Η Κάρλα Βίλα, ένα κομμάτι ιστορίας του Μιλάνου, κάθεται σε ένα τραπέζι, έτοιμη να αφηγηθεί την ζωή της στην Corriere della Sera.
- Επιδεικνύοντας ανεξάρτητο πνεύμα, η Κάρλα Βίλα είχε κατακτήσει την ελευθερία της πριν το '68, αποφασίζοντας να μεγαλώσει μόνη τον γιο της, Τόμας, σε μια εποχή που αυτό δεν συνηθιζόταν.
- Η καθημερινότητά της περιλαμβάνει λιτό διαιτολόγιο, τη συντροφιά του γιου της και βοηθών, και μικρές βόλτες, ενώ αντιμετωπίζει τον θάνατο με ψυχραιμία, σκεπτόμενη κυρίως τον γιο της, Τόμας.
- Στην ιστορική γειτονιά Μπρέρα, θυμάται προσωπικότητες όπως την ηθοποιό Μαριάντζελα Μελάτο, στην οποία έδινε συμβουλές για ρούχα και κάποτε της δάνεισε ένα φόρεμα για μια σημαντική οντισιόν.
- Οι αναμνήσεις της ζωντανεύουν από το μπακάλικο του πατέρα της, πόλο έλξης για διάσημους πελάτες, και από μια παιδική ιστορία όπου ως βρέφος σώθηκε από βέβαιο θάνατο.
Έχει κλείσει τα 101 της χρόνια και δεν της φαίνεται καθόλου. Ούτε σωματικά, ούτε στο βλέμμα. Η κυρία Κάρλα Βίλα, ένα κομμάτι ιστορίας του Μιλάνου, κάθεται σε ένα τραπέζι με δύο δίσκους με μπισκότα σοκολάτας, έτοιμη να αφηγηθεί την ζωή της στην Corriere della Sera.
Μένει στον ίδιο δρόμο, την οδό Σαν Μάρκο, εδώ και 99 χρόνια. Πάνω από το Ελ Τομπόν, το μαγαζί στο οποίο έδωσε εκείνη το όνομα, το οποίο διηύθυναν κάποτε τα αδέρφια Τσέζαρε και Φράνκο. Αλλά ακόμη πιο πριν, στον ίδιο ακριβώς χώρο, υπήρχε το Μπακάλικο Βίλα του πατέρα της Λουίτζι: ένα από τα πιο καλά εφοδιασμένα του Μιλάνου, σταθερή στάση των μεγάλων δημοσιογράφων της Corriere della Sera.
Η ελευθερία, γι' αυτήν, δεν υπήρξε ποτέ σύνθημα
Η ελευθερία, γι' αυτήν, δεν υπήρξε ποτέ σύνθημα. Το '68 δεν το έκανε στην πλατεία: το είχε ήδη κατακτήσει έναν χρόνο πριν, αποφασίζοντας, μόνη της, σε καιρούς που δεν συνηθιζόταν, να μεγαλώσει τον γιο της Τόμας, χωρίς να ζητήσει την άδεια από κανέναν.
«Ξυπνάω μεταξύ 7.30 και 8 και κάνω πρωινό με καφέ-γάλα και μπισκότα», δήλωσε η Βίλα. «Το μεσημεριανό το προσπερνάω, το βράδυ κοτόπουλο με λαχανικά ή ψάρι. Πλέον δεν υπάρχουν πια οι πρώτες ύλες του παλιού καιρού και ακόμη και το ριζότο στα μιλανέζικα δεν ξέρει να το κάνει πια κανείς. Καμιά φορά τρώω το παγωτό καφέ που φέρνει ο Τόμας».
Μαζί με την κυρία Βίλα μένει και «η Λολίτα που ετοιμάζει και το βραδινό μου. Την ημέρα υπάρχει πάντα κάποιος: ο γιος μου, οι κυρίες που στέλνει ο Δήμος και η Ρουθ. Δεν περπατάω πια καλά, όμως αν δεν κάνει πολλή ζέστη μου αρέσει να κάνω βόλτα στη γειτονιά».
Η σκέψη του θανάτου υπάρχει στο μυαλό της; «Αν δεν υπήρχε ο Τόμας δεν θα με ενοχλούσε, στο τέλος όλοι μας θα πεθάνουμε. Όμως δεν είναι πως λέω: τι ωραία, σε λίγο πεθαίνω».
Η γειτονιά που μένει είναι η ιστορική Μπρέρα, όπου ζούσαν ηθοποιοί, καλλιτέχνες, ζωγράφοι: «Η μνήμη πλέον με προδίδει. Όμως θυμάμαι καλά την ηθοποιό Μαριαντζέλα Μελάτο, που είχε γεννηθεί λίγα μέτρα από το σπίτι μου. Παρόλο που ήταν καμιά εικοσαριά χρόνια μικρότερη από μένα, μου ζητούσε συμβουλές για τα ρούχα. Μια φορά ήρθε στο σπίτι ρωτώντας με αν μπορούσα να της δανείσω κάποιο φόρεμα για μια οντισιόν: εγώ είχα μόλις αγοράσει μερικά ρούχα και της τα έδωσα».
Έπειτα οι αναμνήσεις του «παλιού» Μιλάνου γίνονται ακόμη πιο ζωντανές: «Στο Μπακάλικο του πατέρα μου ερχόντουσαν όλοι, ακόμη και ο Ίντρο Μοντανέλι, που έπαιρνε τον καφέ και κάποιο προϊόν για τα γένια. Έμπαιναν τόσο πολλά σημαντικά πρόσωπα που κι εμείς νιώθαμε λίγο σημαντικοί. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η τηλεόραση όπως σήμερα, τα νέα τα διάβαζες στις εφημερίδες».
Και στο τέλος θυμάται και κάτι ακόμη πιο περίεργο: «Μόλις γεννήθηκα με έστειλαν σε μια παραμάνα, όπως και τα αδέρφια μου, για να την θηλάσω. Και σε κάποιο σημείο σταμάτησα να τρώω. Οι γιατροί είχαν ήδη προβλέψει τον θάνατό μου, μέχρι που ένας άλλος γιατρός δεν με εξέτασε και με έκανε να φάω χυμό μήλου βρασμένο και μετά το ίδιο το μήλο. Το κοριτσάκι δεν θα πεθάνει πια, είπε».