Ξεκίνησε να χορεύει το 1951. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, η Γιόκο Μορίσιτα εξακολουθεί να χορεύει στα νύχια των ποδιών, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα.
- Η ιστορία της ξεκίνησε στη Χιροσίμα, όπου γεννήθηκε μετά τον πόλεμο. Ξεκίνησε μπαλέτο έπειτα από ιατρική σύσταση και εκπαιδεύτηκε υπό την αυστηρή πειθαρχία της δασκάλας της, Μιτσίκο Σούβα, που διαμόρφωσε την καριέρα της.
- Στα δώδεκα της έπεισε τους γονείς της να μετακομίσει στο Τόκιο και αργότερα εντάχθηκε στο μπαλέτο Ματσουγιάμα. Η διεθνής καριέρα της απογειώθηκε με συνεργασίες δίπλα σε θρύλους όπως ο Νουρέγιεφ και η Μαργκό Φοντέιν.
- Η σωματική αντοχή της παραμένει αξιοσημείωτη, καθώς προπονείται έξι ώρες ημερησίως. Ειδικοί αποδίδουν τη μακροβιότητά της στην εξαιρετική φροντίδα του σώματός της, που της επιτρέπει να ερμηνεύει απαιτητικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους στα 77 της.
- Σημαντικό ρόλο στην πορεία της διαδραματίζει ο σύζυγός της, Τετσουτάρο Σιμίζου, με τον οποίο κέρδισαν μαζί κορυφαία διεθνή διάκριση. Ο ίδιος τονίζει τη μοναδική σκηνική της παρουσία που τη μεταμορφώνει, παρά το μικρό της ανάστημα.
Ήταν μόλις τριών ετών όταν φόρεσε για πρώτη φορά παπούτσια μπαλέτου. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, η Γιόκο Μορίσιτα εξακολουθεί να χορεύει «ε πουάντ», στα νύχια των ποδιών, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα.
Η Μορίσιτα, που τον Δεκέμβριο θα κλείσει τα 78 της χρόνια, είναι η πρώτη χορεύτρια του θρυλικού ιαπωνικού μπαλέτου Ματσουγιάμα, ένα από τα πιο πολυβραβευμένα ονόματα στην ιστορία της χώρας. Έχει χορέψει πάνω από 200 φορές μαζί με τον θρυλικό Ρούντολφ Νουρέγιεφ και έχει περιοδεύσει στο πλευρό της Μαργκό Φοντέιν.
Η γηραιότερη ενεργή πρίμα μπαλαρίνα στον κόσμο
Σήμερα θεωρείται η γηραιότερη ενεργή πρίμα μπαλαρίνα στον κόσμο που εξακολουθεί να αναλαμβάνει απαιτητικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους. Τον Ιανουάριο ερμήνευσε την Οντέτ και τον μαύρο κύκνο Οντίλ στη «Λίμνη των Κύκνων», τον Μάιο πρωταγωνίστησε στην «Κοπέλια», ενώ αυτή την περίοδο ετοιμάζεται για τον ρόλο της Κλάρα στον «Καρυοθραύστη», μια ερμηνεία που κουβαλάει εδώ και 45 χρόνια.
Στο στούντιο του μπαλέτου στο Τόκιο, με τα πόδια της τυλιγμένα σε ροζ μάλλινες κάλτσες για να διατηρούνται ζεστά, η Μορίσιτα εξήγησε το μυστικό της με απλότητα: ζει για το μπαλέτο και σπάνια σκέφτεται πέρα από την επόμενη πρόβα ή παράσταση.
«Μόλις τελειώνει η σημερινή μέρα, σκέφτομαι το μάθημα της επόμενης», είπε χαρακτηριστικά. «Πριν το καταλάβω, είχαν περάσει 75 χρόνια».
Η ιστορία της ξεκινά στη Χιροσίμα, όπου γεννήθηκε το 1948, μόλις τρία χρόνια μετά την καταστροφή της πόλης από την ατομική βόμβα. Η γιαγιά της είχε επιζήσει της έκρηξης, αλλά με βαριά τραύματα.
Η Μορίσιτα λέει πως η ανθεκτικότητα της οικογένειάς της και των γειτόνων τους στα χρόνια της ανασυγκρότησης εξακολουθεί να την εμπνέει μέχρι σήμερα. «Όλοι είχαν ενέργεια και θάρρος, ζούσαν με απίστευτη ευγνωμοσύνη που ήταν απλώς ζωντανοί», θυμάται.
Ως παιδί ήταν αδύναμη σωματικά, και ένας γιατρός συνέστησε στους γονείς της περισσότερη σωματική άσκηση. Ένα νηπιαγωγείο απέναντι από το σπίτι τους πρόσφερε μαθήματα μπαλέτου μετά το σχολείο. «Αν ήταν μάθημα ενόργανης αντί για μπαλέτο, η ζωή μου θα ήταν εντελώς διαφορετική», λέει. «Ο Θεός του μπαλέτου μου έλεγε: “Είσαι φτιαγμένη γι’ αυτό”».
Ο πρώτος της δάσκαλος, ο Κιγιόσι Χαμούρο, αναγνώρισε αμέσως το ταλέντο του μικρού κοριτσιού και την ενέγραψε στην αυστηρή δασκάλα μπαλέτου Μιτσίκο Σούβα, η οποία μερικές φορές χτυπούσε τα πόδια των μαθητριών της με τη λαβή ενός παραδοσιακού ιαπωνικού φτερωτού ξεσκονόπανου, όποτε λύγιζαν από τον πόνο στέκοντας πολλή ώρα στις μύτες.
«Οι γονείς απλώς έμεναν σιωπηλοί και έβαζαν αλοιφή στις πληγές μας», θυμάται η Μορίσιτα. Παρά τη σκληρότητα, η πειθαρχία που της ενστάλαξε η δασκάλα της τη συνόδευσε σε όλη την καριέρα της. Έδωσε την πρώτη της παράσταση στα έξι της χρόνια, σε έναν κινηματογράφο της Χιροσίμα, και στα δώδεκα έπεισε τους γονείς της να τη στείλουν σε σχολή μπαλέτου στο Τόκιο.
Το 1971, μετά από σπουδές στο εξωτερικό - ανάμεσά τους και στις ΗΠΑ - εντάχθηκε στο μπαλέτο Ματσουγιάμα, έχοντας μαγευτεί από μια παράσταση της ιδρύτριάς του, Μικίκο Ματσουγιάμα. «Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα: αυτή είναι η δασκάλα μου», λέει.
Η καριέρα της την ταξίδεψε παντού
Η καριέρα της την ταξίδεψε σε Νέα Υόρκη, Σανγκάη, Παρίσι και Λονδίνο, ενώ χόρεψε μαζί με τον Νουρέγιεφ μπροστά στη βασίλισσα Ελισάβετ Β΄. Μια από τις πιο φωτεινές στιγμές της ήταν όταν χόρεψε στο πλευρό του ειδώλου της, Μαργκό Φοντέιν, την οποία είχε πρωτοδεί ως 20χρονη στη Νέα Υόρκη. «Μόλις εμφανίστηκε στη σκηνή, ήταν σαν να φωτίστηκαν όλα ξαφνικά. Το θυμάμαι ακόμη», λέει.
Ο Γιουκιχίκο Γιοσίντα, γνωστός κριτικός χορού στην Ιαπωνία, εξηγεί πως η Μορίσιτα ανέπτυξε έναν ιδιαίτερα λεπτό, καθαρά ιαπωνικό τρόπο χορού, θυμίζοντας παραδοσιακούς καλλιτέχνες του Νο ή του Καμπούκι, που περνούν δεκαετίες τελειοποιώντας την τέχνη τους. «Η κυρία Μορίσιτα είναι αναμφισβήτητα θρύλος του ιαπωνικού μπαλέτου. Όλοι αναρωτιούνται πότε θα δώσει την αποχαιρετιστήρια παράστασή της», σχολιάζει.
Σε επαγγελματικό επίπεδο, το μπαλέτο είναι εξαιρετικά απαιτητικό σωματικά. Ο Ρικ Σία, γιατρός που θεραπεύει αθλητές και χορευτές στο βρετανικό Royal National Orthopaedic Hospital, εξηγεί πως οι χορευτές χρειάζονται δύναμη και αντοχή σε μύες και συνδέσμους για να διατηρούν σύνθετες στάσεις, με τραυματισμούς στα κάτω άκρα να είναι συνηθισμένοι.
«Είναι σπάνιο να βλέπουμε χορεύτριες μπαλέτου να ερμηνεύουν πρωταγωνιστικούς ρόλους στα 77 τους χρόνια. Είναι απόδειξη του πόσο καλά φροντίζει τον εαυτό της ώστε να διατηρεί τέτοια μακροβιότητα», λέει.
Η Μορίσιτα προπονείται τουλάχιστον έξι ώρες τη μέρα, έξι μέρες την εβδομάδα, ενώ βρίσκει χρόνο για διατάσεις ακόμη και τη μέρα ξεκούρασής της. Λέει πως η αφοσίωσή της στην προπόνηση πηγάζει από την παιδική της αδεξιότητα - πάντα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο από τους συνομηλίκους της για να κατακτήσει νέες κινήσεις.
Έξω από το μπαλέτο, τα χόμπι της είναι λίγα: παρακολουθεί την ομάδα μπέιζμπολ Χιροσίμα Τόγιο Καρπ και της αρέσει, όπως λέει η ίδια, ιδιαίτερα η μπριζόλα - οι γονείς της, αν και όχι καλλιτέχνες, διατηρούσαν στεϊκ-χάουζ στη Χιροσίμα. «Πρέπει να τρώω κρέας», λέει χαρακτηριστικά.
Καθοριστικό ρόλο στη μακρόχρονη καριέρα της παίζει και η αγάπη των συναδέλφων της στο Ματσουγιάμα. Ο σύζυγός της, Τετσουτάρο Σιμίζου, είναι εκτελεστικός διευθυντής και χορογράφος του μπαλέτου. Το 1974, χορεύοντας μαζί, κέρδισαν το Χρυσό Βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Μπαλέτου της Βάρνα - η πρώτη φορά που Ιάπωνας χορευτής κατέκτησε μία από τις πιο σημαντικές διακρίσεις στο μπαλέτο.
Ο Σιμίζου, με χιούμορ, πειράζει συχνά τη σύζυγό του για το ύψος της, καθώς χορεύτριες από τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο ή το Παρίσι έχουν «τόσο μακριά πόδια» σε αντίθεση με τη Μορίσιτα, που δεν ξεπερνά το 1,45μ. «Όταν όμως χορεύει, μοιάζει τεράστια. Αυτή είναι η δύναμή της. Κάτι ξεπηδάει μέσα της. Γι’ αυτό όλοι μαγεύονται», λέει.