Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται πλέον η Ρωσία: από ταξίδια του Έπσταϊν στη Μόσχα και προσπάθειες προσέγγισης του Βλαντίμιρ Πούτιν, μέχρι επαφές με πρόσωπα που είχαν θεσμικό ρόλο κοντά στους μηχανισμούς ασφαλείας της χώρας.
Τα νέα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα για τον Τζέφρι Έπσταϊν από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης αναζωπυρώνουν ένα από τα πιο σκοτεινά ερωτήματα γύρω από την υπόθεσή του: αν ο καταδικασμένος για σεξουαλικά εγκλήματα χρηματιστής ήταν απλώς ένας «κυνηγός» που αξιοποιούσε την ισχύ και τα χρήματά του για να παγιδεύει ανθρώπους ή αν, παράλληλα, κινούνταν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η συλλογή ενοχοποιητικού υλικού, οι μυστικές καταγραφές και οι διασυνδέσεις με κρατικούς μηχανισμούς μπορούσαν να μετατραπούν σε εργαλείο επιρροής.
Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται πλέον η Ρωσία: από ταξίδια στη Μόσχα και επίμονες προσπάθειες προσέγγισης του Βλαντίμιρ Πούτιν, μέχρι επαφές με πρόσωπα που είχαν θεσμικό ρόλο ή διαδρομή κοντά στους μηχανισμούς ασφαλείας της χώρας. Τα ίδια τα έγγραφα, ωστόσο, λειτουργούν περισσότερο ως πυκνή ομίχλη παρά ως καθαρή απόδειξη: δείχνουν κινήσεις, επαφές και προθέσεις, αλλά δεν επιβεβαιώνουν οριστικά ούτε ότι ο Έπσταϊν στρατολογήθηκε ούτε ότι εκτελούσε αποστολές για λογαριασμό ρωσικών υπηρεσιών.
To όνομα του Πούτιν εμφανίζεται με τρόπο επίμονο
Το εύρος του υλικού είναι τεράστιο. Η πρόσφατη δημοσιοποίηση αφορά εκατομμύρια σελίδες που διατέθηκαν στο πλαίσιο νομοθεσίας διαφάνειας, με βουλευτές να αποκτούν πρόσβαση και σε αλογόκριτες εκδοχές υπό αυστηρούς περιορισμούς. Μέσα σε αυτή τη μάζα εγγράφων, η Ρωσία εμφανίζεται με τρόπο επίμονο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, το όνομα του Πούτιν απαντά περισσότερες από 1.000 φορές, αν και μεγάλο μέρος των αναφορών προέρχεται από αποκόμματα και ενημερωτικά δελτία που λάμβανε ο Έπσταϊν, όχι κατ’ ανάγκη από δική του αλληλογραφία.
Αυτό που έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, όμως, είναι ότι σε προσωπικά ηλεκτρονικά μηνύματα ο Έπσταϊν εμφανίζεται να προσπαθεί επανειλημμένα στη δεκαετία του 2010 να οργανώσει συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο, συχνά μέσω του Νορβηγού πρώην πρωθυπουργού Τόρμπγιορν Γιάγκλαντ, χωρίς στα έγγραφα να υπάρχει επιβεβαίωση ότι η συνάντηση έγινε ποτέ.
Σχέσεις με πρόσωπα της ρωσικής κρατικής και οικονομικής ελίτ
Οι ίδιες πηγές δείχνουν ότι ο Έπσταϊν καλλιέργησε σχέσεις με πρόσωπα της ρωσικής κρατικής και οικονομικής ελίτ.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η αλληλογραφία του με τον Σεργκέι Μπελιάκοφ, πρώην υφυπουργό Οικονομικής Ανάπτυξης της Ρωσίας και απόφοιτο της Ακαδημίας της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας, όπως καταγράφεται σε δημοσίευμα του Al Jazeera που βασίζεται στα νέα έγγραφα.
Εκεί περιγράφεται πως ο Έπσταϊν ζήτησε το 2015 «χάρη» για μια γυναίκα από τη Μόσχα, η οποία -κατά τον ίδιο- επιχειρούσε να εκβιάσει «ισχυρούς» επιχειρηματίες στη Νέα Υόρκη. Ο Μπελιάκοφ απάντησε ότι θα συγκεντρώσει πληροφορίες και λίγες ημέρες μετά έστειλε περιγραφή του υποβάθρου της γυναίκας και του περιβάλλοντός της. Η υπόθεση αυτή, ανεξάρτητα από το αν ο ισχυρισμός του Έπσταϊν ήταν ακριβής ή αν εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς, δείχνει έναν τρόπο λειτουργίας όπου ο χρηματιστής αξιοποιούσε διακρατικές γνωριμίες ως «μηχανισμό διευθέτησης» ευαίσθητων θεμάτων.
Παράλληλα, τα έγγραφα καταγράφουν ότι ο Μπελιάκοφ επιδίωκε, μέσω Έπσταϊν, πρόσβαση σε ισχυρούς παράγοντες των ΗΠΑ, ενώ ο ίδιος ο Έπσταϊν λειτουργούσε ως μεσάζων γνωριμιών. Στην ίδια δέσμη στοιχείων, ο Έπσταϊν εμφανίζεται να εισάγει τον Μπελιάκοφ σε κύκλους Αμερικανών δισεκατομμυριούχων και να δίνει συμβουλές ακόμη και για την παρουσίαση επιχειρηματικών προτάσεων. Αυτό δεν αποδεικνύει κατασκοπεία. Ενισχύει όμως την εικόνα ενός ανθρώπου που καλλιεργούσε δίκτυο επιρροής με χαρακτηριστικά που θυμίζουν, σε επίπεδο τεχνικής, πρακτικές στρατολόγησης: εντοπισμός αναγκών, προσφορά πρόσβασης, δημιουργία υποχρεώσεων.
Σύμφωνα με τα βρετανικά ΜΜΕ, το ερώτημα μετατοπίζεται όταν η συζήτηση φτάνει στην πιθανότητα συλλογής ενοχοποιητικού υλικού. Εδώ τα νέα έγγραφα και οι παλαιότερες καταγγελίες τέμνονται με τρόπο αρκούντως υπογειακό, έως και ύποπτο. Το Associated Press, σε ανασκόπηση εσωτερικών εγγράφων των αμερικανικών αρχών, σημειώνει ότι οι έρευνες δεν κατέληξαν σε επαρκή απόδειξη πως ο Έπσταϊν λειτουργούσε οργανωμένο δίκτυο προμήθειας γυναικών-θυμάτων σε ισχυρούς άνδρες, ούτε ότι εντοπίστηκε «λίστα πελατών», ενώ το υλικό που κατασχέθηκε δεν επιβεβαίωσε -κατά την ίδια πηγή- ένα ευρύ σχήμα εκβιασμών. Από την άλλη, δημοσιεύματα που βασίζονται στα νέα ηλεκτρονικά μηνύματα αναφέρουν ότι ο Έπσταϊν είχε δώσει εντολή για αγορά κρυφών καμερών με ανίχνευση κίνησης για κατοικία του, στοιχείο που ανατροφοδοτεί την υποψία περί μυστικών καταγραφών, χωρίς να προκύπτει αυτομάτως ποιος καταγραφόταν, πού κατέληγαν οι λήψεις και αν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ ως μέσο πίεσης.
Μπορεί να είχε στρατολογηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1970;
Μέσα σε αυτό το θολό πεδίο, η πολιτική διάσταση φούντωσε όταν ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ ανακοίνωσε ότι ανοίγει έρευνα για ενδεχόμενους δεσμούς Έπσταϊν με ρωσικές υπηρεσίες, ενώ από το Κρεμλίνο υπήρξε ειρωνική απόρριψη. Ταυτόχρονα, δημόσιες τοποθετήσεις πρώην στελεχών δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών τροφοδότησαν τη συζήτηση: ο Κρίστοφερ Στιλ, γνωστός από την ενασχόλησή του με τη Ρωσία, υποστήριξε σε ραδιοφωνική συνέντευξη ότι ο Έπσταϊν μπορεί να είχε στρατολογηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1970 από πρόσωπα του ρωσικού οργανωμένου εγκλήματος στη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για εκτίμηση, όχι δικαστικά επιβεβαιωμένο γεγονός, αλλά δείχνει ότι άτομα με γνώση του πεδίου θεωρούν το σενάριο τουλάχιστον πιθανό.
Το κρίσιμο σημείο είναι πως, ακόμα και αν δεν υπάρχει μια απτή απόδειξη, τα έγγραφα σκιαγραφούν ένα περιβάλλον όπου ο Έπσταϊν επιδίωκε επαφή με την κορυφή της ρωσικής εξουσίας, διατηρούσε επικοινωνία με ανθρώπους που είχαν διαδρομή στον κρατικό μηχανισμό και φαίνεται να ενδιαφερόταν για τεχνικές που θα μπορούσαν να παράγουν υλικό πίεσης. Το αν όλα αυτά συγκροτούν κατασκοπευτική σχέση, αν ήταν απλώς μια κυνική προσπάθεια αυτοπροβολής και πρόσβασης ή αν τρίτοι επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν τη δράση του εκ των υστέρων, παραμένει ανοιχτό. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα: ότι η υπόθεση Έπσταϊν συνεχίζει να λειτουργεί ως καθρέφτης θεσμικής ευαλωτότητας στη Δύση - εκεί όπου το χρήμα, η επιρροή, το σεξουαλικό έγκλημα και η γεωπολιτική μπορούν να συναντηθούν στο ίδιο σκοτεινό δωμάτιο.