η Ρωσία θα μπορούσε να αποκόψει πλήρως την Ευρώπη από τις ΗΠΑ, παραλύοντας τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις στρατιωτικές επικοινωνίες.
Ο Subramanian εξηγεί ότι ο πόλεμος δεν αφορά μόνο την καταστροφή, αλλά και την κατοχή της πληροφορίας. Περιγράφει πώς οι μυστικές υπηρεσίες (όπως η NSA και η GCHQ) χρησιμοποιούν τους σταθμούς προσαιγιάλωσης ως σημεία μαζικής συλλογής δεδομένων. Αναφέρεται η τεχνική τοποθέτησης αισθητήρων πάνω στις οπτικές ίνες που μπορούν να διαβάσουν το φως χωρίς να διακόψουν τη ροή. Ταυτόχρονα χώρες όπως το Τζιμπουτί ή η Αίγυπτος αποκτούν τεράστια γεωπολιτική ισχύ επειδή φιλοξενούν δεκάδες καλώδια, επιτρέποντάς τους να έχουν (θεωρητικά ή πρακτικά) πρόσβαση σε κρίσιμα δεδομένα που διακινούνται μέσω της επικράτειάς τους.
Η διαμάχη ΗΠΑ – Κίνας
Οι ΗΠΑ ήδη εμποδίζουν κινεζικές εταιρείες (όπως η HMN Tech) να συμμετέχουν σε έργα καλωδίων που αγγίζουν αμερικανικό έδαφος. Στην Ουάσινγκτον προωθούν την ιδέα ενός «καθαρού» δικτύου, απαλλαγμένου από κινεζική τεχνολογία, επικαλούμενες τον κίνδυνο κατασκοπείας από το Πεκίνο. Η Κίνα αντιδρά καθυστερώντας τις άδειες πόντισης καλωδίων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και χρηματοδοτώντας δικά της συστήματα (όπως το EMA) που παρακάμπτουν τις δυτικές υποδομές. Το Πεκίνο κατασκευάζει το δικό της δίκτυο, όπως το σύστημα EMA αξίας 500 εκατομμυρίων δολαρίων, ως αντίπαλο δέος στα αμερικανικά συμφέροντα.
Το βιβλίο καταλήγει σε ένα απαισιόδοξο συμπέρασμα. Είναι πρακτικά αδύνατο να αστυνομευθούν χιλιάδες μίλια καλωδίων στον απέραντο ωκεανό. Τα κράτη προσπαθούν να απαντήσουν με τη χρήση drones βυθού για επιτήρηση και με τη δημιουργία «δικτύων ανθεκτικότητας» (resilience), ποντίζοντας περισσότερα καλώδια ώστε να υπάρχει εναλλακτική διαδρομή σε περίπτωση επίθεσης. Ωστόσο, όπως τονίζει ο συγγραφέας, η τεχνολογία του σαμποτάζ είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από την τεχνολογία της προστασίας.
Η πρώτη και πιο βασική γραμμή άμυνας δεν είναι η φυσική φύλαξη, αλλά η αρχιτεκτονική του δικτύου. Μια χώρα δεν πρέπει να βασίζεται σε μία μόνο διαδρομή ή σε έναν μόνο σταθμό προσαιγιάλωσης. Επίσης, η δημιουργία ενός «πλέγματος» καλωδίων διασφαλίζει ότι αν ένα καλώδιο κοπεί από σαμποτάζ ή ατύχημα, η κίνηση μπορεί να αναδρομολογηθεί ακαριαία μέσω άλλων οδών. Τέλος, οι χώρες επιδιώκουν να έχουν σταθμούς προσαιγιάλωσης σε διαφορετικά σημεία των ακτών τους, ώστε ένα τοπικό καταστροφικό γεγονός (π.χ. ένας σεισμός ή μια στοχευμένη επίθεση σε μια πόλη) να μην απομονώσει ολόκληρη την επικράτεια.