Η Ιταλίδα παιδαγωγός Μαρία Μοντεσσόρι ήταν αναμφισβήτητη πρωτοπόρος της εκπαίδευσης.
Πολύ πριν γίνει λόγος για «συνειδητή γονεϊκότητα», μια προσέγγιση που εστιάζει στην ενσυναίσθηση και τη βαθιά σύνδεση με το παιδί, ή για «γονείς-ελικόπτερα» -όσους δηλαδή παρακολουθούν και ελέγχουν σε υπερβολικό βαθμό κάθε πτυχή της ζωής των παιδιών τους, η Μαρία Μοντεσσόρι υπερασπιζόταν μια ιδέα που ακόμα και σήμερα προκαλεί συζητήσεις: τα παιδιά χρειάζεται να βιώνουν μόνα τους εμπειρίες για να αναπτύξουν εμπιστοσύνη και αυτονομία.
Η Ιταλίδα παιδαγωγός συνόψισε αυτή τη φιλοσοφία σε μια φράση που επιβιώνει για πάνω από έναν αιώνα: «Ποτέ μην βοηθάς ένα παιδί σε μια εργασία όπου νιώθει ότι μπορεί να πετύχει».
Ποια ήταν η Μαρία Μοντεσσόρι
Η Μοντεσσόρι γεννήθηκε το 1870 και υπήρξε μία από τις πρώτες γυναίκες που πήραν πτυχίο Ιατρικής στην Ιταλία. Η επιστημονική της κατάρτιση καθόρισε την προσέγγισή της στην εκπαίδευση. Σε αντίθεση με τις άκαμπτες μεθόδους εκπαίδευσης των αρχών του 20ού αιώνα, εκείνη υποστήριξε την παρατήρηση των παιδιών και την προσαρμογή του περιβάλλοντος στις πραγματικές τους ανάγκες.
Η μέθοδος Μοντεσσόρι
Η μέθοδός της διαμορφώθηκε δουλεύοντας με παιδιά που ζούσαν σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμο και με νοητικές αναπηρίες στη Ρώμη. Τοι παρατηρήσεις της μεταμόρφωσαν την σύγχρονη παιδαγωγική καθώς κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα όταν δρουν ανεξάρτητα και εξερευνούν με τον δικό τους ρυθμό.
Η φράση της δεν ήταν απλή συμβουλή για γονείς, αλλά μια ολόκληρη αντίληψη για την παιδική ηλικία και τον ρόλο των ενηλίκων. Σύμφωνα με την Μοντεσσόρι, όταν ένα παιδί προσπαθεί να κάνει κάτι μόνο του, να κουμπώσει για παράδειγμα το μπουφάν του, να μαζέψει τα παιχνίδια του, να σερβίρει νερό– δεν προσπαθεί απλώς να κάνει μια καθημερινή εργασία. Χτίζει αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση και ικανότητα λήψης αποφάσεων.
Η Μοντεσσόρι προειδοποιούσε ότι οι ενήλικες παρεμβαίνουν πολύ γρήγορα, είτε από ανυπομονησία, είτε από φόβο μήπως το παιδί κάνει λάθος, είτε για εξοικονόμηση χρόνου. Ωστόσο, η αυτή η συνεχής βοήθεια μπορεί να στείλει στο παιδί ένα αρνητικό μήνυμα: ότι δεν είναι ικανό.
Για την παιδαγωγό ήταν σημαντικό το παιδί να εμπιστεύεται τις δικές του δυνάμεις. Γι’ αυτό επέμενε ότι ο ενήλικας πρέπει μόνο να καθοδηγεί και όχι να δίνει λύση στα προβλήματα.
Στα βιβλία της μάλιστα περιέγραψε πώς τα παιδιά βιώνουν ένα αίσθημα ικανοποίησης όταν καταφέρνουν να φέρουν σε πέρας μία εργασία χωρίς βοήθεια. Και όπως τόνισε αυτό το αίσθημα ήταν που τα ωθούσε να είναι πιο πειθαρχημένα και να επιδιώκουν να μάθουν περισσότερα.
Αντίθετα, η υπερβολική παρέμβαση δημιουργεί εξάρτηση και απογοήτευση. Σύμφωνα με την Μοντεσσόρι, τα υπερπροστατευμένα παιδιά τείνουν να τα παρατούν μπροστά σε δυσκολίες και να επιζητούν διαρκώς την έγκριση των γονιών τους. Στη μέθοδο της, οι γονείς και οι δάσκαλοι είναι απλά «δυναμικοί παρατηρητές» και απλά συνοδεύουν το παιδί χωρίς να παρεμβαίνουν.
Έτσι, όταν ένα παιδί προοδεύει, ακόμα κι αν κάνει λάθη, οι γονείς πρέπει να το αφήσουν να συνεχίσει και να παρέμβουν μόνο αν απογοητευθεί πραγματικά ή ζητήσει βοήθεια. Και σε αυτή την περίπτωση όμως πρέπει να του παρέχεται η ελάχιστη υποστήριξη ώστε να συνεχίσει να είναι ανεξάρτητο.