Ο Εντοάρντο Μότα ξεγέλασε την μοίρα και αφού πήρε τη θέση του Χρήστου Μανδά στο ρόστερ της Λάτσιο, την οδήγησε στον τελικό του Κυπέλλου Ιταλίας.
Κόντρα σε όλους και σε όλα. Κυρίως στα σημάδια της μοίρας, η οποία έμοιαζε να έχει αποφασίσει για τον Εντουάρντο Μότα κάτι διαφορετικό από αυτό που τελικά συνέβη.
Έφτασε στην Ρώμη τον Ιανουάριο από τη Ρετζιάνα,. Με την οποία παρεμπιπτόντως είχε αποκλειστεί στο Κύπελλο Ιταλίας. Πήγε ως αντικαταστάτης του δικού μας Χρήστου Μανδά, ο οποίος είχε φύγει για το Μπόρνμουθ της νότιας Αγγλίας.
Ο Μότα ήξερε ότι θα είναι «ρεζέρβα» πίσω από τον Ιβάν Προβεντέλ. Αυτόν που στις 8 Μαρτίου πέρασε την πόρτα του χειρουργείου και άνοιξε τον δρόμο για να κάνει ο Μότα ντεμπούτο μια ημέρα αργότερα κόντρα στην Σασουόλο.
Η Λάτσιο, ο Εντοάρντο Μότα και τα πέναλτι
Στο Κύπελλο συστήθηκε σε όσους δεν τον ήξεραν στα ματς με την Μπολόνια. Εκεί όπου απέκρουσε το πέναλτι του σπεσιαλίστα Ρικάρντο Ορσολίνι. Του Ιταλού που όλες κι όλες δύο φορές είχε νικηθεί σε πέναλτι.
Για να έρθει η βραδιά της περασμένης Τετάρτης (22/4/2026) στο Μπέργκαμο όπου ο Μότα απέκρουσε τέσσερα συνεχόμενα πέναλτι στον ημιτελικό του Κυπέλλου εναντίον της Αταλάντα και έστειλε τη Λάτσιο στον τελικό. Αποκρούσεις που συζητήθηκαν ακόμα και στο Τορίνο από τους ανθρώπους της Γιουβέντους, καθώς κάποιοι θυμήθηκαν ότι κάποτε τον είχαν ανακαλύψει στην Μπιέλα, στην περιφέρεια του Πιεμόντε -Πεδεμόντιο ελληνιστί- , στη βόρεια Ιταλία, την πόλη στην οποία γεννήθηκε.
Πώς ο Εντοάρντο Μότα στη Λάτσιο έγινε «Maramotta»
Έπαιζε στην ακαδημία ASD Soccer Spartera, η οποία συνδέεται με τη Νοβάρα, πριν ενταχθεί στη Γιουβέντους σε ηλικία 11 ετών. Έπαιξε για τους Μπιανκονέρι για πέντε σεζόν, πριν δοθεί δανεικός στην Αλεσάντρια, τη Μόντσα και τη Ρετζιάνα, η οποία τον αγόρασε στο τέλος της αγωνιστικής περιόδου.
H «Corriere dello Sport» του χάρισε χθες το προσωνύμιο «Maramotta», παραφράζοντας το Μαραντόνα. Θαυμαστής του Πετρ Τσεχ, οι αναλυτές του Ιταλικού ποδοσφαίρου ψάχνουν από χθες να βρουν αν και πως μπορεί να χριστεί κάποια στιγμής διάδοχος του Ντίνο Τζοφ, του Τζιανλουίτζι Μπουφόν, του Βάλτερ Ζένγκα ή οποιοδήποτε άλλου μέλους της φημισμένης σχολής τερματοφυλάκων της Ιταλίας προτιμάτε.