Γιατί ο χρόνος μετριέται ακόμη με βάση το 60; Για να απαντηθεί, απαιτείται επιστροφή σε μία περίοδο πολύ πριν από την εμφάνιση των ρολογιών.
- Η Γαλλική Επανάσταση προσπάθησε να αλλάξει τον χρόνο εισάγοντας τη δεκαδική ώρα, αλλά απέτυχε λόγω πρακτικών προβλημάτων και αντίδρασης, οδηγώντας στην αναζήτηση της προέλευσης του συστήματος μέτρησης του χρόνου.
- Οι Σουμέριοι στην Μεσοποταμία χρησιμοποίησαν το εξηκονταδικό σύστημα (βάση το 60) για μαθηματικούς και αστρονομικούς σκοπούς, διευκολύνοντας τις πρακτικές ανάγκες καταγραφής και υπολογισμών.
- Η διαίρεση της ημέρας σε ώρες εμφανίστηκε στην αρχαία Αίγυπτο, ενώ οι Βαβυλώνιοι, υιοθετώντας το εξηκονταδικό σύστημα, το εφάρμοσαν στην αστρονομία, δημιουργώντας ένα σύστημα που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
- Στην Αλεξάνδρεια, οι Έλληνες συνένωσαν διαφορετικές παραδόσεις, διασφαλίζοντας τη συνέχεια του βαβυλωνιακού συστήματος. Παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις, η βασική δομή του χρόνου παρέμεινε αμετάβλητη.
Το 1793, εν μέσω της Γαλλικής Επανάστασης, η νεοσύστατη Δημοκρατία επιχείρησε να αναδιαμορφώσει όχι μόνο το πολιτικό σύστημα, αλλά και τον ίδιο τον χρόνο. Το ημερολόγιο επανασχεδιάστηκε, η εβδομάδα έγινε δεκαήμερη και η ημέρα χωρίστηκε σε 10 ώρες, καθεμία από τις οποίες περιείχε 100 λεπτά και κάθε λεπτό 100 δευτερόλεπτα. Ήταν μια προσπάθεια πλήρους εκλογίκευσης και... μερικής αποχριστιανοποίησης της καθημερινότητας, ενταγμένη στο ίδιο πνεύμα που οδήγησε και στη δημιουργία του μετρικού συστήματος.
Το σύστημα εγκαταλείφθηκε μετά από έναν χρόνο
Ωστόσο, η «δεκαδική ώρα» αποδείχθηκε γρήγορα μη λειτουργική. Όπως επισημαίνει μιλώντας στο Smithsonian ο Finn Burridge από το Royal Museums Greenwich, «άρχισε να δημιουργεί ατελείωτα πρακτικά προβλήματα». Η μετατροπή των υφιστάμενων ρολογιών ήταν τεχνικά δύσκολη, ενώ η απομόνωση από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης δημιούργησε επιπλέον εμπόδια. Στην ύπαιθρο, η αντίδραση ήταν ακόμη πιο έντονη, καθώς η καθιέρωση ημέρας ανάπαυσης κάθε δέκα ημέρες αντί για επτά θεωρήθηκε δυσβάστακτη. Το σύστημα εγκαταλείφθηκε μετά από περίπου έναν χρόνο.
Παρά την αποτυχία της δεκαδικής ώρας, η προσπάθεια αυτή ανέδειξε ένα βασικό ερώτημα: γιατί ο χρόνος μετριέται ακόμη με βάση το 60; Για να απαντηθεί, απαιτείται επιστροφή σε μία περίοδο πολύ πριν από την εμφάνιση των ρολογιών και των σύγχρονων κοινωνιών.
Η απάντηση εντοπίζεται στους Mεσοποτάμιους και στους Σουμέριους, έναν από τους πρώτους πολιτισμούς που ανέπτυξαν οργανωμένες πόλεις και συστήματα γραφής. Οι Σουμέριοι, ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ., χρησιμοποιούσαν ένα αριθμητικό σύστημα με βάση το 60, γνωστό ως εξηκονταδικό. Σύμφωνα με τον Martin Willis Monroe, η ανάπτυξη αυτών των συστημάτων συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες καταγραφής της γεωργικής παραγωγής και της οικονομικής δραστηριότητας. «Χρειάζονταν έναν πρακτικό τρόπο να καταγράφουν ποσότητες και συναλλαγές», εξηγεί.
Τα δεδομένα καταγράφονταν σε μικρές πήλινες πινακίδες, οι οποίες αποκρυπτογραφήθηκαν μόλις τον 19ο αιώνα. Από αυτές προκύπτει ότι οι Σουμέριοι χρησιμοποιούσαν πολλαπλά αριθμητικά συστήματα, ωστόσο το εξηκονταδικό επικράτησε για μαθηματικές και αστρονομικές εφαρμογές. Η ιστορικός Erica Meszaros σημειώνει ότι η λειτουργία του ήταν παρόμοια με το σημερινό δεκαδικό σύστημα: «Φτάνουν στο 59 και μετά μετακινούνται μία θέση, όπως κάνουμε εμείς μετά το 9».
Η επιλογή του αριθμού 60
Η επιλογή του αριθμού 60 δεν είναι πλήρως κατανοητή. Υπάρχουν θεωρίες που τη συνδέουν με τη μέτρηση στις αρθρώσεις των δακτύλων, ωστόσο ο Monroe τονίζει ότι «δεν υπάρχει σαφής απόδειξη για το πώς προέκυψε το 60». Παρ’ όλα αυτά, η πρακτική του αξία είναι προφανής. Το 60 διαιρείται εύκολα με πολλούς αριθμούς – 2, 3, 4, 5, 6, 10, 12, 15, 20 και 30 – γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμο για υπολογισμούς. «Αν αναπτύσσεις αριθμούς για πρακτικούς σκοπούς, όπως η φορολογία ή η διανομή γης, αυτή η ευκολία είναι κρίσιμη», σημειώνει η Meszaros.
Η έννοια του χρόνου, ωστόσο, δεν ήταν αρχικά κεντρική. Οι πρώτες σαφείς ενδείξεις διαίρεσης της ημέρας σε ώρες εμφανίζονται στην αρχαία Αίγυπτο. Η ιστορικός Rita Gautschy εξηγεί ότι ήδη από το 2500 π.Χ. υπήρχαν αναφορές σε 12 ώρες της νύχτας, βασισμένες σε αστρονομικές παρατηρήσεις. Τα πρώτα «ρολόγια» ήταν αστρονομικά διαγράμματα πάνω σε... φέρετρα νεκρών, ενώ αργότερα εμφανίστηκαν ηλιακά και υδραυλικά ρολόγια.
Οι λόγοι επιλογής του αριθμού 12 παραμένουν ασαφείς. Ενδέχεται να σχετίζονται με αστρονομικούς κύκλους ή με πρακτικές μετρήσεις στο ανθρώπινο σώμα. Πάντως, οι ώρες αρχικά δεν είχαν σταθερή διάρκεια, αλλά μεταβάλλονταν ανάλογα με τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας.
Οι Βαβυλώνιοι, που διαδέχθηκαν τους Σουμέριους, υιοθέτησαν το εξηκονταδικό σύστημα και το εφάρμοσαν στην αστρονομία. Δημιούργησαν ένα ημερολόγιο περίπου 360 ημερών και χώρισαν τον χρόνο σε μονάδες που διευκόλυναν τους υπολογισμούς. «Ήταν ένα σύστημα που λειτουργούσε τόσο καλά ώστε οι επόμενοι πολιτισμοί το υιοθέτησαν χωρίς αλλαγές», σημειώνει η Meszaros.
Οι Βαβυλώνιοι δεν χρησιμοποιούσαν λεπτά και δευτερόλεπτα όπως σήμερα. Αντίθετα, διαίρεσαν τη μέρα σε «beru» και στη συνέχεια σε μικρότερες μονάδες για αστρονομικούς υπολογισμούς. «Δεν το έβλεπαν ως διαίρεση του χρόνου, αλλά ως διαίρεση αριθμών που περιγράφουν κινήσεις στον ουρανό», εξηγεί ο Monroe.
Στην Aλεξάνδρεια, ένα κέντρο επιστημονικής σύνθεσης
Κατά την ελληνιστική περίοδο, η Aλεξάνδρεια της Αιγύπτου εξελίχθηκε σε κέντρο επιστημονικής σύνθεσης. Εκεί, σύμφωνα με την Gautschy, «διαφορετικές παραδόσεις συγχωνεύτηκαν σε ένα κοινό σύστημα». Οι Έλληνες υιοθέτησαν το βαβυλωνιακό σύστημα και το μετέφεραν στη μεταγενέστερη επιστήμη, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της χρήσης του.
Η πρακτική εφαρμογή λεπτών και δευτερολέπτων στην καθημερινότητα καθυστέρησε σημαντικά. Μέχρι τον Μεσαίωνα, τα μηχανικά ρολόγια είχαν ακρίβεια της τάξης της ώρας. Μόλις τον 18ο αιώνα, με την ανάπτυξη πιο ακριβών μηχανισμών, άρχισε η ευρεία χρήση μικρότερων μονάδων χρόνου. Ο Burridge επισημαίνει ότι «η ανάπτυξη ακριβών ρολογιών οδήγησε στη χρήση λεπτών και δευτερολέπτων στην καθημερινή ζωή».
Στον 20ό αιώνα, η εισαγωγή των ατομικών ρολογιών επέτρεψε τον ακριβή ορισμό του δευτερολέπτου με βάση τη συμπεριφορά ατόμων και όχι την κίνηση της Γης. «Δεν χάνουν ούτε ένα δευτερόλεπτο σε δισεκατομμύρια χρόνια», σημειώνει ο Burridge, υπογραμμίζοντας το επίπεδο ακρίβειας.
Παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις, η βασική δομή του χρόνου παρέμεινε αμετάβλητη. Η προσπάθεια της Γαλλικής Επανάστασης να την αντικαταστήσει απέτυχε, σε αντίθεση με το μετρικό σύστημα που καθιερώθηκε διεθνώς. «Δοκιμάστηκε, αλλά δεν πέτυχε», λέει ο Burridge.