Η 70χρονη Ana Viladomiu είναι η τελευταία ένοικος της Casa Milà του Αντόνι Γκαουντί στην πολυτελή λεωφόρο Passeig de Gràcia της Βαρκελώνης.
Μιλώντας στον Guardian, περιέγραψε πώς είναι να ζει κανείς σε ένα κτίριο που δέχεται περίπου ένα εκατομμύριο επισκέπτες ετησίως.
«Έχω συνηθίσει όλους τους επισκέπτες. Είναι μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά είναι το σπίτι μου και είναι εδώ και σχεδόν 40 χρόνια» είπε για το διαμέρισμα στο οποίο μεγάλωσε τις δύο κόρες της, οι οποίες -φυσικά μετά τη διαμονή σε ένα εμβληματικό κτίριο- είναι σήμερα αρχιτέκτονες.
Συνεχίζοντας, παραδέχθηκε ότι η καθημερινότητά της επηρεάζεται από τους τουρίστες που τη ρωτούν αν ζει εκεί και τη φωτογραφίζουν, τόνισε ωστόσο ότι πια αυτό είναι μέρος της ζωής της και ότι είναι «προνόμιο» να μένει εκεί.
Το διαμέρισμα ανήκε στον εν διαστάσει σύζυγό της, Fernando Amat, ιδιοκτήτη του γνωστού καταστήματος design Vinçon, και η ίδια μετακόμισε σε αυτό το 1988. Την περίοδο εκείνη υπήρχαν πολλοί ένοικοι στο κτίριο, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι περισσότεροι αποχώρησαν, καθώς η τράπεζα Caixa Catalunya, που είχε αποκτήσει το ακίνητο, εξαγόρασε τα συμβόλαιά τους για να προχωρήσει σε ανακαίνιση. Η Viladomiu και ο σύζυγός της δεν έλαβαν ποτέ τέτοια πρόταση, γεγονός που η ίδια σχολίασε με χιούμορ.
Ζει σε κτίριο που σχεδίασε ο Γκαουντί πληρώνοντας συμβολικό ενοίκιο
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Viladomiu μένει στο διαμέρισμα που σχεδίασε ένας από τους σπουδαιότερους αρχιτέκτονες στον κόσμο πληρώνοντας απλά ένα συμβολικό ενοίκιο χάρη σε ένα renta antigua, ένα παλιό συμβόλαιο με σταθερό ενοίκιο, που της δίνει το δικαίωμα να ζει εκεί μέχρι το τέλος της ζωής της. Παρόμοια συμβόλαια σταμάτησαν να δίνονται το 1985, ωστόσο εκτιμάται ότι περίπου 100.000 εξακολουθούν να ισχύουν στην Ισπανία.
Όπως περιγράφει ο Guardian, το διαμέρισμα της Viladomiu χαρακτηρίζεται από φωτεινότητα, καμπύλες γραμμές και διακοσμητικά στοιχεία εμπνευσμένα από τη φύση.
Το κτίριο, γνωστό και ως La Pedrera, ολοκληρώθηκε το 1910 και αρχικά προκάλεσε αντιδράσεις εν μέρει επειδή θύμιζε την όψη λατομείου. Από το 1984 αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO και έχει αλλάξει αρκετούς ιδιοκτήτες, ενώ οι χώροι έχουν κατά καιρούς αξιοποιηθεί για διάφορες χρήσεις. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος χρησιμοποιείται ως γραφεία ή για πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ τη διαχείριση έχει αναλάβει ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα.
Μετά τον θάνατο του Γκαουντί, η αρχική ιδιοκτήτρια Rosario Segimon είχε αλλοιώσει σημαντικά τη διακόσμηση στο διαμέρισμά της στον πρώτο όροφο του κτιρίου, γεγονός που είχε προκαλέσει αντιδράσεις στον αρχιτεκτονικό κόσμο. Σύμφωνα πάντως με τη Viladomiu, δεν υπάρχουν περιορισμοί για πιθανές αλλαγές στον χώρο της, η ίδια ωστόσο δεν θα σκεφτόταν ποτέ να επέμβει, καθώς όλα εξακολουθούν να είναι λειτουργικά.
Η εμπειρία της μάλιστα αποτέλεσε τη βάση για το βιβλίο της «The Last Tenant», ένα έργο αυτομυθοπλασίας, βασισμένο σε πραγματικές μαρτυρίες πρώην ενοίκων. Η συγγραφέας άλλωστε είχε να διηγηθεί πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες από τις μεγάλες προσωπικότητες που επισκέφθηκαν το κτίριο, όπως η αρχιτέκτονας Zaha Hadid και ο σχεδιαστής μόδας Jean Paul Gaultier. Για τον τελευταίο ανέφερε χαρακτηριστικά στον Guardian: «Συνάντησα τον Gaultier κάτω στο ασανσέρ. Είχα τα χέρια μου γεμάτα σακούλες με πορτοκάλια και κοίταζε τα πάντα με μεγάλο ενθουσιασμό. Με ρώτησε αν έμενα εδώ και τον κάλεσα να ρίξει μια ματιά τριγύρω. "Μου έφτιαξες τη μέρα", είπε. Αργότερα μου έστειλε ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα».
Το 2026, και ενώ συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον θάνατο του Γκαουντί, η ιστορία της Viladomiu υπενθυμίζει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι τα έργα του αρχιτέκτονα δημιουργήθηκαν να κατοικούνται από ανθρώπους και όχι για να τα επισκέπτονται απλά τουρίστες.