Τα βουρκωμένα μάτια του Σάλιακα και το «δεν θέλω να βγω» του Τζόλη δεν ήταν απλώς δύο συγκινητικές στιγμές ενός αγώνα. Εξηγούν γιατί αυτή η Εθνική μοιάζει όλο και περισσότερο με μια γροθιά.
Όταν υπηρετείς το εθνόσημο της Εθνικής Ελλάδος, δεν υπάρχει εγώ, υπάρχει εμείς. Άραγε υπάρχει πιο ανατριχιαστική στιγμή για έναν ποδοσφαιριστή από το να φορά τη γαλανόλευκη φανέλα και να νιώθει πάνω του όλο το βάρος του να την εκπροσωπεί;
Τα βουρκωμένα μάτια του Μανώλη Σάλιακα στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου πριν από τη σέντρα του αγώνα με την Ολλανδία στην κατάμεστη από Έλληνες, Τούμπα, έχει προκαλέσει κύμα συγκίνησης και υπενθύμισε ότι υπάρχει ακόμη... ελπίδα.
Κάπου εκεί ας βάλουμε στην κουβέντα και τον Χρήστο Τζόλη. Παίζει σε μια ομάδα όπως η Άρσεναλ, κάνει πράγματα και θαύματα, τον περιμένει η Premier League, το Champions League κι όμως όταν έπεσε στο χορτάρι με πόνους, η καρδιά του είπε... Εθνική.
Το εμείς πάνω από το εγώ στην Εθνική Ελλάδος
Κι όμως όταν ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς τον ρώτησε αν ήθελε να βγει, ο Χρήστος Τζόλης δεν ήθελε. Αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος αυτής της Εθνικής. Όχι μόνο η ποιότητα. Όχι μόνο το ταλέντο. Όχι μόνο η νέα γενιά ποδοσφαιριστών που μεγαλώνει και δημιουργεί προσδοκίες.
Είναι το δέσιμο. Είναι η αίσθηση ότι ο ένας παίζει για τον άλλον και όλοι μαζί για την Ελλάδα. Ότι κανείς δεν περισσεύει και κανείς δεν είναι πάνω από την ομάδα. Ότι αυτός που βρίσκεται στον αγωνιστικό χώρο ξέρει πως στον πάγκο υπάρχει κάποιος που περιμένει να μπει και να δώσει ακριβώς την ίδια «μάχη».
Αυτό δεν αγοράζεται. Δεν επιβάλλεται. Δεν δημιουργείται με μία ομιλία στα αποδυτήρια. Χτίζεται. Και χρειάστηκε πολύ κόπος. Πολλές απογοητεύσεις, δύσκολες νύχτες, Αυτό δείχνει σήμερα η Εθνική Ελλάδος.
Μια ομάδα που μπορεί να έχει καλές και κακές βραδιές, να νικήσει ή να χάσει, να ενθουσιάσει ή να προβληματίσει αγωνιστικά. Γιατί το ποδόσφαιρο θα έχει πάντοτε και από τα δύο.Υπάρχει όμως κάτι που δεν πρέπει να αλλάξει. Κι αυτό το «μαζί».
Η αισιοδοξία και η μεγάλη ευθύνη του Γιοβάνοβιτς
Πράγματι, αυτή η Εθνική είναι πολλά υποσχόμενη. Νέοι παίκτες, ταλαντούχοι. Μια «χρυσή» φουρνιά όπως μας αποκαλούν. Οι καλύτερες παρέες λένε ότι γράφουν τις πιο όμορφες ιστορίες και η σημερινή ομάδα δίνει πολλούς λόγους για να πιστέψουμε ότι τα καλύτερα μας περιμένουν.
Πλέον, είναι αντιληπτό ότι οι Έλληνες διεθνείς έχουν μάθει να διαχειρίζονται τα συναίσθηματά τους και παίζουν με βάσει την εμπειρία τους. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πολλοί εξ' αυτών αγωνίζονται στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα.
Κοιτούν στα μάτια μεγάλες ομάδες, τις «λυγίζουν» και ένα γκολ αυτό της «πικρής» ισοφάρισης της Ολλανδίας, δεν μπορεί να «γκρεμίσει» όλο αυτό που με τόσες βλέψεις χτίζεται. Το πρώτο οριακά τέλειο ημίχρονο στην Τούμπα μπορεί να «σκεπάστηκε» από το δεύτερο προβληματικό μέρος, αλλά μπορεί και να δίδαξε.
Κάποτε η Εθνική έψαχνε με το... κιάλι να βρει γκολ, τώρα έχει πέντε σέντερ φορ, κάποτε που η ανασφάλεια κυριαρχούσε στα μετόπισθεν, τώρα υπάρχει αυτοπεποίθηση και μεγαλύτερη σιγουριά, κάποτε που το ζητούμενο ήταν η ταχύτητα και η δημιουργία, υπάρχει ο Τζόλης, ο Καρέτσας και με το... καλό να έρθει ξανά ο Κωνσταντέλιας.
Το αγωνιστικό και ο τρόπος διαχείρισης των παικτών είναι άλλο κομμάτι και το... μπαλάκι για αυτό περνά στον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Έχει μεγάλη ευθύνη και το γνωρίζει καθώς έχει την «μαγιά» και όλα εκείνα τα συστατικά, αλλά η «συνταγή» της επιτυχίας είναι στα δικά του χέρια.
Κυρίως για το πως θα «διαβάσει» και θα καταλάβει επί της ουσίας το ρόστερ που έχει. Την επιλογή προσώπων, τη νοοτροπία, τα ρίσκα και τις προσαρμογές που θα κληθεί να πάρει. Το πως θα ανακατέψει την τράπουλα ανάμεσα στους νέους και τις... παλιοσειρές!