Έντεκα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του Γκόλντινγκ, έξι πραγματικοί έφηβοι βρέθηκαν πράγματι ναυαγισμένοι σε ένα ακατοίκητο νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό.
- Το 1965, έξι αγόρια από την Τόνγκα δραπέτευσαν από το οικοτροφείο τους, κλέβοντας ένα σκάφος για περιπέτεια. Μετά από οκτώ ακυβέρνητες ημέρες στον ωκεανό λόγω κακοκαιρίας, βρήκαν καταφύγιο στο ακατοίκητο νησί Άτα, όπου έμειναν για δεκαπέντε μήνες.
- Τα αγόρια στην Άτα οργάνωσαν άμεσα μια κοινότητα βασισμένη σε συνεργασία και αλληλεγγύη, σε πλήρη αντίθεση με τον «Άρχοντα των Μυγών». Καθιέρωσαν ρουτίνες, μοίρασαν αρμοδιότητες, έκτισαν καταλύματα και διατηρούσαν συνεχώς αναμμένη φωτιά.
- Διατήρησαν λειτουργικό σύστημα συμβίωσης, επιλύοντας συγκρούσεις με απομάκρυνση. Αντιμετώπισαν σοβαρές δοκιμασίες, όπως ένα σπασμένο πόδι, φροντίζοντας τον τραυματία με αυτοσχέδιο νάρθηκα. Οι οικογένειές τους στην Τόνγκα τους θεωρούσαν νεκρούς, έχοντας τελέσει κηδείες.
- Το 1966, Αυστραλός ψαράς ανακάλυψε τα αγόρια στην Άτα μετά από 15 μήνες, ενώ στην Τόνγκα τους θεωρούσαν νεκρούς. Αν και συνελήφθησαν αρχικά για κλοπή σκάφους, ο ψαράς πλήρωσε την εγγύησή τους. Η ιστορία τους αποτελεί ένα παράδειγμα αλληλεγγύης.
Για δεκαετίες, το μυθιστόρημα «Ο Άρχοντας των Μυγών» του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ θεωρούνταν σχεδόν μια αδιαμφισβήτητη αλληγορία για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης - και δη της παιδικής... - φύσης. Στο διάσημο βιβλίο του 1954, μια ομάδα αγοριών εγκλωβίζεται σε ένα έρημο νησί και σταδιακά βυθίζεται στη βία, την παράνοια και τη βαρβαρότητα. Η ιστορία έγινε σύμβολο της ιδέας ότι, χωρίς κοινωνικούς κανόνες και θεσμούς, ο άνθρωπος επιστρέφει αναπόφευκτα στο χάος.
Μόνο που έντεκα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, έξι πραγματικοί έφηβοι βρέθηκαν πράγματι αποκλεισμένοι σε ένα ακατοίκητο νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό. Και όσα συνέβησαν εκεί δεν έμοιαζαν καθόλου με το ζοφερό όραμα του Γκόλντινγκ.
Δραπετεύοντας από το καθολικό οικοτροφείο
Η ιστορία ξεκινά το 1965 στο βασίλειο της Τόνγκα, όταν έξι αγόρια ηλικίας από 13 έως 18 ετών αποφασίζουν να δραπετεύσουν από το καθολικό οικοτροφείο όπου φοιτούσαν. Όπως πολλοί έφηβοι της εποχής, αναζητούσαν περιπέτεια και ελευθερία. Έκλεψαν ένα μικρό αλιευτικό σκάφος, πήραν μαζί τους λίγες μπανάνες, καρύδες και ένα μικρό γκαζάκι, και σχεδίαζαν να ταξιδέψουν μέχρι τα Φίτζι ή ακόμη και τη Νέα Ζηλανδία.
Το ταξίδι όμως εξελίχθηκε γρήγορα σε εφιάλτη. Μια νύχτα, εν μέσω κακοκαιρίας, έχασαν τον προσανατολισμό τους. Το σκάφος παρασύρθηκε στον ανοιχτό ωκεανό και τα αγόρια έμειναν ακυβέρνητα επί οκτώ ημέρες, χωρίς επαρκές νερό και φαγητό. Η δίψα άρχισε να γίνεται αφόρητη, ενώ οι πιθανότητες επιβίωσης μειώνονταν δραματικά όσο περνούσαν οι μέρες.
Τότε, σχεδόν σαν οπτασία, είδαν στον ορίζοντα μια στεριά. Ήταν το απομονωμένο νησί Άτα, ένα ηφαιστειακό νησί στον νότιο Ειρηνικό που παρέμενε ακατοίκητο εδώ και δεκαετίες. Εκεί θα περνούσαν τους επόμενους δεκαπέντε μήνες της ζωής τους.
Το πρώτο βράδυ στο νησί, σύμφωνα με τις αφηγήσεις τους, έκλαψαν και προσευχήθηκαν. Το επόμενο πρωί, όμως, άρχισαν αμέσως να οργανώνονται. Ήξεραν ότι αν ήθελαν να επιβιώσουν, θα έπρεπε να λειτουργήσουν συλλογικά.
Σε αντίθεση με τους ήρωες του «Άρχοντα των Μυγών», που πολύ γρήγορα παραδίδονται στη βία και τον ανταγωνισμό, οι έξι νεαροί από την Τόνγκα δημιούργησαν μια μικρή κοινότητα βασισμένη στη συνεργασία και την αλληλεγγύη. Χώρισαν αρμοδιότητες, έφτιαξαν πρόγραμμα εργασιών και καθιέρωσαν καθημερινές ρουτίνες.
Κάθε μέρα ξεκινούσε και τελείωνε με τραγούδια και προσευχές. Υπήρχαν βάρδιες για το μαγείρεμα, τη φύλαξη και τη φροντίδα του μικρού κήπου που δημιούργησαν. Έφτιαξαν καταλύματα από φύλλα καρύδας, κατασκεύασαν αυτοσχέδια γυμναστήρια και μουσικά όργανα, ενώ κατάφεραν να διατηρούν συνεχώς αναμμένη φωτιά.
Στο νησί βρήκαν επίσης άγρια κοτόπουλα, απογόνους ζώων που είχαν εγκαταλειφθεί εκεί από προηγούμενους κατοίκους του νησιού καθώς τον 19ο αιώνα, πολλοί ιθαγενείς κάτοικοι είχαν απαχθεί από δουλεμπόρους και μεταφερθεί βίαια αλλού, με αποτέλεσμα το νησί να ερημώσει.
«Αν κάποιος είχε πρόβλημα με κάτι, το συζητούσαμε»
Παρά τις δυσκολίες, οι νεαροί ναυαγοί κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα λειτουργικό σύστημα συμβίωσης. Όταν υπήρχαν εντάσεις ή καβγάδες, αποφάσιζαν να απομακρύνονται προσωρινά αντί να συγκρούονται. Έδιναν ο ένας στον άλλον... «time-out», χρόνο δηλαδή για να ηρεμήσουν.
Ο Σιόνε Ουλουφονούα Φατάουα, ένας από τους επιζώντες, είχε περιγράψει χρόνια αργότερα στο περιοδικό People τη φιλοσοφία που τους κράτησε ενωμένους. «Όλοι μεγαλώσαμε σε φτωχές αλλά δεμένες οικογένειες, όπου ό,τι είχες το μοιραζόσουν», είχε πει. «Αν κάποιος είχε πρόβλημα με κάτι, το συζητούσαμε, ζητούσαμε συγγνώμη και μετά προσευχόμασταν. Αν κάποιος θύμωνε πραγματικά, απομακρυνόταν για λίγες ώρες, κοιτούσε τη θάλασσα και καθάριζε το μυαλό του».
Η πιο εντυπωσιακή δοκιμασία ήρθε όταν ένα από τα αγόρια έσπασε το πόδι του πέφτοντας από βράχο. Οι υπόλοιποι έφτιαξαν αυτοσχέδιο νάρθηκα με ξύλα και φρόντισαν τον τραυματία μέχρι να αναρρώσει. Κανείς δεν εγκαταλείφθηκε, κανείς δεν αντιμετωπίστηκε ως βάρος.
Οι μήνες περνούσαν και οι οικογένειές τους στην Τόνγκα θεωρούσαν πλέον ότι τα παιδιά είχαν πεθάνει. Είχαν γίνει ακόμη και κηδείες προς τιμήν τους.
Η διάσωση ήρθε τελικά το 1966, όταν ο Αυστραλός ψαράς Πίτερ Γουόρνερ περνούσε κοντά από την Άτα με το αλιευτικό του και παρατήρησε ίχνη φωτιάς στις ακτές. Λίγο αργότερα είδε κάποιες φιγούρες να τρέχουν προς το μέρος του. Ήταν τα αγόρια, με μακριά μαλλιά και σχεδόν άγρια όψη ύστερα από δεκαπέντε μήνες απομόνωσης.
Ο Γουόρνερ επικοινώνησε μέσω ασυρμάτου με την Τόνγκα και τότε ακούστηκε μια απίστευτη απάντηση. «Τους βρήκατε; Αυτά τα παιδιά θεωρούνταν νεκρά. Έχουν γίνει κηδείες. Αν είναι αυτοί, πρόκειται για θαύμα».
Η επιστροφή τους, ωστόσο, δεν ήταν ακριβώς θριαμβευτική. Μόλις πάτησαν ξανά στην Τόνγκα, συνελήφθησαν επειδή είχαν κλέψει το σκάφος με το οποίο είχαν φύγει. Ο Πίτερ Γουόρνερ κατάφερε τελικά να βοηθήσει τα αγόρια, πουλώντας τα τηλεοπτικά δικαιώματα της ιστορίας τους σε αυστραλιανό κανάλι και χρησιμοποιώντας τα χρήματα για να πληρώσει την εγγύησή τους.
Η ιστορία των έξι εφήβων έχει απασχολήσει τα τελευταία χρόνια κοινωνιολόγους, ψυχολόγους και ιστορικούς, καθώς μοιάζει να λειτουργεί σχεδόν ως αντίστροφος καθρέφτης του «Άρχοντα των Μυγών». Εκεί όπου ο Γκόλντινγκ έβλεπε την κατάρρευση του πολιτισμού, οι νεαροί από την Τόνγκα απέδειξαν ότι η συνεργασία και η αλληλεγγύη μπορεί να είναι εξίσου βαθιά ανθρώπινα χαρακτηριστικά.
Ο ναυαγός Μάνο Τοτάου είχε γράψει αργότερα ότι όσα έμαθε στο νησί ξεπερνούσαν ακόμη και την εκπαίδευση που είχε λάβει στο σχολείο. «Όταν σκέφτομαι εκείνη την περίοδο, συνειδητοποιώ πόσα μάθαμε», ανέφερε. «Έμαθα να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου. Κατάλαβα ότι δεν έχει σημασία ποιος είσαι, τι χρώμα έχεις ή από πού έρχεσαι. Όταν βρεθείς σε πραγματικό κίνδυνο, τελικά ανακαλύπτεις τι χρειάζεται να κάνεις για να επιβιώσεις».