Από το Χάροου και το Ένφιλντ μέχρι το Στράτφορντ, η παρουσία μιας κοινότητας που πλέον ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ανθρώπους γίνεται ολοένα και πιο εμφανής.
- Οι Ρουμάνοι μετανάστες στη Βρετανία, που έφτασαν μαζικά μετά το 2014, ξεπερνούν πλέον το ένα εκατομμύριο. Παρά την έντονη παρουσία τους, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό «αόρατοι» λόγω ενός σκληρού αντι-μεταναστευτικού κλίματος και αρνητικών στερεοτύπων.
- Η απουσία εξέτασης στη ρουμανική γλώσσα στο βρετανικό σύστημα GCSE υπονομεύει την ταυτότητα των μαθητών ρουμανικής καταγωγής, κάνοντάς τους να νιώθουν ότι η μητρική τους γλώσσα δεν έχει σημασία και πιέζοντάς τους να αφομοιωθούν.
- Παρά τα γνωστικά και επαγγελματικά οφέλη της διγλωσσίας, το βρετανικό σύστημα αρνείται να προσαρμοστεί, με το υπουργείο Παιδείας να αποφεύγει δεσμεύσεις και τους ιδιωτικούς εξεταστικούς φορείς να απαιτούν μεγάλο αριθμό μαθητών για βιωσιμότητα.
- Η δημόσια συζήτηση παραμένει διχασμένη, με κάποιους να προκρίνουν γλώσσες «παγκόσμιας σημασίας» και άλλους να υποστηρίζουν τις «κληρονομικές» γλώσσες. Το ζήτημα των GCSE στα ρουμανικά εξελίσσεται σε δοκιμασία για το ποιες κοινότητες αναγνωρίζει η σύγχρονη Βρετανία.
Για χρόνια, η ρουμανική γλώσσα λειτουργούσε σχεδόν σαν μυστικός κώδικας στο Λονδίνο. Η ιστορικός και δημοσιογράφος Τέσα Ντάνλοπ μιλώντας στην εφημερίδα The Independent θυμάται ότι μπορούσε να μιλά ελεύθερα με τη μισή Ρουμάνα κόρη της μέσα στο μετρό χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τι λένε. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει ριζικά. Η ρουμανική δεν είναι πλέον μια «αόρατη» γλώσσα της μετανάστευσης, αλλά η δεύτερη πιο ομιλούμενη ξένη γλώσσα στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά τα πολωνικά και, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η ίδια, η δεύτερη γλώσσα που ακούγεται πιο συχνά στο Λονδίνο μετά τα αγγλικά.
Από το Χάροου και το Ένφιλντ μέχρι το Στράτφορντ, η παρουσία μιας κοινότητας που πλέον ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ανθρώπους γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Κι όμως, παρά τη δημογραφική της δύναμη, η ρουμανική γλώσσα εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται επίσημα στο βρετανικό εξεταστικό σύστημα GCSE, προκαλώντας έντονη συζήτηση γύρω από την εκπαίδευση, την ενσωμάτωση και τη θέση των μεταναστευτικών κοινοτήτων στη σύγχρονη Βρετανία.
Oι Ρουμάνοι βρίσκονται πλέον παντού
Η Ντάνλοπ περιγράφει μια καθημερινότητα όπου οι Ρουμάνοι βρίσκονται πλέον παντού: στην αιμοδοσία, στα οδοντιατρεία, στους συλλόγους γονέων των σχολείων. Ο πατέρας της τενίστριας Έμα Ραντουκάνου είναι Ρουμάνος, όπως και ο χορευτής Μάριους Ιεπουρέ, σύζυγος της Οτί Μαμπούζ. Ωστόσο, παρά την παρουσία τους σε κάθε πτυχή της βρετανικής κοινωνίας, οι Ρουμάνοι της Βρετανίας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό «αόρατοι». Σε αντίθεση με τους Πολωνούς, που διαθέτουν ιστορικά οργανωμένες κοινότητες και ισχυρή πολιτισμική παρουσία από την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ρουμάνοι έφτασαν στο Λονδίνο μαζικά πολύ αργότερα και υπό δυσκολότερες συνθήκες.
Η Ρουμανία κουβαλούσε το βάρος της δικτατορίας του Νικολάε Τσαουσέσκου και μιας πιο αργής μετάβασης στη μετακομμουνιστική Ευρώπη. Όταν εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007, η οικονομική μετανάστευση εκτοξεύθηκε. Πρώτος σταθμός ήταν κυρίως η Ιταλία και η Ισπανία, ενώ η μαζική άφιξη στο Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε το 2014, όταν καταργήθηκαν οι μεταβατικοί περιορισμοί στην εργασία. Ήταν όμως και η περίοδος που το αντι-μεταναστευτικό κλίμα στη Βρετανία είχε ήδη αρχίσει να σκληραίνει ενόψει Brexit.
Οι Ρουμάνοι βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός δημόσιου λόγου
Οι Ρουμάνοι βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός δημόσιου λόγου που συχνά τους παρουσίαζε ως «κατώτερους Ευρωπαίους». Τα βρετανικά tabloids επικεντρώνονταν σχεδόν αποκλειστικά στις φτωχότερες και πιο περιθωριοποιημένες ομάδες της κοινότητας, δημιουργώντας μια εικόνα που, όπως υποστηρίζει η Ντάνλοπ, άφησε βαθύ τραύμα. Σε αντίθεση με τα πολωνικά παντοπωλεία που διαφήμιζαν ανοιχτά την ταυτότητά τους, πολλοί Ρουμάνοι προτίμησαν να παραμείνουν διακριτικοί. «Έγιναν ειδικοί στο να κρύβονται σε κοινή θέα», γράφει χαρακτηριστικά.
Η συζήτηση πήρε πολιτική διάσταση όταν αναδείχθηκε το γεγονός ότι, παρά το μέγεθος της κοινότητας, δεν υπάρχει δυνατότητα εξέτασης στη ρουμανική γλώσσα στο πλαίσιο των GCSE, των βασικών εξετάσεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Βρετανία. Οι μαθητές μπορούν να δώσουν εξετάσεις σε ουρντού, πορτογαλικά, μπενγκάλι, πολωνικά ή ακόμα και εβραϊκά, όχι όμως στα ρουμανικά. Για πολλές οικογένειες, αυτό λειτουργεί σαν ένα ηχηρό μήνυμα ότι η γλώσσα τους θεωρείται λιγότερο σημαντική.
Η 16χρονη Άνα-Έρικα Τούντορ είναι ένα από τα πρόσωπα αυτής της καμπάνιας. Ζει στο Νορθάμπτον, προετοιμάζεται για επτά GCSE και παράλληλα ακολουθεί επαγγελματική πορεία στους λάτιν και ballroom χορούς. Παρά το βαρύ πρόγραμμά της, αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι το Γουεστμίνστερ για να υποστηρίξει δημόσια την ανάγκη δημιουργίας GCSE στη ρουμανική γλώσσα. «Είναι μέρος της ταυτότητάς μου», λέει. «Ήρθα στη Βρετανία όταν ήμουν έξι ετών και μιλούσα άπταιστα αγγλικά μέσα σε τέσσερις μήνες. Θέλω όμως να έχω την ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να μιλήσω και ρουμανικά».
Εγκαταλείπουν τη μητρική τους γλώσσα
Η ίδια παρατηρεί ότι ολοένα και περισσότερα παιδιά ρουμανικής καταγωγής εγκαταλείπουν τη μητρική τους γλώσσα. «Το γεγονός ότι δεν υπάρχει GCSE μάς κάνει να πιστεύουμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει σημασία», λέει. Σύμφωνα με την Κάθριν Έιμς, επικεφαλής του τμήματος σύγχρονων γλωσσών στο σχολείο Grey Coat Hospital του Λονδίνου, πολλά παιδιά μεταναστευτικών κοινοτήτων νιώθουν πίεση να αφομοιωθούν γρήγορα και να κρύψουν την ταυτότητά τους. Η απουσία επίσημης πιστοποίησης επιδεινώνει αυτή την κατάσταση, καθώς οι εξετάσεις προσδίδουν «κύρος και αξία» σε μια γλώσσα.
Το επιχείρημα της καμπάνιας δεν αφορά μόνο την πολιτισμική αναγνώριση, αλλά και τα οφέλη της διγλωσσίας. Οι υποστηρικτές της δημιουργίας GCSE στα ρουμανικά τονίζουν ότι τα παιδιά που διατηρούν ενεργά δύο γλώσσες αποκτούν γνωστικά, κοινωνικά και επαγγελματικά πλεονεκτήματα. Παρ’ όλα αυτά, το βρετανικό εξεταστικό σύστημα φαίνεται απρόθυμο να προσαρμοστεί στις νέες δημογραφικές πραγματικότητες.
Η Ντάνλοπ παραδέχεται ότι αρχικά θεωρούσε πως η απουσία GCSE στα ρουμανικά ήταν απλώς μια γραφειοκρατική παράλειψη. Όσο όμως εμβάθυνε στο σύστημα, τόσο περισσότερο απογοητευόταν. Το υπουργείο Παιδείας της Βρετανίας περιορίστηκε σε αόριστες αναφορές περί «ενίσχυσης της γλωσσικής εκπαίδευσης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση», αποφεύγοντας να δεσμευτεί για οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή. Ακόμη πιο περίπλοκο είναι το γεγονός ότι οι εξεταστικοί φορείς στη Βρετανία είναι ιδιωτικοί οργανισμοί με φιλανθρωπικό καθεστώς, γεγονός που σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να τους υποχρεώσει να προσφέρουν ένα νέο μάθημα.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς ότι ακόμη και γλώσσες όπως η ουκρανική ή η βρετανική νοηματική έχουν λάβει κυβερνητική έγκριση χωρίς όμως να υπάρχουν αντίστοιχες εξετάσεις GCSE. Πολλοί Ουκρανοί μαθητές, όπως σημειώνεται, καταλήγουν να δίνουν εξετάσεις στα ρωσικά επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή.
Ο οργανισμός AQA, ένας από τους μεγαλύτερους εξεταστικούς φορείς της χώρας, ανέφερε ότι θα απαιτούνταν περίπου 5.000 μαθητές ετησίως για να θεωρηθεί βιώσιμο ένα GCSE στα ρουμανικά. Η απάντηση προκάλεσε νέα ερωτήματα. Πώς μπορεί να αποδειχθεί η ζήτηση για μια εξέταση που δεν υπάρχει; Και πόσοι μαθητές δίνουν σήμερα εξετάσεις σε γλώσσες όπως τα μπενγκάλι;
Την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση στη Βρετανία γύρω από τη μετανάστευση και τη γλωσσική εκπαίδευση παραμένει βαθιά διχασμένη. Κάποιοι σχολιαστές θεωρούν ότι οι πόροι θα έπρεπε να κατευθύνονται προς γλώσσες «μεγαλύτερης παγκόσμιας σημασίας» όπως τα γαλλικά, τα γερμανικά ή τα μανδαρινικά. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η εκμάθηση μητρικών ή «κληρονομικών» γλωσσών βοηθά στην κοινωνική ένταξη και την αυτοπεποίθηση των παιδιών μεταναστευτικής προέλευσης.
Ένα επιτυχημένο παράδειγμα ενσωμάτωσης
Στα σχόλια κάτω από το άρθρο, η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ωμή. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι εξετάσεις σε «heritage languages» δεν είναι τόσο απλές όσο φαίνονται, καθώς απαιτούν εξειδικευμένους καθηγητές και δομημένη προετοιμασία. Άλλοι αντιμετωπίζουν το ζήτημα ειρωνικά ή εχθρικά, επαναφέροντας στερεότυπα για τους Ρουμάνους μετανάστες. Παράλληλα όμως υπάρχουν και φωνές που βλέπουν στη ρουμανική κοινότητα ένα επιτυχημένο παράδειγμα ενσωμάτωσης και θεωρούν αυτονόητο ότι μια τόσο μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα θα έπρεπε να αναγνωρίζεται επίσημα από το εκπαιδευτικό σύστημα.
Για τους υποστηρικτές της καμπάνιας, το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ μια απλή σχολική εξέταση. Υπολογίζεται ότι περίπου 155.000 παιδιά ρουμανικής καταγωγής στη Βρετανία κινδυνεύουν να χάσουν τη «δεύτερη γλωσσική υπερδύναμή» τους, μαζί με τα πολιτισμικά και γνωστικά πλεονεκτήματα που αυτή προσφέρει. Σε μια χώρα που αλλάζει δημογραφικά με ταχύτατους ρυθμούς, η συζήτηση γύρω από τα GCSE στα ρουμανικά μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι ευρύτερο: μια δοκιμασία για το πώς η σύγχρονη Βρετανία επιλέγει ποιες γλώσσες, ποιες κουλτούρες και τελικά ποιες κοινότητες θεωρεί ορατές.