Την Κυριακή 23 Ιουλίου του 1967, οι Beatles βρέθηκαν σε Δελφούς, Αράχωβα και Ιτέα. Την επίσκεψη κάλυψαν δύο ελληνικές εφημερίδες.
- Ο «Magic Alex», ο σύνδεσμος των Beatles με την Ελλάδα, οργανώνει το ταξίδι τους. Το συγκρότημα φτάνει στη χώρα τρεις μήνες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, με τους εκπροσώπους της αντικουλτούρας να αναζητούν τον παράδεισό τους υπό καθεστώς.
- Κατά την περιήγησή τους στην ενδοχώρα, η παρουσία «εκπροσώπων του τουρισμού» αποκαλύπτει πως ήταν φιλοξενούμενοι του καθεστώτος. Εν αγνοία τους, οι Beatles λειτούργησαν ως μέσο διαφήμισης για τη δικτατορία, όπως κατέγραψαν οι ελληνικές εφημερίδες.
- Στην Αράχοβα, η μέρα περιλάμβανε γλέντι με παραδοσιακή μουσική και χορό. Το συγκρότημα χόρεψε καλαματιανό με τους ντόπιους και δέχθηκε ως δώρα είδη λαϊκής τέχνης, σε μια χειρονομία κρατικής φιλοξενίας και καλής θέλησης.
- Το ταξίδι ολοκληρώθηκε στους Δελφούς, όπου το συγκρότημα επρόκειτο να παρακολουθήσει αρχαία τραγωδία. Εξαντλημένοι, όμως, αποχώρησαν πριν την έναρξη της παράστασης, προσπερνώντας συμβολικά την προφητεία για το δικό τους μέλλον στον ομφαλό της γης.
Τον Ιούλιο του 1967 οι Beatles βρίσκονταν στο ζενίθ τους. Είχαν μόλις κυκλοφορήσει το Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band, το Καλοκαίρι της Αγάπης φούντωνε, κι εκείνοι - κουρασμένοι από τις περιοδείες, από τη δημόσια περσόνα που τους είχε γίνει κλουβί - ψάχνανε διέξοδο. Ο Τζον Λένον, ο πιο ανήσυχος, ονειρευόταν να εξαφανιστεί: να μαζέψει την μπάντα, τις οικογένειες και τον στενό κύκλο τους σ' ένα ελληνικό νησί και να ζήσουν εκεί, ίσως για πάντα, μια κοινοβιακή ζωή μακριά από τα βλέμματα.
«Θα πάμε εκεί και θα εξαφανιστούμε από τον κόσμο», όπως το συνόψισε αργότερα ο Τζορτζ Χάρισον. Κι όπως παραδέχτηκε ο Μακάρτνεϊ με σπάνια ειλικρίνεια, το βασικό κίνητρο ήταν απλό: σ' ένα δικό τους νησί κανείς δεν θα μπορούσε να τους απαγορεύσει το κάπνισμα μαριχουάνας.
Ο ελληνικός σύνδεσμος
Ο σύνδεσμος με την Ελλάδα είχε όνομα: Γιάννης Αλέξης Μάρδας, ο «Magic Alex», ο Έλληνας ηλεκτρονικός που είχε εντυπωσιάσει τον Λένον με τα φωτεινά γλυπτά του και που η μπάντα αποκαλούσε «τον Έλληνα μάγο». Αυτός οργάνωσε το ταξίδι - κι εδώ η ιστορία γίνεται ελαφρώς περίεργη, γιατί ο πατέρας του Μάρδα ήταν αξιωματικός της ελληνικής ασφάλειας.
Στις 21 Απριλίου του 1967, μόλις τρεις μήνες πριν, οι συνταγματάρχες είχαν υφαρπάξει την εξουσία: λογοκρισία, φυλακίσεις, απαγόρευση των μίνι φουστών και των μακριών μαλλιών. Σε αυτή τη χώρα έρχονταν να βρουν τον παράδεισό τους οι τέσσερις μουσικοί προφήτες της παγκόσμιας αντικουλτούρας.
Ανάμεσα στις μέρες της θαλάσσιας περιπλάνησης χώρεσε και μία στην ενδοχώρα - Κυριακή, 23 Ιουλίου σε Δελφούς, Αράχωβα και Ιτέα. Την κάλυψαν δύο ελληνικές εφημερίδες: «Το Βήμα», με τον νεαρό ρεπόρτερ Λάμπη Τσιριγωτάκη που τους είχε ξετρυπώσει στο κρησφύγετό τους στο πατρικό σπίτι του Μάρδα, στου Παπάγου, και η «Μακεδονία».
Οι δύο διαφωνούν στη σειρά των σταθμών, συμφωνούν όμως στο ουσιώδες: παντού, σαν σκιά, παραστέκουν «εκπρόσωποι του τουρισμού». Η «Μακεδονία» το γράφει ξεκάθαρα - η παρέα ήταν «φιλοξενούμενη του οργανισμού τουρισμού».
Οι πιο ελεύθερες φωνές της εποχής, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουν, ξεναγούνταν από τους ανθρώπους ενός καθεστώτος που είχε ανάγκη τη διαφήμισή τους.
Καθ' οδόν, η συνοδεία σταμάτησε να ξαποστάσει δίπλα σε μια λίμνη. Εκεί ο Τσιριγωτάκης βρήκε τον Λένον παράμερα, να διαβάζει τα βιβλία του Όργουελ, «ζώντας στον δικό του κόσμο» - έναν άνθρωπο βαθιά ταραγμένο, μ' ένα καλοσυνάτο όμως χαμόγελο, που μιλούσε για τις κοινωνικές ανισότητες οι οποίες τον είχαν «πληγώσει ψυχολογικά» και καταφερόταν κατά των «απάνθρωπων εγκλημάτων» των Αμερικανών στρατιωτών.
Η οξύμωρη εικόνα τρυπάει το τεχνικολόρ χαρτόνι του δήθεν ξέγνοιαστου ελληνικού τουρισμού: ο στοχαστής της δυστοπίας, καλεσμένος μιας δικτατορίας, να συλλογιέται την αδικία πάνω σ' έναν βράχο της Φωκίδας.
Στην Αράχωβα η μέρα άνοιξε διάπλατα. Σ' ένα αρχοντικό του χωριού τους περίμενε κοκορέτσι και ντόπιο κρασί στο μπαλκόνι· κι ύστερα, πάνω σε μια ταράτσα, στήθηκε γλέντι με παραδοσιακά όργανα και χορό μαζί με τους ντόπιους.
Όταν ρώτησαν τον Χάρισον τι του φάνηκε η μουσική, εκείνος την περιέγραψε πιο σφριγηλή και δυνατή ακόμη κι απ' τα δικά τους τραγούδια - ομολογία διόλου ασήμαντη από έναν άνθρωπο που εκείνη ακριβώς την εποχή φλέρταρε με το σιτάρ και τους ινδικούς δρόμους.
Παρασυρμένοι από τον καλαματιανό, μπήκαν στον κύκλο και χόρεψαν χέρι-χέρι με τους χωρικούς για ώρα. Η σκηνή σώζεται: στο Anthology τους βλέπει κανείς να γυρίζουν σε κύκλο πάνω σε μια ταράτσα, στην κορυφή του λόφου.
Πριν φύγουν, τους φόρτωσαν δώρα - πουκάμισα με μαιάνδρους, κομπολόγια, φιγούρες τσολιά και χαϊμαλιά για τους άντρες· φούστες, κολιέ κι εσάρπες για τις γυναίκες· κι ένα υφαντό για τον μικρό Τζούλιαν.
Ακολούθησε η Ιτέα, μια βουτιά στη θάλασσα κάτω από τον ελαιώνα που κατηφορίζει έως το κύμα. Και το βράδυ, οι Δελφοί. Στον ιερό χώρο, στο αρχαίο θέατρο, επρόκειτο να παρακολουθήσουν μια τραγωδία.
Δεν την είδαν ποτέ: εξαντλημένοι, σηκώθηκαν κι έφυγαν για την Αθήνα προτού ανέβει η παράσταση.
Πάντως στον ομφαλό της γης, στον τόπο όπου η Πυθία χρησμοδοτούσε το μέλλον, πέρασαν και δεν ρώτησαν τίποτα - ή ρώτησαν, κι η απάντηση ήταν η βροχή που τους περίμενε στα νησιά, η γραφειοκρατία που θα 'πνιγε το όνειρο, ο θάνατος του μάνατζέρ τους, Μπράιαν Έπσταϊν λίγες βδομάδες μετά.
Χόρεψαν τον καλαματιανό της ελληνικής χούντας, δέχτηκαν τα δώρα της, και έφυγαν πριν πέσει η αυλαία της δικής τους τραγωδίας - που, όπως όλες οι σπουδαίες, είχε ήδη γραφτεί χωρίς να το ξέρουν.