Στην Κόνια οι καταβόθρες εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι έχουν καταγραφεί περίπου 700 μεγάλες καταβόθρες στην ευρύτερη περιοχή.
Η επαρχία της Κόνια -δηλαδή το Ικόνιο- στην κεντρική Τουρκία αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια ένα φαινόμενο που προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στους κατοίκους και ιδιαίτερα στους αγρότες της περιοχής: την ταχεία εμφάνιση γιγαντιαίων καταβοθρών που ανοίγουν ξαφνικά στο έδαφος. Οι επιστήμονες συνδέουν το φαινόμενο με την πτώση των υπόγειων υδάτων, την παρατεταμένη ξηρασία και τις εντατικές γεωργικές πρακτικές που απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού. Οι συνέπειες για την αγροτική οικονομία της περιοχής είναι ήδη σημαντικές και ενδέχεται να ενταθούν τα επόμενα χρόνια.
Το φαινόμενο δεν ήταν πρωτόγνωρο για την περιοχή
Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό συνέβη, όπως αναφέρει ο Guardian, πρόσφατα κοντά στην κωμόπολη Καραπινάρ, στην καρδιά της αγροτικής ζώνης της Κόνια. Ο 47χρονος αγρότης Φατίχ Σικ βρισκόταν στο σπίτι του με φίλους όταν άκουσε έναν δυνατό υπόκωφο θόρυβο από το χωράφι του. Ο ήχος, όπως περιγράφει, έμοιαζε με έκρηξη ή με ηφαιστειακή δραστηριότητα. Όταν κοίταξε έξω από το παράθυρο, είδε νερό και λάσπη να εκτινάσσονται στον αέρα σε ύψος μεγαλύτερο από τα γύρω δέντρα. Τότε είδε το τρομακτικό θέαμα: σε απόσταση λιγότερη από 100 μέτρα από το σπίτι του είχε ανοίξει μια νέα καταβόθρα.
Το φαινόμενο δεν ήταν πρωτόγνωρο για την περιοχή. Στο ίδιο αγρόκτημα είχε δημιουργηθεί μια αντίστοιχη καταβόθρα σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα. Η νέα είχε περίπου 50 μέτρα διάμετρο και 40 μέτρα βάθος.
Ο Σικ γεννήθηκε στο συγκεκριμένο αγρόκτημα, το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα του, ωστόσο σήμερα δηλώνει ότι οι επιστήμονες έχουν προειδοποιήσει τους κατοίκους πως η περιοχή ενδέχεται να μην είναι πλέον κατοικήσιμη. Σε κοντινή απόσταση ένα σπίτι έχει ήδη καταρρεύσει μέσα σε μια αντίστοιχη καταβόθρα.
Οι αγρότες της περιοχής εκφράζουν έντονη ανησυχία. Όπως λέει ο Σικ, κάθε βράδυ προσεύχεται πριν κοιμηθεί και επαναλαμβάνει την προσευχή του το πρωί, φοβούμενος ότι κάποια στιγμή το σπίτι του μπορεί να καταρρεύσει. Η αβεβαιότητα επηρεάζει όχι μόνο την καθημερινότητά τους αλλά και τις οικονομικές τους προοπτικές.
Η Κόνια αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γεωργικές περιοχές της Τουρκίας και συχνά χαρακτηρίζεται ως ο «σιτοβολώνας» της χώρας. Η περιοχή ανήκει στην κεντρική Ανατολία, μια περιοχή που ιστορικά υπήρξε εύφορη και φιλοξένησε μερικούς από τους αρχαιότερους αγροτικούς οικισμούς στον κόσμο. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος του Τσατάλχογιουκ, που θεωρείται μία από τις πρώτες οργανωμένες γεωργικές κοινωνίες της ανθρωπότητας, με ιστορία που φτάνει περίπου στο 8000 π.Χ.
Η περιοχή είναι επίσης διάσπαρτη από ιστορικά κατάλοιπα που σχετίζονται με την παρουσία νερού. Ιερά πηγάδια των Χετταίων, ρωμαϊκά υδραγωγεία και αρχαίες λατρείες νερού μαρτυρούν ότι η διαχείριση των υδάτινων πόρων αποτελούσε κρίσιμο στοιχείο για τις κοινωνίες που αναπτύχθηκαν εκεί.
Αλλάζει το τοπίο λόγω της ξηρασίας
Σήμερα, ωστόσο, το τοπίο αλλάζει. Η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενο κίνδυνο ξηρασίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις επιστημονικών οργανισμών, περίπου το 90% της χώρας κινδυνεύει να μετατραπεί σταδιακά σε ημι-ερημική ζώνη λόγω της κλιματικής αλλαγής, της αύξησης της θερμοκρασίας και της μείωσης των βροχοπτώσεων.
Στην Κόνια οι καταβόθρες εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι έχουν καταγραφεί περίπου 700 μεγάλες καταβόθρες στην ευρύτερη περιοχή. Το φαινόμενο συνδέεται κυρίως με τη μείωση των υπόγειων υδάτων. Καθώς οι αγρότες αντλούν όλο και περισσότερο νερό από βαθύτερα στρώματα για να αρδεύσουν τις καλλιέργειές τους, τα υπόγεια κοιλώματα που συγκρατούσαν το έδαφος χάνουν τη στήριξή τους και καταρρέουν.
Ο καθηγητής γεωλογίας Φετουλάχ Αρίκ, από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κόνια, μελετά το φαινόμενο εδώ και χρόνια. Όπως εξηγεί, η περιοχή ήταν ανέκαθεν γεωλογικά ευάλωτη σε καταβόθρες, καθώς μεγάλο μέρος του υπεδάφους αποτελείται από ασβεστόλιθο και άλλα πετρώματα που διαλύονται εύκολα στο νερό. Ωστόσο, η εντατική γεωργία των τελευταίων δεκαετιών έχει επιδεινώσει σημαντικά την κατάσταση.
Η άντληση μεγάλων ποσοτήτων νερού για άρδευση έχει οδηγήσει σε σημαντική πτώση του υδροφόρου ορίζοντα. Καθώς το νερό αποσύρεται, δημιουργούνται κενά στο υπέδαφος που τελικά καταρρέουν, προκαλώντας τις καταβόθρες. Σύμφωνα με τον Αρίκ, η Κόνια εμφανίζει σήμερα τη μεγαλύτερη συγκέντρωση καταβοθρών παγκοσμίως.
Τα τελευταία δύο χρόνια η κατάσταση έχει επιδεινωθεί αισθητά. Οι θερμοκρασίες έχουν αυξηθεί και οι βροχοπτώσεις έχουν μειωθεί. Το προηγούμενο έτος καταγράφηκαν ρεκόρ θερμότητας και εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα βροχόπτωσης. Παράλληλα, σύμφωνα με τοπικές μελέτες, από τις 240 λίμνες που υπήρχαν στην περιοχή πριν από περίπου 60 χρόνια, έχουν απομείνει μόλις 54.
Οι οικονομικές συνέπειες για τους αγρότες είναι ήδη σημαντικές. Ο Σικ αναφέρει ότι δύο καταβόθρες κατάπιαν ένα χωράφι με καλλιέργεια ζαχαρότευτλων που του απέφερε περίπου 17.000 λίρες ετησίως.
Για να γεμίσει το σημείο και να επαναφέρει τη γη σε καλλιεργήσιμη κατάσταση θα χρειάζονταν περίπου 6.000 φορτηγά άμμου, με κόστος που θα ξεπερνούσε τις 800.000 λίρες. Μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει καμία κρατική αποζημίωση.
Εγκαταλείπουν τη γεωργία, δεν βλέπουν μέλλον
Η κρίση επηρεάζει και τις μελλοντικές επιλογές των αγροτικών οικογενειών. Πολλοί γονείς δεν επιθυμούν πλέον να συνεχίσουν τα παιδιά τους τη γεωργική δραστηριότητα. Ο Σικ, για παράδειγμα, έστειλε τα παιδιά του να σπουδάσουν νοσηλευτική και οδοντιατρική, θεωρώντας ότι η γεωργία στην περιοχή ίσως δεν έχει μέλλον.
Παράλληλα, ορισμένοι παραγωγοί εξετάζουν την αλλαγή καλλιεργητικών πρακτικών. Στην περιοχή κυριαρχούν καλλιέργειες που απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού, όπως το καλαμπόκι, το σιτάρι και τα ζαχαρότευτλα. Ορισμένοι αγρότες προτείνουν τη μετάβαση σε λιγότερο υδροβόρες καλλιέργειες.
Ένα παράδειγμα αποτελεί η επανεισαγωγή της καλλιέργειας κάνναβης από τοπικό συνεταιρισμό παραγωγών. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του συνεταιρισμού Μαχμούτ Σενιούζ, η καλλιέργεια καλαμποκιού απαιτούσε άρδευση έως και δέκα φορές την καλλιεργητική περίοδο, ενώ η κάνναβη χρειάζεται περίπου τρεις φορές.
Παράλληλα, άλλοι παραγωγοί πειραματίζονται με παραδοσιακές τεχνικές ξηρικής γεωργίας, που βασίζονται στην αξιοποίηση της φυσικής υγρασίας του εδάφους χωρίς τεχνητή άρδευση. Οι τεχνικές αυτές είχαν χρησιμοποιηθεί ιστορικά σε πολλές περιοχές της Ανατολίας.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι χωρίς σημαντικές αλλαγές στη διαχείριση του νερού και στη γεωργική πολιτική, το φαινόμενο των καταβοθρών ενδέχεται να επιδεινωθεί, καθώς οι καταβόθρες μετατρέπουν σταδιακά μια από τις σημαντικότερες γεωργικές περιοχές της χώρας σε τόπο αβεβαιότητας, όπου το ίδιο το έδαφος παύει να θεωρείται σταθερό.