Τι συμβαίνει όταν η παιδική ηλικία και η πρώτη περίοδος ενός κοριτσιού μετατρέπεται σε περιεχόμενο και σε προϊόν προς εμπορική αξιοποίηση;
- Η έρευνα της Fortesa Latifi αποκαλύπτει τη μετατροπή της παιδικής ηλικίας σε εμπορικό περιεχόμενο από οικογενειακούς influencers. Προσωπικές στιγμές, όπως η πρώτη περίοδος, χρησιμοποιούνται για διαφήμιση, παρά την επίγνωση των γονέων για τους κινδύνους της δημόσιας έκθεσης των παιδιών.
- Το φαινόμενο εντείνεται καθώς οι πιο συναισθηματικά φορτισμένες οικογενειακές στιγμές αποφέρουν μεγαλύτερα έσοδα, ωθώντας σε συνεχή έκθεση. Αυτό δημιουργεί κινδύνους για τα παιδιά, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης σε διαδικτυακούς θηρευτές, χωρίς να αλλάζει την πρακτική των γονέων.
- Η ενασχόληση με τα social media αποτελεί συχνά επαγγελματική διέξοδο για μητέρες, επηρεαζόμενη από συντηρητικές αξίες και τη μεταβαλλόμενη εικόνα της «ιδανικής μητέρας». Η οικονομική τους επιτυχία προκαλεί επίσης κοινωνική αντίδραση, με στοιχεία μισογυνισμού.
- Οι συνέπειες για τα παιδιά ποικίλλουν, με κάποια να αισθάνονται ότι η παιδική τους ηλικία μετατράπηκε σε απλή εργασία χωρίς συναίνεση, ενώ άλλα βρίσκουν θετικά στοιχεία και αποκτούν κοινό. Η ψηφιακή έκθεση παραμένει μια γκρίζα ζώνη μεταξύ επιλογής και εκμετάλλευσης.
Η εικόνα της μητρότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα πιο ισχυρά - και αμφιλεγόμενα - αφηγήματα της ψηφιακής κουλτούρας, με τις λεγόμενες «momfluencers» να βρίσκονται στο επίκεντρο μιας βιομηχανίας που συνδυάζει προσωπικές στιγμές, εμπορικές συνεργασίες και μαζική απήχηση. Πίσω όμως από την προσεκτικά επιμελημένη αισθητική της καθημερινότητας, μια νέα έρευνα και ένα βιβλίο αποκαλύπτουν μια πολύ πιο σύνθετη και σκοτεινή πραγματικότητα, όπου τα όρια μεταξύ οικογενειακής ζωής και περιεχομένου προς κατανάλωση συχνά θολώνουν επικίνδυνα.
Όταν η παιδική ηλικία μετατρέπεται σε προϊόν
Το ζήτημα αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο «Like, Follow, Subscibe» της δημοσιογράφου Fortesa Latifi, το οποίο εξετάζει εις βάθος τον κόσμο των «οικογενειακών» influencers, των momfluencers και των παιδιών που μεγαλώνουν μπροστά στην κάμερα. Στο επίκεντρο της έρευνάς της βρίσκεται ένα βασικό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν η παιδική ηλικία μετατρέπεται σε περιεχόμενο [content] και, ακόμη περισσότερο, σε προϊόν προς εμπορική αξιοποίηση;
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά - και σοκαριστικά - παραδείγματα που αναφέρονται είναι η χρήση της πρώτης εμμήνου ρύσεως ενός κοριτσιού ως αφορμή για διαφημιστική προώθηση προϊόντων υγιεινής. «Δεν είναι καν τόσο σπάνιο ως φαινόμενο όσο θα περίμενε κανείς», σημειώνει μιλώντας στο WIRED η Latifi, περιγράφοντας ένα φαινόμενο όπου σημαντικά βιολογικά και ψυχολογικά ορόσημα της εφηβείας ενσωματώνονται στη λογική του «sponsored content». Στιγμές που παραδοσιακά ανήκαν στον ιδιωτικό χώρο της οικογένειας μετατρέπονται σε δημόσιο θέαμα, συχνά με εμπορική και οικονομική στόχευση.
«Οι γονείς είναι ενήμεροι για τους κινδύνους»
Η ίδια η Latifi επισημαίνει ότι πολλοί γονείς γνωρίζουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η δημοσιοποίηση τέτοιου περιεχομένου, αλλά αυτό δεν φαίνεται να επηρεάζει ουσιαστικά τη συμπεριφορά τους. «Οι γονείς είναι ενήμεροι για τους κινδύνους», τονίζει, αναφέροντας την περίπτωση μητέρας που διαπίστωσε ότι οι αναρτήσεις της επτάχρονης κόρης της είχαν μεγαλύτερη απήχηση όταν το παιδί εμφανιζόταν λιγότερο ντυμένο. «Αλλά στο τέλος, αυτό δεν αλλάζει τη συμπεριφορά τους».
Η διαπίστωση αυτή ενισχύει τον προβληματισμό για το κατά πόσο η επιδίωξη της απήχησης και της οικονομικής επιτυχίας υπερισχύει της προστασίας των παιδιών. Σε ένα περιβάλλον όπου το περιεχόμενο μεταφράζεται άμεσα σε έσοδα, οι πιο φορτισμένες συναισθηματικά στιγμές φαίνεται να έχουν και τη μεγαλύτερη εμπορική αξία. «Μου είπαν ότι το περιεχόμενο αποδίδει καλύτερα όταν τα παιδιά είναι άρρωστα, λυπημένα ή τραυματισμένα», σημειώνει η Latifi, προσθέτοντας ότι οι ίδιοι οι δημιουργοί το αναγνωρίζουν ανοιχτά.
«Ξυρίζουν τα πόδια τους για πρώτη φορά στο YouTube»
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη κουλτούρα όπου η οικογενειακή ζωή παρουσιάζεται ως συνεχής αφήγηση προς κατανάλωση. Από την πρώτη αποτρίχωση μέχρι τον αποχαιρετισμό σε συγγενείς, στιγμές που άλλοτε θεωρούνταν βαθιά προσωπικές αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα και συγκεντρώνουν εκατομμύρια προβολές. «Έχω δει παιδιά να ξυρίζουν τα πόδια τους για πρώτη φορά στο YouTube και να συγκεντρώνουν εκατομμύρια προβολές», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει και τον κίνδυνο έκθεσης των παιδιών σε διαδικτυακούς θηρευτές και δυνητικούς παιδόφιλους. Η Latifi επικαλείται σχετικές αποκαλύψεις που έχουν καταδείξει ότι τέτοιου είδους περιεχόμενο μπορεί να προσελκύσει ανεπιθύμητα βλέμματα, χωρίς ωστόσο αυτό να οδηγεί απαραίτητα σε αλλαγή της συμπεριφοράς των γονέων. «Δεν καταλαβαίνω πώς ένας γονέας μπορεί να λαμβάνει τέτοια μηνύματα και να συνεχίζει να εκθέτει το παιδί του με τον ίδιο τρόπο», σημειώνει.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μονοδιάστατο. Η Latifi επιχειρεί να προσφέρει μια πιο σύνθετη προσέγγιση, επισημαίνοντας ότι για πολλές γυναίκες η ενασχόληση με τα social media αποτελεί μία από τις λίγες διαθέσιμες επαγγελματικές διεξόδους. Σε κοινωνικά περιβάλλοντα όπου η μητρότητα θεωρείται πρωταρχικός ρόλος, η δυνατότητα μετατροπής της σε πηγή εισοδήματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Κάπως έτσι, εξίσου εύλογα, εντάσσεται και η ισχυρή παρουσία συντηρητικών και θρησκευτικών αξιών στον χώρο των οικογενειακών influencers. Σύμφωνα με τη Latifi, μεγάλο μέρος του περιεχομένου διαμορφώνεται από ένα υπόβαθρο δεξιών, παραδοσιακών αντιλήψεων, ακόμη κι αν αυτές δεν εκφράζονται ρητά. Η εικόνα της πολυμελούς οικογένειας, της μητέρας που αφιερώνεται αποκλειστικά στο σπίτι και της «ιδανικής» καθημερινότητας λειτουργεί ως πρότυπο που αναπαράγεται συστηματικά.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην επιρροή της Μορμονικής κοινότητας, η οποία, σύμφωνα με την έρευνα, έχει διαδραματίσει ρόλο στη χρηματοδότηση και την ενίσχυση συγκεκριμένων influencers. «Μια blogger μου είπε ότι είχε ένα εκατομμύριο επισκέπτες τον μήνα και ότι αυτό ήταν πιο αποτελεσματικό από δύο ιεραποστόλους», αναφέρει η Latifi, υπογραμμίζοντας τη δυναμική των social media ως εργαλείου πολιτιστικής και ιδεολογικής επιρροής.
Η εικόνα της «ιδανικής μητέρας» αλλάζει δραματικά
Την ίδια στιγμή, η εικόνα της «ιδανικής μητέρας» φαίνεται να αλλάζει δραματικά. Αν παλαιότερα συνδεόταν με την απόλυτη αφοσίωση στην οικογένεια και την υποταγή σε παραδοσιακούς ρόλους, σήμερα εμφανίζονται πιο σύνθετες εκδοχές, όπου οι ίδιες οι γυναίκες είναι οικονομικά ενεργές και συχνά βασικοί οικονομικοί πυλώνες των οικογενειών τους. Η αντίφαση αυτή αντικατοπτρίζει τη μετάβαση ενός μοντέλου που ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη ψηφιακή οικονομία.
Παράλληλα, δεν λείπει και η κοινωνική αντίδραση απέναντι στις momfluencers, η οποία συχνά φέρει στοιχεία μισογυνισμού. «Θέλουμε η μητρότητα να είναι αόρατη και απλήρωτη», σημειώνει η Latifi, επισημαίνοντας ότι η οικονομική επιτυχία αυτών των γυναικών προκαλεί δυσφορία, ακριβώς επειδή αμφισβητεί την αντίληψη ότι η φροντίδα της οικογένειας δεν μπορεί να αποτελέσει πηγή εισοδήματος.
Οι συνέπειες για τα ίδια τα παιδιά παραμένουν ανοιχτό ζήτημα. Υπάρχουν περιπτώσεις νέων που απομακρύνθηκαν πλήρως από τους γονείς τους, θεωρώντας ότι η παιδική τους ηλικία μετατράπηκε σε εργασία χωρίς συναίνεση. «Ένιωθε ότι όλη της η παιδική ηλικία ήταν δουλειά», αναφέρει η Latifi για μία από τις συνεντευξιαζόμενες.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και παιδιά που βλέπουν θετικά αυτή την εμπειρία, έχοντας αποκτήσει δική τους παρουσία και κοινό, αποδεικνύοντας κατά βάση ότι εδώ και αρκετά χρόνια η ψηφιακή έκθεση της παιδικής ηλικίας βρίσκεται σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ επιλογής, ανάγκης και εκμετάλλευσης, με τα όρια να παραμένουν ρευστά και υπό διαρκή διαπραγμάτευση.