Υπήρξε μια χρυσή εποχή κατά την οποία οι αεροπορικές εταιρείες ανταγωνίζονταν όχι στις τιμές των εισιτηρίων αλλά στην ποιότητα των γευμάτων τους.
- Στη «χρυσή εποχή» των δεκαετιών ’50-’60, οι αεροπορικές εταιρείες ανταγωνίζονταν στην πολυτέλεια των γευμάτων. Η Pan Am σέρβιρε χαβιάρι και η TWA έκοβε ψητό μοσχάρι μπροστά στους επιβάτες, μετατρέποντας την πτήση σε γαστρονομική εμπειρία.
- Η δυνατότητα για ζεστά γεύματα προέκυψε από έναν πρωτοποριακό φούρνο θερμού αέρα που αναπτύχθηκε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η τεχνολογία αυτή επέτρεψε στις εταιρείες να επενδύσουν στο φαγητό, ειδικά όσες είχαν πιο αργά αεροσκάφη.
- Η Scandinavian Airlines αναδείχθηκε κορυφαία στην ποιότητα φαγητού, χρησιμοποιώντας τη γαστρονομία ως δέλεαρ για τους επιβάτες. Παράλληλα, το αλκοόλ έπαιζε σημαντικό ρόλο, καθώς πολλοί το κατανάλωναν για να αντιμετωπίσουν το άγχος της πτήσης.
- Από τη δεκαετία του 1970, η απελευθέρωση της αγοράς μετέφερε τον ανταγωνισμό στις τιμές. Αυτό οδήγησε σε δραστικές περικοπές και υποβάθμιση του φαγητού στην οικονομική θέση, διευρύνοντας το χάσμα με την πολυτέλεια της πρώτης θέσης.
Σήμερα, για εκατομμύρια επιβάτες, το γεύμα στο αεροπλάνο αποτελεί συχνά αντικείμενο χλευασμού. Λίγα αλμυρά κράκερ, μια συσκευασία ξηρών καρπών ή ένα πρόχειρο σάντουιτς έχουν αντικαταστήσει τα πολυτελή μενού που κάποτε σερβίρονταν ακόμη και στην οικονομική θέση. Ωστόσο, η ιστορία της αεροπορικής γαστρονομίας αποκαλύπτει ότι δεν ήταν πάντα έτσι. Υπήρξε μια «χρυσή εποχή» κατά την οποία οι αεροπορικές εταιρείες ανταγωνίζονταν όχι στις τιμές των εισιτηρίων αλλά στην ποιότητα των γευμάτων που προσέφεραν στους επιβάτες τους.
Προνόμιο των εύπορων τάξεων
Η εικόνα των σημερινών πτήσεων απέχει παρασάγγας από εκείνη των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Τότε, η αεροπορική μετακίνηση αποτελούσε προνόμιο των εύπορων τάξεων. Τα εισιτήρια ήταν ακριβά, οι πτήσεις λιγότερες και οι επιβάτες αντιμετωπίζονταν σχεδόν ως φιλοξενούμενοι πολυτελούς ξενοδοχείου. Οι διαφημίσεις της εποχής προέβαλλαν όχι μόνο την ταχύτητα και την ασφάλεια των αεροσκαφών αλλά και τα μενού που προσφέρονταν εν πτήσει. Οι εταιρείες γνώριζαν ότι η γαστρονομία μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Στην πρώτη θέση αυτής της αεροπορικής γαστρονομικής κούρσας βρέθηκαν κολοσσοί όπως η Pan Am. Στη δεκαετία του 1950 οι επιβάτες της οικονομικής θέσης μπορούσαν να απολαύσουν μέχρι και... γεμιστή φραγκόκοτα, ενώ στην πρώτη θέση σερβίρονταν χαβιάρι και αυγά μαγειρεμένα κατά παραγγελία. Η εικόνα θυμίζει περισσότερο πολυτελές εστιατόριο παρά εμπορική αεροπορική πτήση.
Ακόμη πιο εντυπωσιακές ήταν οι υπηρεσίες της Trans World Airlines, της θρυλικής TWA. Στις υπερατλαντικές πτήσεις της, το ψητό μοσχαρίσιο κρέας τεμαχιζόταν μπροστά στους επιβάτες από καρότσια που κινούνταν στους διαδρόμους της καμπίνας, όπως ακριβώς συνέβαινε στα κορυφαία εστιατόρια της εποχής. Η τελετουργία του σερβιρίσματος αποτελούσε μέρος της συνολικής εμπειρίας.
Η εξέλιξη του αεροπορικού φαγητού
Η Alaska Airlines ακολούθησε τη δική της διαδρομή. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 παρουσίασε την περίφημη υπηρεσία Golden Samovar, εμπνευσμένη από τις γαστρονομικές παραδόσεις της Ανατολικής Ευρώπης. Οι επιβάτες μπορούσαν να δοκιμάσουν πιάτα όπως το Tartlet Odessa και το Veal Orloff, γεύματα που δύσκολα θα περίμενε κανείς να συναντήσει σε αεροσκάφος.
Ίσως όμως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της εποχής να ήταν η περίφημη «Executive Flight» της United Airlines. Από το 1953 έως το 1970 η εταιρεία εκτελούσε ειδικές πτήσεις αποκλειστικά για άνδρες επιχειρηματίες ανάμεσα στο Λος Άντζελες και το Σαν Φρανσίσκο, καθώς και ανάμεσα στο Σικάγο και τη Νέα Υόρκη. Η ατμόσφαιρα θύμιζε ιδιωτική λέσχη. Τα μαρτίνι έρεαν άφθονα, τα πούρα προσφέρονταν δωρεάν και οι αεροσυνοδοί σέρβιραν πλήρες δείπνο με μπριζόλα στο τραπέζι. Σήμερα η ιδέα μοιάζει ξεπερασμένη και κοινωνικά αδιανόητη, όμως τότε θεωρούνταν σύμβολο κύρους και επιχειρηματικής επιτυχίας.
Η εξέλιξη του αεροπορικού φαγητού δεν ήταν αυτονόητη. Τα πρώτα χρόνια της αεροπλοΐας οι τεχνικοί περιορισμοί ήταν τεράστιοι. Σύμφωνα με τον ιστορικό γαστρονομίας Ρίτσαρντ Φος, συγγραφέα του βιβλίου «Food in the Air and Space», οι πρώτες πτήσεις μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού προσέφεραν απλώς σάντουιτς, καφέ και κοκτέιλ. Δεν υπήρχε τρόπος να ζεσταθούν τα φαγητά και ακόμη και ο καφές συχνά κρύωνε πριν καταναλωθεί.
Η επανάσταση ήρθε χάρη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Παραδόξως, η επανάσταση ήρθε χάρη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι στρατιωτικές ανάγκες οδήγησαν σε σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες. Ένας εφευρέτης από το Λος Άντζελες, ο Ουίλιαμ Μάξσον, ανέπτυξε έναν πρωτοποριακό φούρνο θερμού αέρα για στρατιωτικά αεροσκάφη.
Η εφεύρεσή του επέτρεπε την ταυτόχρονη αναθέρμανση πολλών γευμάτων μέσα σε ειδικούς δίσκους. Ουσιαστικά δημιούργησε τον πρόγονο των σύγχρονων φούρνων συναγωγής, οι οποίοι χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα στις αεροπορικές εταιρείες.
Η νέα τεχνολογία άλλαξε τα πάντα. Ξαφνικά οι εταιρείες μπορούσαν να σερβίρουν ζεστό ψητό μοσχάρι, πατάτες, λαχανικά και επιδόρπια σε εκατοντάδες επιβάτες μέσα σε λίγα λεπτά. Η δυνατότητα αυτή έδωσε το έναυσμα για μια πρωτοφανή γαστρονομική κούρσα.
Η ειρωνεία είναι ότι η ποιότητα του φαγητού συχνά συνδεόταν με την τεχνολογική υστέρηση των αεροσκαφών. Όπως εξηγεί ο Φος, εταιρείες που διέθεταν παλαιότερα ή πιο αργά αεροπλάνα δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν σε ταχύτητα ή άνεση. Έτσι επένδυαν στο φαγητό για να προσελκύσουν πελάτες.
Η United Airlines βελτίωσε δραστικά τα γεύματά της όταν διαπίστωσε ότι τα αεροσκάφη της είχαν ξεπεραστεί από νεότερα μοντέλα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη μεταπολεμικά και με την Alitalia, η οποία χρησιμοποίησε παλιά βομβαρδιστικά αεροσκάφη μετατρέποντάς τα ουσιαστικά σε «ιπτάμενα ιταλικά εστιατόρια».
Ανάμεσα στις εταιρείες που ξεχώρισαν περισσότερο ήταν η Scandinavian Airlines, η γνωστή SAS. Σύμφωνα με τον Φος, η σκανδιναβική εταιρεία είχε ίσως το καλύτερο φαγητό στον αέρα κατά τη δεκαετία του 1950. Οι διοικούντες γνώριζαν ότι λίγοι ταξιδιώτες θα επέλεγαν να επισκεφθούν τη Στοκχόλμη τον χειμώνα. Έτσι αποφάσισαν να κάνουν την ενδιάμεση στάση στη Σκανδιναβία ελκυστική μέσω της γαστρονομίας. Πολλοί επιβάτες επέλεγαν τη SAS μόνο και μόνο για τα γεύματά της.
Σημαντικό ρόλο στην αεροπορική εμπειρία έπαιζε και το αλκοόλ. Στις δεκαετίες του 1930 και του 1940 πολλοί επιβάτες φοβούνταν τις πτήσεις και κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες ποτού για να αντιμετωπίσουν το άγχος τους. Η Western Airlines αυτοαποκαλούνταν «η αεροπορική της σαμπάνιας», αν και στην πραγματικότητα σέρβιρε αφρώδη οίνο από την Καλιφόρνια. Παρ’ όλα αυτά, το ποτό αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας.
Η μεγάλη αλλαγή
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Η απελευθέρωση της αεροπορικής αγοράς στις Ηνωμένες Πολιτείες επέτρεψε στις εταιρείες να ανταγωνίζονται πλέον στις τιμές. Ξαφνικά το φθηνότερο εισιτήριο έγινε σημαντικότερο από το καλύτερο γεύμα. Παράλληλα, τα προγράμματα συχνών επιβατών δημιούργησαν νέες μορφές πιστότητας. Οι εταιρείες δεν χρειάζονταν πλέον να κερδίσουν τους πελάτες μέσω της γαστρονομίας.
Το αποτέλεσμα ήταν μια σταδιακή υποβάθμιση της οικονομικής θέσης. Οι περικοπές κόστους οδήγησαν σε μικρότερα γεύματα, λιγότερες επιλογές και τελικά στην κατάργηση των δωρεάν γευμάτων σε πολλές πτήσεις μικρής και μεσαίας διάρκειας. Όπως παρατηρεί ο Φος, «η πτήση άρχισε να μοιάζει περισσότερο με διαδρομή λεωφορείου».
Παράλληλα, η διαφορά ανάμεσα στην οικονομική και την πρώτη θέση διευρύνθηκε θεαματικά. Σήμερα επιβάτες πρώτης θέσης σε εταιρείες όπως η Singapore Airlines ή η Qantas μπορούν να απολαμβάνουν γεύματα που σχεδιάζονται από διάσημους σεφ, με πιάτα όπως rib-eye steak, καβούρι από το Κουίνσλαντ ή γκουρμέ ασιατικές δημιουργίες. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι επιβάτες της οικονομικής θέσης συμβιβάζονται με τυποποιημένα σνακ και πρόχειρα γεύματα...