Ο θρύλος του αμερικανικού κινηματογράφου μιλά για τους εφιάλτες του, το Χόλιγουντ, την πολιτική και την παροιμιώδη εμμονή του με το κακό.
- Το ανυπότακτο πνεύμα του Κάρπεντερ πηγάζει από τα παιδικά του χρόνια στον αμερικανικό Νότο. Η συμβουλή του πατέρα του για συνεχή δημιουργία και μια ταινία που είδε μικρός τον οδήγησαν να αφοσιωθεί στη σκηνοθεσία.
- Η καριέρα του εκτοξεύθηκε με το «Halloween», μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού που καθόρισε το είδος slasher. Αργότερα, συγκρούστηκε με τα στούντιο για τον δημιουργικό έλεγχο των σίκουελ, διατηρώντας όμως μια прагматиκή στάση απέναντι στα κέρδη.
- Η φιλμογραφία του διαπερνάται από πολιτικό σχολιασμό, σατιρίζοντας την εξουσία, τον καταναλωτισμό και παρουσιάζοντας μια ζοφερή εκδοχή της επαφής με εξωγήινους. Πολλές ταινίες του, όπως το «The Thing», έγιναν κλασικές μετά την αρχική τους αποτυχία.
- Απομακρυσμένος από την εξαντλητική κινηματογραφική βιομηχανία, ο Κάρπεντερ εστιάζει στη μουσική και τα graphic novels. Σήμερα περιοδεύει με την οικογένειά του, παίζει βιντεοπαιχνίδια και δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένος από τη διαδρομή του.
Λίγοι δημιουργοί έχουν επηρεάσει τόσο βαθιά τον σύγχρονο κινηματογράφο τρόμου όσο ο Τζον Κάρπεντερ. Ο άνθρωπος πίσω από ταινίες όπως τα «Halloween», «The Thing», «The Fog», «Escape from New York» και «They Live» παραμένει, στα 78 του χρόνια, ένας αθεράπευτα ανυπότακτος καλλιτέχνης που εξακολουθεί να δημιουργεί, αυτή τη φορά μέσα από τη μουσική και τα graphic novels.
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του graphic novel «Cathedral» και του ομώνυμου άλμπουμ, ο θρύλος του αμερικανικού κινηματογράφου μιλά στην εφημερίδα Guardian για τους εφιάλτες του, τη δημιουργική του φιλοσοφία, το Χόλιγουντ, την πολιτική και την εμμονή του με το κακό, αποκαλύπτοντας πως όσα γνωρίζει γι' αυτό τα έμαθε μεγαλώνοντας σε μια μικρή πόλη του αμερικανικού Νότου.
Η αφορμή για τη νέα του δουλειά
Η αφορμή για τη νέα του δουλειά ήταν ένα όνειρο που είδε το 2024. Σε αυτό υπήρχε μια εγκαταλελειμμένη εκκλησία, μια πύλη που οδηγούσε στον κάτω κόσμο, δαίμονες και άνθρωποι που μεταμορφώνονταν με φρικιαστικό τρόπο. «Ξύπνησα και σκέφτηκα: "Τι απίστευτη ιστορία!"», λέει. Αντί να αντιμετωπίσει το όνειρο ως εφιάλτη, αποφάσισε να το μετατρέψει σε graphic novel συνοδευόμενο από μουσική.
Για τον ίδιο, άλλωστε, οι πραγματικοί εφιάλτες είναι πολύ διαφορετικοί. «Οι εφιάλτες για μένα είναι προσωπικοί. Συνήθως ονειρεύομαι ότι σκηνοθετώ μια ταινία και κανείς δεν με ακούει. Κανείς δεν ακολουθεί τις οδηγίες μου. Από αυτό ξυπνάω πραγματικά τρομαγμένος».
«Το Χόλιγουντ σε φθείρει ως άνθρωπο»
Η απάντησή του αποτυπώνει με ακρίβεια όλη τη διαδρομή του στο Χόλιγουντ. Για περισσότερα από 25 χρόνια ο Κάρπεντερ αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις των στούντιο, διεκδικώντας απόλυτο δημιουργικό έλεγχο στις ταινίες του. Πολλές απέτυχαν εμπορικά όταν κυκλοφόρησαν, όμως σχεδόν όλες απέκτησαν στη συνέχεια καλτ χαρακτήρα και αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικά έργα του κινηματογράφου τρόμου και επιστημονικής φαντασίας.
Παρότι παραδέχεται ότι του λείπει η διαδικασία των γυρισμάτων, δεν κρύβει την ανακούφισή του που απομακρύνθηκε από το σύστημα των μεγάλων στούντιο. «Το Χόλιγουντ είναι πολύ δύσκολο μέρος. Κάθε φορά πρέπει να παλεύεις και αυτό σε φθείρει ως άνθρωπο. Οι σκηνοθέτες μοιάζουν σαν να βγήκαν από πόλεμο γιατί πράγματι έχουν περάσει έναν δημιουργικό πόλεμο».
Παρά το γεγονός ότι σκηνοθέτες όπως ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, ο Κουέντιν Ταραντίνο, ο Έντγκαρ Ράιτ και ο Τζέιμς Κάμερον τον αναγνωρίζουν ως μία από τις μεγαλύτερες επιρροές τους, ο ίδιος δείχνει σχεδόν αμήχανος μπροστά στην κληρονομιά του.
Όταν πληροφορείται ότι ολόκληρη παράγραφος στη Wikipedia απαριθμεί τους δημιουργούς που έχουν επηρεαστεί από το έργο του, απαντά: «Τι σημαίνει αυτό για μένα; Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι' αυτό». Ομολογεί επίσης ότι παραμένει τεχνολογικά... ανυπάκουος. «Επαναστάτησα απέναντι στα κινητά τηλέφωνα. Επαναστάτησα απέναντι στους υπολογιστές. Δεν θέλω να ασχολούμαι με αυτά».
Η ρίζα της διαρκούς αντίδρασης
Η ρίζα αυτής της διαρκούς αντίδρασης βρίσκεται στα παιδικά του χρόνια. Ο Κάρπεντερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, όμως όταν ήταν πέντε ετών η οικογένειά του μετακόμισε στο Μπόουλινγκ Γκριν του Κεντάκι, στην καρδιά του αμερικανικού Νότου της εποχής των φυλετικών διακρίσεων. «Ήμασταν σαν ψάρια έξω από το νερό. Ό,τι ξέρω για το κακό το έμαθα σε εκείνη τη μικρή πόλη», λέει.
Ο πατέρας του, καθηγητής μουσικής και βιολονίστας, προσπάθησε να τον μάθει βιολί, όμως ο μικρός Τζον γινόταν στόχος επιθέσεων από τους συμμαθητές του. «Περπατούσα για το σχολείο κρατώντας ένα βιολί και τα παιδιά αποφάσιζαν ότι ήμουν ιδανικός για ξύλο. Έτσι άρχισα να μισώ το βιολί ακόμη περισσότερο». Παρ' όλα αυτά, αναγνωρίζει σήμερα ότι ο πατέρας του του χάρισε τη σημαντικότερη συμβουλή της ζωής του: «Να δημιουργείς πάντα κάτι, είτε είναι μουσική είτε γραφή είτε ζωγραφική».
Η μητέρα του ήταν εκείνη που τον σύστησε στον κινηματογράφο. Όταν είδε σε ηλικία οκτώ ετών την ταινία επιστημονικής φαντασίας «Forbidden Planet», πήρε αμέσως την απόφασή του. «Βγήκα από την αίθουσα και σκέφτηκα: θα γίνω σκηνοθέτης».
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Dark Star» του 1974, γυρίστηκε με ελάχιστα χρήματα, χρησιμοποιώντας μέχρι και χάρτινες αυγοθήκες για το εσωτερικό του διαστημοπλοίου και μια φουσκωτή μπάλα παραλίας ως εξωγήινο. Παρά τις αυτοσχέδιες λύσεις, απέδειξε ότι μπορούσε να δημιουργήσει αποτελεσματικό κινηματογράφο με ελάχιστο προϋπολογισμό.
«Ήθελα να χειραγωγήσω το κοινό»
Η πραγματική έκρηξη ήρθε το 1978 με το «Halloween». Γυρισμένο με μόλις 325.000 δολάρια και με μια σχεδόν άγνωστη τότε Τζέιμι Λι Κέρτις, απέφερε περισσότερα από 70 εκατομμύρια δολάρια και θεωρείται μέχρι σήμερα η ταινία που καθόρισε το σύγχρονο slasher. Ο Κάρπεντερ εξηγεί ότι στόχος του ήταν να συγκεντρώσει όλη την ουσία του τρόμου που είχε αγαπήσει ως θεατής.
«Ήθελα να χειραγωγήσω το κοινό σαν να βρισκόταν σε λούνα παρκ. Να ουρλιάζει, να πετάγεται από τη θέση του, να μη γνωρίζει ποτέ από πού θα εμφανιστεί ο κίνδυνος». Για πρώτη φορά ο τρόμος δεν βρισκόταν σε κάποιο γοτθικό κάστρο αλλά στα ήσυχα αμερικανικά προάστια, δίπλα στην καθημερινότητα.
Ακόμη και όταν τα στούντιο επέμεναν να συνεχίσουν την επιτυχία του «Halloween», εκείνος δεν δίστασε να διαφωνήσει. Θεωρούσε ότι η ιστορία είχε ολοκληρωθεί, όμως οι παραγωγοί αποφάσισαν να προχωρήσουν ούτως ή άλλως. Έγραψε το σενάριο του «Halloween II», χωρίς όμως να το σκηνοθετήσει.
«Μετά το πήραν από τα χέρια μου, αλλά κάθε φορά που γυρίζουν μία νέα ταινία εγώ κάθομαι στον καναπέ και έρχεται μια επιταγή. Τι κακό έχει αυτό; Πρέπει να παραδεχτώ ότι, παρά την επαναστατική μου φύση, είμαι ένας ευτυχισμένος καπιταλιστής», σχολιάζει γελώντας.
«Πάτωσε» το 1982 αλλά θεωρείται αριστούργημα σήμερα
Το ίδιο ανυπότακτο πνεύμα διαπερνά σχεδόν ολόκληρη τη φιλμογραφία του. Στο «Escape from New York» γελοιοποιεί την πολιτική εξουσία, στο «Big Trouble in Little China» ανατρέπει τα στερεότυπα του χολιγουντιανού ήρωα, ενώ στο «The Thing» του 1982 παρουσιάζει μια ζοφερή εκδοχή της επαφής με εξωγήινους.
Η ταινία κυκλοφόρησε δύο εβδομάδες μετά το αισιόδοξο «E.T.» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και απέτυχε εμπορικά. Σήμερα θεωρείται αριστούργημα. Ο ίδιος θυμάται ότι βλέποντας το «E.T.» είχε σκεφτεί: «Αν θέλετε να μάθετε την αλήθεια για μια συνάντηση με εξωγήινους, οι δικές μου ταινίες είναι πιο ρεαλιστικές. Κοιτάξτε τι συνέβη στους αυτόχθονες όταν έφτασαν οι Ευρωπαίοι στην Αμερική. Δεν πήγε καλά γι' αυτούς. Ούτε για εμάς θα πάει καλά».
Από τις πιο πολιτικές του δημιουργίες παραμένει το «They Live» του 1988. Μέσα από τα διάσημα γυαλιά που αποκαλύπτουν τα κρυμμένα μηνύματα «Υπάκουε», «Κοιμήσου», «Παντρέψου και αναπαράξου», ο Κάρπεντερ σατίριζε την υπερκατανάλωση και την κοινωνία της εποχής Ρίγκαν.
«Είναι ντοκιμαντέρ και δυστυχώς δεν τελείωσε ποτέ. Συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, χειρότερα από πριν», λέει, παραδεχόμενος ότι παραμένει βαθιά απογοητευμένος από την κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να πιστεύει στη δημοκρατία. «Ψηφίζω. Αυτή είναι η μοναδική δύναμη που έχω. Δεν είμαι δισεκατομμυριούχος όπως κάποιοι άλλοι. Πιστεύω ότι κάποια μέρα θα τους νικήσουμε».
Αφού απομακρύνθηκε από τη σκηνοθεσία, συνειδητοποίησε πόσο τον είχε εξαντλήσει η κινηματογραφική βιομηχανία. «Ήμουν εθισμένος στο να γυρίζω ταινίες και χρειαζόμουν αποτοξίνωση», λέει χαρακτηριστικά. Σήμερα περιοδεύει παίζοντας τη μουσική των ταινιών του μαζί με τον γιο του Κόντι και τον βαφτισιμιό του Ντάνιελ Ντέιβις, ηχογραφεί νέα έργα, βλέπει μπάσκετ, παίζει βιντεοπαιχνίδια και κοιμάται όσο περισσότερο μπορεί. «Έχω συνεργαστεί με σπουδαίους ηθοποιούς, έζησα απίστευτες εμπειρίες και τώρα παίζω μουσική. Δεν γίνεται καλύτερα από αυτό. Πραγματικά δεν γίνεται».