Το φρούτο ντουριάν είναι μια από τις πιο διχαστικές γαστρονομικές εμπειρίες στον κόσμο.
Η μυρωδιά του έχει παρομοιαστεί με λάχανο, θειάφι ή ακόμη και με υπονόμους. Κι όμως, για τη Νοτιοανατολική Ασία είναι «ο βασιλιάς των φρούτων».
Στο Ράουμπ, μια μικρή πόλη της Μαλαισίας, ο καρπός που κινεί την οικονομία δεν χρειάζεται διαφήμιση για να δηλώσει την παρουσία του. Αρκεί να οδηγήσει κανείς στους ορεινούς δρόμους και να συναντήσει την ατέλειωτη ροή φορτηγών που μεταφέρουν ντουριάν, αφήνοντας πίσω τους ένα αχνό ίχνος μυρωδιάς.
Το βλέπεις παντού: σε τοιχογραφίες, σε πινακίδες που καλωσορίζουν τους επισκέπτες «στο σπίτι των Musang King», ακόμη και σε ένα γιγάντιο γλυπτό χεριού που σηκώνει το αγκαθωτό φρούτο σαν τρόπαιο. Κάποτε η περιοχή ήταν γνωστή ως πόλη χρυσού, μια κληρονομιά του 19ου αιώνα. Σήμερα, η λάμψη της έχει πάρει άλλη απόχρωση: το κίτρινο της κρεμώδους σάρκας του Musang King, της εκλεκτής ποικιλίας που στην Κίνα βάφτισαν «Hermès των ντουριάν», τόσο πολύτιμη και «status» όσο ο γαλλικός οίκος μόδας.
Κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου κύματος
Η άνοδος του Ράουμπ είναι κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου κύματος: μιας παγκόσμιας κούρσας ντουριάν που τροφοδοτείται από την εκρηκτική ζήτηση της Κίνας. Το 2024, η Κίνα εισήγαγε ντουριάν αξίας 7 δισ. δολαρίων, τριπλάσιας σε σχέση με το 2020, και πλέον απορροφά πάνω από το 90% των παγκόσμιων εξαγωγών. Για μια περιοχή που παραδοσιακά «μετρά» τις αγροτικές της ισορροπίες με βάση καλλιέργειες όπως η ελαιοφοίνικας, αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς εμπορική. Είναι αλλαγή ταυτότητας.
Μια από τις πιο διχαστικές γαστρονομικές εμπειρίες στον κόσμο
«Ακόμα κι αν μόνο το 2% των Κινέζων θέλει να αγοράσει ντουριάν, αυτό αρκεί για να γίνει τεράστια δουλειά» λέει ο Chee Seng Wong, διευθυντής εργοστασίου της Fresco Green, εξαγωγέα ντουριάν στο Ράουμπ. Θυμάται τη δεκαετία του 1990, όταν, σε περίοδο ύφεσης, οι αγρότες έκοβαν δέντρα με ντουριάν για να κάνουν χώρο στους φοίνικες. «Τώρα συμβαίνει το αντίστροφο. Κόβουν φοίνικες για να ξαναφυτέψουν ντουριάν», λέει.
Το ίδιο το φρούτο παραμένει μια από τις πιο διχαστικές γαστρονομικές εμπειρίες στον κόσμο. Η μυρωδιά του έχει παρομοιαστεί με λάχανο, θειάφι ή ακόμη και με υπονόμους, ανάλογα με το ποιος την περιγράφει. Είναι τόσο έντονη που σε ορισμένα μέσα μεταφοράς και ξενοδοχεία απαγορεύεται, έχει προκαλέσει υποψίες για διαρροές αερίου και, σύμφωνα με αναφορές, υπήρξε περίπτωση που αεροπλάνο καθηλώθηκε όταν επιβάτες διαμαρτυρήθηκαν για τη δυσοσμία που ανέβαινε από τον χώρο αποσκευών.
Κι όμως, για τη Νοτιοανατολική Ασία είναι «ο βασιλιάς των φρούτων». Για τους τουρίστες του ίντερνετ, είναι «το πιο βρωμερό φρούτο του κόσμου» που αξίζει να το δοκιμάσεις έστω από περιέργεια. Για την Κίνα, ωστόσο, είναι ολοένα και περισσότερο δώρο κύρους, «unboxing» περιεχόμενο για κοινωνικά δίκτυα και πρώτη ύλη σε γαστρονομικές υπερβολές, από hotpot κοτόπουλο με ντουριάν έως πίτσα με ντουριάν.
Η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ παραμένουν οι βασικοί προμηθευτές
Η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ παραμένουν οι βασικοί προμηθευτές, καλύπτοντας σχεδόν όλες τις κινεζικές εισαγωγές. Η Μαλαισία, όμως, ανεβαίνει γρήγορα, «χτίζοντας» φήμη γύρω από premium ποικιλίες όπως η Musang King. Η διαφορά τιμών είναι αποκαλυπτική: στη Νοτιοανατολική Ασία, ένα ντουριάν μπορεί να ξεκινά από κάτω από 2 δολάρια, αλλά οι «πολυτελείς» εκδοχές φτάνουν από 14 έως 100 δολάρια το κομμάτι, ανάλογα με την ποιότητα και τη σοδειά.
Η ζήτηση αποτυπώνεται και στους ίδιους τους αγοραστές. «Όταν έφαγα πρώτη φορά μαλαισιανό ντουριάν, σκέφτηκα: “Ουάου, αυτό είναι υπέροχο. Πρέπει να βρω τρόπο να το φέρω στην Κίνα”», λέει ο Xu Xin, 33 ετών, που πουλά ντουριάν στη βορειοανατολική Κίνα και έφτασε στο Ράουμπ αναζητώντας τους καλύτερους καρπούς. Μαζί του βρίσκονται εξαγωγείς από τη νότια Κίνα που μιλούν για αγορά με «τεράστιο δυναμικό»: «Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν το έχουν δοκιμάσει ακόμα».
Στα τραπέζια γευσιγνωσίας του Ράουμπ, η κατανάλωση αποκτά σχεδόν τελετουργική διάσταση. Πιατέλες με διαφορετικές ποικιλίες σερβίρονται «από το πιο ήπιο στο πιο δυνατό», με τους ντόπιους να επιμένουν ότι, αν τηρήσεις τη σωστή σειρά, θα αναδυθούν διαφορετικές νότες: καραμέλα, κρέμα, και στο τέλος μια σχεδόν αλκοολική πικράδα που «αναγγέλλει» το Musang King.
Ο Xu παρατηρεί ότι οι κινεζικές προτιμήσεις ωρίμασαν: από την απλή αναζήτηση γλυκύτητας, πολλοί πλέον ζητούν άρωμα, πυκνότητα, «ντελικάτες» αποχρώσεις, ακόμη και γεύσεις που θυμίζουν πικραμύγδαλο. «Πελάτες μπαίνουν στο κατάστημα και ρωτούν: “Υπάρχουν πικρά ντουριάν σε αυτή την παρτίδα;”», λέει.
Μια αλυσίδα δουλειάς και ρίσκου
Πίσω από την εικόνα της «χρυσής» καλλιέργειας, υπάρχει μια αλυσίδα δουλειάς και ρίσκου. Στο Ράουμπ, ο 72χρονος Lu Yuee Thing -γνωστός ως «Uncle Thing]- είναι από τις χαρακτηριστικές ιστορίες επιτυχίας: ιδιοκτήτης φάρμας και καταστήματος, μέρος μιας τοπικής «δυναστείας» όπου οι γιοι αναλαμβάνουν μεταφορές και οι κόρες τα λογιστικά. Στο αγρόκτημά του, ξυπνά πριν χαράξει για να μαζέψει καρπούς που κρέμονται ακόμη από τα δέντρα ή καταλήγουν σε δίχτυα κοντά στο έδαφος.
Μια πτώση ντουριάν του άφησε πόνο στον ώμο που επανέρχεται. «Φαίνεται ότι οι αγρότες βγάζουν εύκολο χρήμα. Αλλά δεν είναι εύκολο» λέει, την ώρα που τα ντουριάν ταξινομούνται σε κατηγορίες από Grade A έως Grade C, με ένα ξεχωριστό καλάθι «Grade AA» για τα πιο καλοσχηματισμένα, αυτά που προορίζονται να πετάξουν προς την Κίνα.
Η κινεζική όρεξη για ντουριάν έχει εξελιχθεί και σε εργαλείο διπλωματίας. Το Πεκίνο υπέγραψε σειρά εμπορικών συμφωνιών με παραγωγούς και επίδοξους παραγωγούς -από Ταϊλάνδη, Βιετνάμ και Μαλαισία μέχρι Καμπότζη, Ινδονησία, Φιλιππίνες και Λάος-, παρουσιάζοντάς τες ως «γιορτή διμερών σχέσεων». Οι συμφωνίες «κουμπώνουν» και με τις επενδύσεις υποδομών: ο σιδηρόδρομος Κίνας-Λάος, που ξεκίνησε το 2021, μεταφέρει πάνω από 2.000 τόνους φρούτων ημερησίως, κυρίως ταϊλανδέζικα ντουριάν.
Όμως η πίεση να καλυφθεί η ζήτηση έχει κόστος: στην Ταϊλάνδη εμφανίστηκαν ανησυχίες ασφάλειας τροφίμων όταν οι κινεζικές αρχές εντόπισαν καρκινογόνο χρωστική που φέρεται να «κιτρινίζει» τεχνητά τους καρπούς. Στο Βιετνάμ, παραγωγοί καφέ στράφηκαν στο ντουριάν, συμβάλλοντας -μαζί με ακραία καιρικά φαινόμενα- σε άνοδο των διεθνών τιμών καφέ. Στο Ράουμπ ξέσπασε «πόλεμος γης»: οι αρχές έκοψαν χιλιάδες δέντρα που χαρακτηρίστηκαν παράνομα σε κρατική γη, ενώ οι αγρότες υποστηρίζουν ότι καλλιεργούν εκεί επί δεκαετίες και τώρα πιέζονται να πληρώσουν μισθώσεις ή να εκκενώσουν.
Τα οφέλη της «διπλωματίας του ντουριάν»
Και καθώς η Κίνα απολαμβάνει τα οφέλη της «διπλωματίας του ντουριάν», κοιτάζει και προς την αυτάρκεια. Στη νησιωτική επαρχία Χαϊνάν, μετά από χρόνια δοκιμών, η σοδειά του 2025 αναμενόταν να φτάσει τους 2.000 τόνους, μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής «τροφικής αυτοδυναμίας» που τα κρατικά μέσα συνδέουν με την επιδίωξη «durian freedom» - να μη βασίζεται πλέον σε Ταϊλάνδη και Βιετνάμ.
Προς το παρόν, η εγχώρια παραγωγή παραμένει μικρό κλάσμα της κατανάλωσης, όμως ο Uncle Thing βλέπει τον κίνδυνο καθαρά: «Αν έχουν δική τους προμήθεια και αρχίσουν να εισάγουν λιγότερο θα επηρεαστεί η αγορά μας». Το αφήνει, όμως, στην άκρη με έναν ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τους αγρότες: «Δεν μπορούμε να το ελέγξουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να φροντίζουμε τα κτήματά μας και να αυξάνουμε την παραγωγή».
Στο Ράουμπ, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν το Χαϊνάν με μια σίγουρη υπεροψία: «δεν είναι ακόμη αντίπαλος για τα μαλαισιανά ντουριάν». Κι όμως, όσο η Κίνα κυνηγά τη δική της «ελευθερία ντουριάν», ο θρόνος της Musang King μοιάζει λιγότερο ακλόνητος. Η πόλη που μύριζε κάποτε χρυσό, τώρα μυρίζει ένα φρούτο που έγινε πολυτέλεια, διπλωματικό χαρτί και, ενδεχομένως, η επόμενη αγορά όπου η Κίνα θα θελήσει να γράψει τους δικούς της κανόνες.