Πολίτες από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία επιλέγουν να εγκατασταθούν στη Ρωσία, πιστεύοντας ότι εκεί θα βρουν μια κοινωνία που υπερασπίζεται τις χριστιανικές αξίες.
- Ένας Αμερικανός, απογοητευμένος από την πολιτική πόλωση και τη ΛΟΑΤΚΙ+ επιρροή στις ΗΠΑ, μετανάστευσε με την οικογένειά του στη Ρωσία στα τέλη του 2023, αναζητώντας μια κοινωνία που βασίζεται στις παραδοσιακές χριστιανικές αξίες.
- Το Κρεμλίνο θέσπισε τη βίζα «Κοινών Αξιών» για πολίτες «μη φιλικών» χωρών, απαιτώντας αποδοχή των παραδοσιακών αξιών αντί εξετάσεων γλώσσας, προβάλλοντας τη Ρωσία ως προπύργιο ενάντια στην ηθική παρακμή της Δύσης.
- Η οικογένεια Χέαρ, αρχικά σύμβολο της μετανάστευσης, εξαπατήθηκε χάνοντας τις οικονομίες της. Ο ίδιος, πλέον μόνος, εκφράζει ανησυχία για την οικονομία και τους περιορισμούς στην ελευθερία, παραδεχόμενος ότι πίστεψε την προπαγάνδα.
- Το ρωσικό πείραμα δεν προκάλεσε μαζική μετανάστευση, με άλλους μετανάστες να επισημαίνουν ότι η χώρα δεν είναι συντηρητική ουτοπία, καθώς η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολυπλοκότερη από τις υποσχέσεις της προπαγάνδας.
Τα τελευταία χρόνια, καθώς η Ρωσία απομονώνεται ολοένα και περισσότερο από τη Δύση εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία και των διεθνών κυρώσεων, αναπτύσσεται ένα λιγότερο γνωστό μεταναστευτικό ρεύμα προς τη χώρα.
Αντί για Ρώσους που εγκαταλείπουν την πατρίδα τους, πρόκειται για πολίτες από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τον Καναδά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίοι επιλέγουν συνειδητά να εγκατασταθούν στη Ρωσία, πιστεύοντας ότι εκεί θα βρουν μια κοινωνία που υπερασπίζεται τις χριστιανικές αξίες, την παραδοσιακή οικογένεια και έναν πιο συντηρητικό τρόπο ζωής.
Μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη
Για ορισμένους, όμως, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα που είχαν σχηματίσει.
Ένας από αυτούς, όπως αναφέρει το εκτενές ρεπορτάζ του BBC, είναι ο Λίο Χέαρ, πατέρας τριών παιδιών από το Τέξας. Όταν εγκαταστάθηκε στη Ρωσία στα τέλη του 2023, έχοντας λάβει πολιτικό άσυλο, ήταν πεπεισμένος ότι προσέφερε στην οικογένειά του ένα καλύτερο μέλλον. Βαθιά θρησκευόμενος χριστιανός, είχε απογοητευτεί από την πολιτική πόλωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, την εξάπλωση των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων και όσα θεωρούσε υπερβολική επιρροή του κινήματος υπέρ των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Η Ρωσία, όπως πίστευε τότε, αποτελούσε το αντίθετο μοντέλο: μια χώρα που βασίζεται στην πίστη, την οικογένεια και τις παραδοσιακές αξίες.
Με ενθουσιασμό ξεκίνησε τη νέα του ζωή. Γνώρισε τη ρωσική κουζίνα, εργάστηκε σε αγρόκτημα αρμέγοντας κατσίκες και δημιούργησε διαδικτυακό περιεχόμενο παρουσιάζοντας την καθημερινότητά του στη νέα του πατρίδα. Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός άρχισε να βλέπει και μια διαφορετική πλευρά της χώρας, εκφράζοντας ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία για τους περιορισμούς στην πρόσβαση στην πληροφόρηση και την κατάσταση της οικονομίας.
Τι είναι η βίζα «Κοινών Αξιών» (Shared Values Visa)
Η περίπτωσή του συνδέεται με τη λεγόμενη βίζα «Κοινών Αξιών» (Shared Values Visa), η οποία έχει γίνει γνωστή ανεπίσημα και ως «anti-woke visa».
Το πρόγραμμα θεσπίστηκε από τον Βλαντίμιρ Πούτιν το 2024 και απευθύνεται σε πολίτες 47 χωρών που η Μόσχα χαρακτηρίζει «μη φιλικές». Η βίζα παρέχει προσωρινή άδεια παραμονής έως τρία χρόνια χωρίς να απαιτούνται οι συνήθεις εξετάσεις ρωσικής γλώσσας, ιστορίας και νομοθεσίας.
Αντί αυτών, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να δηλώσουν ότι συμμερίζονται τις παραδοσιακές πνευματικές και ηθικές αξίες της Ρωσίας και απορρίπτουν αυτό που το Κρεμλίνο χαρακτηρίζει «καταστροφική νεοφιλελεύθερη ιδεολογία» της Δύσης. Μετά την τριετία οφείλουν είτε να αποκτήσουν άδεια μόνιμης διαμονής, περνώντας πλέον τις σχετικές εξετάσεις, είτε να εγκαταλείψουν τη χώρα. Η ρωσική κυβέρνηση δεν παρέχει οικονομική ενίσχυση ή στέγαση, ενώ οι αιτούντες πληρώνουν μόνο ένα μικρό διοικητικό τέλος και υποβάλλονται σε ιατρικούς και ποινικούς ελέγχους.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Μόσχας, μέχρι την άνοιξη του 2026 είχαν υποβληθεί σχεδόν 3.400 αιτήσεις, αν και δεν είναι γνωστό πόσες εγκρίθηκαν.
Το πρόγραμμα εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του Κρεμλίνου να παρουσιάσει τη Ρωσία ως προπύργιο των παραδοσιακών αξιών απέναντι σε μια Δύση που, σύμφωνα με τη ρωσική ηγεσία, βρίσκεται σε ηθική παρακμή. Γύρω από αυτή την εικόνα έχει αναπτυχθεί ολόκληρο οικοσύστημα εταιρειών μετεγκατάστασης, συμβούλων και διαδικτυακών influencers που προβάλλουν τη Ρωσία ως ασφαλή χώρα για οικογένειες και πιστούς χριστιανούς.
«Δεν αναγνωρίζουν πλέον την κοινωνία στην οποία ζουν»
Ο Ιλία Μπελομπράγκιν, συνιδρυτής εταιρείας που βοηθά ξένους να μετακομίσουν στη Ρωσία, λέει ότι πολλοί πελάτες του αισθάνονται πως «δεν αναγνωρίζουν πλέον την κοινωνία στην οποία ζουν». Κάποιοι διαμαρτύρονται για τη μαζική μετανάστευση στις χώρες τους, άλλοι για την πτώση του βιοτικού επιπέδου.
Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι για αρκετούς από αυτούς ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην απόφασή τους. Άλλοι υποστηρίζουν ανοιχτά τη Ρωσία, ενώ άλλοι επιμένουν ότι μετακινούνται αποκλειστικά για πολιτισμικούς και οικογενειακούς λόγους.
Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Φίλιπ Χάτσινσον, πρώην υποψήφιος του Συντηρητικού Κόμματος στη Βρετανία, ο οποίος ζει πλέον στη Μόσχα και βοηθά άλλους Δυτικούς να εγκατασταθούν στη Ρωσία. Αποφεύγει συστηματικά να σχολιάσει τον πόλεμο στην Ουκρανία. «Δεν είμαι εδώ ως πολιτικός. Ήρθα για να ζήσω μια ήρεμη ζωή με την οικογένειά μου» λέει, απορρίπτοντας την άποψη ότι η βοήθεια που παρέχει σε ενδιαφερόμενους έχει πολιτικό χαρακτήρα. Όπως υποστηρίζει, απλώς καθοδηγεί τους ανθρώπους προς την ευκολότερη διαδικασία απόκτησης άδειας διαμονής.
Η εμπειρία του Λίο Χέαρ, ωστόσο, εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά από ό,τι περίμενε. Η οικογένειά του έγινε γρήγορα σύμβολο της δυτικής μετανάστευσης στη Ρωσία, με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης να καλύπτουν ακόμη και την τελετή χορήγησης ασύλου. Ο ίδιος ευχαριστούσε δημόσια τον Βλαντίμιρ Πούτιν, πιστεύοντας ότι συμμετείχε σε μια πρωτοποριακή μεταναστευτική πολιτική. Λίγες εβδομάδες αργότερα, όμως, όπως καταγγέλλει, η οικογένεια εξαπατήθηκε από άνθρωπο που εμπιστευόταν και έχασε περίπου πέντε εκατομμύρια ρούβλια, δηλαδή περισσότερα από 65.000 δολάρια, μένοντας χωρίς σπίτι και οικονομικούς πόρους.
«Τα καλύτερα και τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου»
Όταν μίλησε στο BBC, ζούσε πλέον μόνος του στην πόλη Ιβάνοβο, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά του είχαν επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Περιγράφει τα δύο τελευταία χρόνια ως «τα καλύτερα και τα χειρότερα της ζωής μου». Από τη μία πλευρά θυμάται με συγκίνηση τη βοήθεια που έλαβε από την τοπική ορθόδοξη κοινότητα. «Η καρδιά μου είναι γεμάτη αγάπη γι' αυτούς τους ανθρώπους» λέει, αναφερόμενος στους Ρώσους που βοήθησαν την οικογένειά του όταν έχασε όλες τις οικονομίες της.
Από την άλλη, όμως, παραδέχεται ότι πλέον ανησυχεί για την οικονομική κατάσταση της χώρας και κυρίως για τους περιορισμούς στην ελευθερία της πληροφόρησης.
«Πίστεψα την προπαγάνδα», αναγνωρίζει σήμερα. «Ήμουν εγώ αυτός που θα έγραφε το σχετικό σενάριο». Παρότι δηλώνει ότι σκοπεύει να παραμείνει στη Ρωσία, παραδέχεται πως του λείπουν οι ατομικές ελευθερίες με τις οποίες μεγάλωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Στη Ρωσία δεν υπάρχουν αυτές οι αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», λέει χαρακτηριστικά.
«Η Ρωσία δεν είναι κάποια ουτοπία»
Πιο ισορροπημένη εμφανίζεται η άποψη του Μπεν, ενός Βρετανού από το Ντέρμπι, ο οποίος μετακόμισε το 2023 στην πόλη Κουρσκ, κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία, επειδή ερωτεύτηκε μια Ρωσίδα που γνώρισε μέσω ιστοσελίδας ανταλλαγής γλωσσών. Όπως παραδέχεται, η οικογένειά του τον θεώρησε «λίγο τρελό» επειδή επέλεξε να εγκατασταθεί σε μια εμπόλεμη περιοχή. Παρά το γεγονός ότι αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια στην καθημερινότητά του και επαινεί τη φιλικότητα των Ρώσων, απορρίπτει την εικόνα της χώρας ως συντηρητικής ουτοπίας.
Επισημαίνει τα υψηλά ποσοστά διαζυγίων, τις πολλές μονογονεϊκές οικογένειες και τη μεγάλη κοινωνική αποδοχή των αμβλώσεων. «Η Ρωσία δεν είναι κάποια ουτοπία» λέει, ασκώντας κριτική και σε ορισμένους δυτικούς influencers που παρουσιάζουν μια εξιδανικευμένη εικόνα της χώρας. «Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να προωθήσουν μια συγκεκριμένη ατζέντα», υποστηρίζει.
Σχεδόν δύο χρόνια μετά την εφαρμογή της βίζας «Κοινών Αξιών», το ρωσικό πείραμα δεν έχει προκαλέσει μαζικό κύμα μετανάστευσης από τη Δύση. Ωστόσο, έχει δημιουργήσει μια μικρή αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κοινότητα ανθρώπων που εγκατέλειψαν τις χώρες τους, αναζητώντας έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.
«Για άλλους το κίνητρο ήταν η πίστη, για άλλους ο έρωτας, για άλλους η απογοήτευση από τη Δύση. Οι ιστορίες τους, πάντως, δείχνουν ότι η πραγματικότητα της σύγχρονης Ρωσίας αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη από τις υποσχέσεις της προπαγάνδας ή τις ιδεολογικές προσδοκίες με τις οποίες ξεκίνησαν το ταξίδι τους», καταλήγει εμφατικά το δημοσίευμα του BBC.