Ο Γιάννης Αναστασίου μιλάει στο iefimerida για τη φετινή σεζόν του Παναιτωλικού, την εξέλιξη του ποδοσφαίρου και αναλύει τον τελικό του Champions League, Άρσεναλ - Παρί.
Ο τεχνικός του Παναιτωλικού δεν είναι μόνο ένας από τους πιο έμπειρους προπονητές της Super League. Αλλά πρόκειται για κάποιον που έχει τη δική του ποδοσφαιρική ταυτότητα. Ζει με αυτή από την αρχή. Και αυτό είναι ξεκάθαρο.
Ο Έλληνας coach αναφέρθηκε στον σπουδαίο τελικό του Champions League. Στη «μονομαχία» της Βουδαπέστης μεταξύ της Άρσεναλ και της Παρί Σεν Ζερμέν. Μπορεί οι πιο πολλοί να είναι με το σύνολο του Λουίς Ενρίκε λόγω του επιθετικού και θελκτικού ποδοσφαίρου που παίζει, ειδικά στα «αστέρια», όμως, εκείνος θεωρεί ότι αυτό που έγινε πριν από έναν χρόνο με την Ίντερ δεν πρόκειται να επαναληφθεί στην πρωτεύουσα της Ουγγαρίας.
Ο Γιάννης Αναστασίου μίλησε αποκλειστικά στο iefimerida και επισήμανε ότι ο τελικός θα κριθεί στις μονομαχίες και στην ομάδα που θα παίξει με το... μαχαίρι στα δόντια από το πρώτο λεπτό. Επίσης, υπογράμμισε τις διαφορές που υπάρχουν στη νοοτροπία μεταξύ των συλλόγων της Super League και της Premier League και γιατί δεν θα βλέπαμε... ποτέ έναν «Μίκελ Αρτέτα» στα μέρη μας.
Αναλυτικά όλα όσα είπε ο Γιάννης Αναστασίου στο iefimerida:
Για τη χρονιά που ολοκληρώθηκε, τι κρατάει και τι πετάει:
«Προσπαθούμε να έχουμε κάποια άλλα αποτελέσματα. Δεν είναι και τόσο εύκολο. Αλλά πιστεύω ότι με σωστή προσέγγιση, με πλάνο, καταφέραμε να κάνουμε τον Παναιτωλικό να είναι μια ομάδα που τουλάχιστον έπαιζε ποδόσφαιρο. Είχε αρχή, είχε μέση, είχε τέλος στο παιχνίδι του. Θεωρώ ότι ο στόχος επετεύχθη, όταν ανέλαβε την ομάδα. Δεν εννοούνταν ο Παναιτωλικός στα 100 χρόνια της ιστορίας του να μη μείνει στη Super League.
Οπότε ο μεγάλος στόχος επετεύχθη. Από εκεί και πέρα, πάντα υπάρχει προσδοκία για το καλύτερο. Στην ουσία νομίζω ότι οι ίδιοι οι παίκτες δημιουργήσαν τις προσδοκίες σαν ομάδα στη διάρκεια της σεζόν. Αλλά πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό δεν επιβραβεύσαμε τους εαυτούς μας σε πολλά ματς. Αυτό συνέβη και γιατί χάσαμε και αρκετά πενάλτι, το οποίο ήταν, θα έλεγα, η τελική φέτος μία μεγάλη πληγή για την ομάδα. Χάσαμε πέντε πέναλτι.
Αν αυτά τα πέναλτι ήταν γκολ, θα μπορούσαν ίσως να ήταν διαφορετική η θέση της ομάδας στο πρωτάθλημα. Πιστεύω ότι η ομάδα, με βάση το υλικό που είχε και με την ποιότητα των παικτών, προσπάθησε να παίξει ποδόσφαιρο, να κάνει πράγματα. Φτάσαμε σε ένα σημείο να κάνει η ομάδα τον Γενάρη να κάνουν μεταγραφές ο Κοντούρης στον Παναθηναϊκό. Ο Τσάβες επίσης. Αλλά και ο Εν Κολό που έκανε μεταγραφή στην Κίνα.
Φάνηκε δηλαδή ότι υπήρχε κάτι καλό στην ομάδα. Και ο τερματοφύλακας ο Κουτσερένκου που ήρθε τον Γενάρη, ενώ υπήρχε μεγάλος προβληματισμός για το ποιος θα αντικαταστήσει τον Τσάβες, όπου σε μεγάλο βαθμό έκανε τους φίλους της ομάδας να ξεχάσουν τον Λούκας».
Για τον λόγο που ο Παναιτωλικός δεν πήρε τα αποτελέσματα που θα μπορούσε, παρά την καλή του εικόνα:
«Το πρώτο ήταν ότι δεν είχε ομάδα το εύκολο γκολ. Μπορώ να πω ότι παίζαμε επιθετικά, φτάναμε κοντά στην περιοχή. Αλλά η τελική απόφαση, το τελικό σουτ ή τελική πάσα είναι και θέμα ατομικού ταλέντου. Μιας και όταν φτάσεις στο τελικό τρίτο είναι πολλές φορές και η ατομική ικανότητα, δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο που θα χτίσεις, γιατί μπορείς να κάνεις μια επίθεση, πολλές φορές είναι εύκολο να πεις στον παίκτη, πας εκεί, να κάνεις εκείνο.
Αλλά το θέμα είναι η λήψη αποφάσεων τη δεδομένη στιγμή. Αυτό είναι καθαρά στον παίκτη και πολλές φορές φτάνοντας κοντά στην περιοχή του αντιπάλου, δεν είχαμε το καθαρό μυαλό να πάρουμε τη σωστή απόφαση, που θα διευκόλυνε και το παιχνίδι μας κατ΄επέκταση. Είμαστε μια ομάδα που έπαιζε ποδόσφαιρο, που είχε κυριαρχία σε πολλά παιχνίδια, είχε κατοχή, δημιουργούσε φάσεις, παρήγαγε φάσεις, αλλά, όπως σας είπα, δεν είχαμε το εύκολο γκολ.
Αν είχαμε το εύκολο γκολ θα μπορούσαμε να ξεκλειδώσουμε σε μεγάλο βαθμό την ομάδα από πολλά παιχνίδια».
Για το αν μετάνιωσε για την προσέγγιση που είχε ο Παναιτωλικός στα πιο πολλά παιχνίδια του και ότι αν θα έπρεπε να παίξει πιο αμυντικά για να παίρνει νίκες με... μισό μηδέν:
«Μου αρέσει να παίζω ποδόσφαιρο και οι ομάδες μου να έχουν την κατοχή της μπάλας. Αλλά να υπάρχει μία ισορροπία μεταξύ της άμυνας και της επίθεσης. Όταν έχουμε ή όχι την μπάλα στα πόδια μας. Ειδικά σε κάποια ματς χρειάζεται να είσαι καλύτερα προετοιμασμένος για το transition».
Γιάννης Αναστασίου: «Το ποδόσφαιρο έχει περάσει πλέον σε άλλη διάσταση»
Για το αν το ποδόσφαιρο έχει περάσει σε άλλη φάση, λόγω των πολλών στημένων φάσεων και τη σημασία που έχουν:
«Σίγουρα, πλέον, το ποδόσφαιρο έχει περάσει σε μια άλλη διάσταση. Βλέπω στην Premier League, πολλές από τις ομάδες να κερδίζουν τα παιχνίδια τους από στημένες φάσεις. Θεωρώ, όμως, ότι σε αυτό το επίπεδο, όπως είναι της Premier League, οι παίκτες που παίζουν εκεί είναι σε μεγάλο βαθμό νοητικά πάρα πολύ ευφυείς.
Βγάζουν πάρα πολλά πράγματα μέσα στο γήπεδο. Έχουν δηλαδή την ικανότητα να αντιληφθούν και να πάρουν αποφάσεις. Και το να δουλέψεις μαζί τους στις στημένες φάσεις είναι τότε ένα παραπάνω κίνητρο για εκείνους. Στην Ελλάδα, κοιτάζοντας το ποδόσφαιρο γενικά, θα έλεγα, υπάρχουν πάρα πολλοί ποδοσφαιριστές, που ακόμα και στις πιο μεγάλες ομάδες κάνουν πάρα πολλά βασικά λάθη. Είτε με την μπάλα είτε χωρίς εκείνη. Δεν ξέρουν πού πρέπει να είναι η αρχική τους θέση, πού πρέπει να είναι όταν κάνουν άμυνα, το πώς κάνουν άμυνα. Και εκεί είναι πολλά πράγματα, θεωρώ, που πρέπει να προσέξει κάποιος.
Πόσο μάλλον όταν είσαι πιο μικρή ομάδα, δηλαδή αν είσαι σε μια ομάδα που δεν κάνει πρωταθλητισμό. Αλλά μία ομάδα που προσπαθεί να παραμένει στην κατηγορία, είναι πολλά τα πράγματα που πρέπει να διορθώσεις καθημερινά. Και πολλές φορές δεν είναι εύκολο να μπορείς να τα κάνεις σε μια προπόνηση, γιατί είναι πολλά τα πράγματα που θα πρέπει να βελτιώσεις. Οπότε εκεί κάνεις πολλές φορές ατομικά βίντεο στους παίκτες.
Είναι όλα καθαρά στους παίκτες. Πώς διαχειρίζεται κάποιος την πληροφορία, πώς την εξελίσσει και πώς προσπαθεί μέσα από την πληροφορία που παίρνει να βελτιώσει το παιχνίδι του και να γίνει καλύτερος. Οπότε σε πιο μικρές ομάδες είναι πολύ πιο δύσκολο γιατί χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο και πολλές φορές δεν έχεις το χρόνο και δεν έχεις το περιθώριο να κάνεις αυτού του είδους την προπόνηση ή αυτού του είδους την εκπαίδευση».
Για το ποια ομάδα στην Ελλάδα είναι η πιο καλοδουλεμένη στα στημένα:
«Νομίζω ότι ο ΠΑΟΚ είναι μια ομάδα που δουλεύει πολύ στις στατικές φάσεις. Ο Ολυμπιακός, επίσης. Και οι δύο έδειξαν ότι είχαν μεγαλύτερη συνέπεια. Μεγαλύτερη προσήλωση. Δεν είναι μόνο το να δουλεύεις, είναι πολύ σημαντικό να έχεις και το χτύπημα. Αυτές οι δύο ομάδες διαθέτουν παίκτες που έχουν και τα χτυπήματα. Όπως η ΑΕΚ με τον Μάνταλο όταν έπαιζε εκείνος ήταν τελείως διαφορετική, γιατί εκείνος έχει τρομερά χτυπήματα. Είναι ένας παίκτης που από το πουθενά μπορεί να δημιουργήσει φάση με ένα χτύπημά του».
Για το πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν για εκείνον να φέρει τον Παναιτωλικό στην εικόνα που ήθελε και ας τον ανέλαβε, ενώ είχε ξεκινήσει η σεζόν:
«Δεν ήταν εύκολο, αλλά με βοήθησε το γεγονός ότι βρήκα ένα οικείο περιβάλλον. Ένα περιβάλλον που μπορείς να κάνεις απερίσπαστος τουλάχιστον τη δουλειά σου, στην καθημερινότητά σου και παρακολουθώντας λίγο την ομάδα, το υλικό πολλές φορές από την τηλεόραση είναι διαφορετικό. Τα παιδιά έδειξαν τρομερή διάθεση, ζήλο στο να αφομοιώσουν και να κάνουν τα πράγματα που λέγαμε γιατί έβλεπαν πως ό,τι δουλεύαμε, ό,τι λέγαμε τακτικά, ό,τι κάναμε στο κομμάτι της τακτικής που αφορούσε είτε την αμυντική είτε την επιθετική προσέγγιση.
Οι παίκτες έβλεπαν ότι όλο αυτό δούλευε και το πίστεψαν. Παράλληλα, πίστεψαν ότι ο τρόπος αυτός είναι ο σωστός. Ωστόσο, για εμάς μεγάλη αδυναμία ήταν το τελείωμα των φάσεων. Ήταν κρίμα για την προσπάθειά μας, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει κάτι παραπάνω φέτος. Μιας και η ομάδα δημιούργησε προσδοκίες για το παραπάνω βήμα με το ποδόσφαιρο που έπαιζε».
Για το πόσο σημαντικό είναι για τον Παναιτωλικό να δίνει ευκαιρίες σε νέους, Έλληνες παίκτες, αλλά και σε κάποιον Έλληνα προπονητή την ώρα και τη στιγμή που οι πιο πολλές ομάδες κάνουν το... αντίθετο:
«Αυτή είναι μία ερώτηση που πρέπει να γίνει στους παράγοντες και στους προέδρους των ομάδων. Ο Παναιτωλικός είναι μία ομάδα που έχει τις προϋποθέσεις γιατί έχει εγκαταστάσεις, έχει ωραίο γήπεδο, έχει δυναμική, έχει κόσμο που μπορεί να δώσει ευκαιρίες σε κάποια νέα παιδιά. Αλλά το πρόβλημα είναι πολλές φορές ότι και τα νέα παιδιά θα πρέπει να αντιληφθούν ότι το να κλωτσάνε μία μπάλα δεν σημαίνει ότι ξέρουν ποδόσφαιρο, γιατί το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο μία μπάλα που κλωτσάνε.
Πολλές φορές είναι δύσκολο για τα νέα παιδιά όταν έρχονται σε μια ομάδα σαν το Παναιτωλικό. Μιας και θεωρούν ότι με το έναν ή με τον άλλο τρόπο πρέπει να παίξουν. Δεν είναι έτσι εύκολο γιατί λείπουν πάρα πολλά πράγματα βασικά και αυτό είναι θέμα εκπαίδευσης αλλά όταν είσαι σε μια ομάδα που δεν έχεις αυτή την καθημερινή πίεση θα έλεγα ότι είναι διαφορετικό από το να έχεις κάθε τρεις μέρες παιχνίδια».
Για το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για τον Παναιτωλικό να «αντιγράψει» τον ΟΦΗ και να κατακτήσει και αυτός το Κύπελλο:
«Κάποιες φορές όλα αυτά είναι και θέμα τύχης. Ο Παναιτωλικός πριν από μερικά χρόνια είχε φτάσει στον ημιτελικό με τον Άρη και έφτασε στις λεπτομέρειες και δεν πέρασε στον τελικό. Το θέμα είναι άλλο σε αυτές τις περιπτώσεις. Αν υπάρχει πλάνο. Ωστόσο, το θέμα είναι πολλές φορές ότι το πλάνο θέλει και υπομονή. Θέλει χρόνο και πολλές φορές για να πετύχεις κάτι να φτάσεις κάπου χτίζεται και κάποιες άλλες φορές θέλει και τύχη, γιατί χωρίς τύχη δεν μπορείς να φτάσεις πουθενά.
Έτσι, όπως είναι δομημένο το Κύπελλο με το League phase μπορείς με λίγη τύχη να φτάσεις ψηλά. Αλλά για να μπορέσεις και να διεκδικήσεις κάτι θα πρέπει να έχεις μια βάση. Να έχεις ένα πλάνο και έναν τρόπο λειτουργίας. Το πιο σημαντικό πρέπει να φτιάξεις ένα στιλ παιχνιδιού. Όπως φάνηκε στον ΟΦΗ όταν γύρισε το σύστημά του παίζοντας με τρεις, που όλοι το θεωρούν ίσως διαφορετικό.
Για παράδειγμα αν ένας προπονητής πάει σε μία ομάδα, ζητήσει κάποιους παίκτες και παίζει με ένα συγκεκριμένο στιλ, όταν θα φύγει από την ομάδα θα έχει αφήσει πίσω του παίκτες που δεν θα εξυπηρετούν τον σύλλογο. Οπότε σε όλο αυτό είναι σημαντικό να υπάρχει ένα πλάνο στην ομάδα. Ένας προπονητής δεν πρέπει να είναι εμμονικός. Αλλά ευέλικτος. Να βρίσκει το καλύτερο και το πιο αποτελεσματικό σύστημα, σύμφωνα πάντα με τους παίκτες που έχει στα χέρια του».
Για το πόσο σημαντικό είναι για το ελληνικό πρωτάθλημα να έχει μία δυνατή επαρχία:
«Σίγουρα το πρωτάθλημά μας χρειάζεται να έχει μία δυνατή επαρχία. Και είναι κρίμα για τη Λάρισα που υποβιβάστηκε, γιατί είναι μία ιστορική ομάδα. Μάλιστα, στην επαρχία υπάρχουν μεγαλύτερες εκτάσεις και πιο μεγάλοι χώροι, ώστε να χτιστούν και καλύτερες εγκαταστάσεις. Για να υπάρχουν καλύτερες συνθήκες στις ομάδες.
Το πιο σημαντικό για τις ομάδες της επαρχίας είναι να επενδύσουν στις συνθήκες και στις υποδομές, ώστε να μπορούν παίκτες και προπονητές να έχουν τον χώρο για να δουλέψουν όσο το δυνατόν καλύτερα. Αν υπάρχουν αυτές, τότε οι ομάδες μπορούν να εξελιχτούν. Τότε οι παίκτες μπορούν να καταλάβουν ότι μία ομάδα είναι σοβαρή και έχει όντως πλάνο και μεγάλους στόχους».
«Από το ελληνικό ποδόσφαιρο απουσιάζει παντελώς η υπομονή»
Για το αν μπορούμε να δούμε στην Ελλάδα ομάδες να εμπιστεύονται προπονητές, όπως έκανε η Άρσεναλ με τον Μίκελ Αρτέτα, ακόμα και όταν δεν έρχονται τα αποτελέσματα που θέλουν:
«Αυτό που συμβαίνει στην Premier League είναι αδύνατον να εφαρμοστεί στην Ελλάδα, κυρίως επειδή δεν υπάρχει η κατάλληλη νοοτροπία, απουσιάζει η υπομονή και το ποδόσφαιρό μας ζει αποκλειστικά για το σήμερα. Κανείς δεν σκέφτεται το αύριο και κανείς δεν κοιτάζει τη μακροπρόθεσμη βελτίωση, καθώς όλοι εστιάζουν στο άμεσο αποτέλεσμα και στο πώς θα κερδίσουν τώρα. Για να αλλάξει όμως αυτό, απαιτούνται οι κατάλληλες συνθήκες και ένα ξεκάθαρο πλάνο λειτουργίας από την ίδια την ομάδα.
Το μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι οι σύλλογοι προσλαμβάνουν έναν προπονητή, του κάνουν όλα τα χατίρια, και όταν αυτός τελικά φεύγει, αποδεικνύεται ότι η ομάδα δεν διαθέτει δομή, πλάνο ή ποδοσφαιρική ταυτότητα. Στη συνέχεια, έρχεται ένας άλλος προπονητής με εντελώς διαφορετικό στυλ και προσέγγιση, γεγονός που αναγκάζει την ομάδα να προσαρμοστεί στα θέλω του και εκείνον στα δεδομένα της ομάδας. Αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η μεγαλύτερη πληγή για τους ελληνικούς συλλόγους, καθώς φανερώνει σοβαρό έλλειμμα στη διαδικασία αξιολόγησης.
Όταν επιλέγεται ένας προπονητής, δεν θα έπρεπε να έρχεται απλώς για να γεμίσει τον πάγκο, αλλά με απώτερο σκοπό να εξελίξει την ομάδα και να την κάνει καλύτερη. Αν μια ομάδα επιθυμεί να παίξει ένα συγκεκριμένο σύστημα, όπως 4-3-3, 4-2-3-1, 4-4-2 ή 3-4-3, οφείλει να κάνει το ανάλογο σκάουτινγκ και να αξιολογήσει αν ο συγκεκριμένος τεχνικός μπορεί να υπηρετήσει αυτή τη φιλοσοφία, ώστε να επενδύσει πάνω του επειδή βλέπει προοπτική. Στην πράξη όμως, τα πράγματα γίνονται πρόχειρα. Έρχεται ο προπονητής, ρωτάμε τι του αρέσει να παίζει, ξεκινάει τις δοκιμές και αν μετά από πέντε μήνες τα αποτελέσματα δεν είναι τα επιθυμητά, απολύεται. Ο επόμενος που έρχεται μπορεί να παίζει ένα τελείως διαφορετικό σύστημα, αλλάζοντας εντελώς τη δομή, το πλάνο και τον τρόπο λειτουργίας, γεγονός που προκαλεί τεράστια αστάθεια, αμφισβήτηση και εσωστρέφεια.
Το ποδόσφαιρο δεν έχει μόνο χαρές, έχει λύπες και στενοχώριες. Όταν όμως δουλεύεις σωστά και είσαι δομημένος με πλάνο σαν κλαμπ, είναι πολύ πιο εύκολο να φτάσεις στην επιτυχία. Στο παιχνίδι υπάρχουν και οι αντίπαλοι που προσπαθούν, ενώ παίζουν ρόλο ο παράγοντας τύχη και οι λεπτομέρειες. Δυστυχώς, εμείς στην Ελλάδα δεν είμαστε μαθημένοι να λειτουργούμε έτσι επειδή δεν είναι στην κουλτούρα μας, καθώς είμαστε υπερβολικά συναισθηματικοί».
Η ανάλυση των δεδομένων του τελικού του Champions League από τον Γιάννη Αναστασίου
Για το αν ήταν τελικά τόσο σημαντική η μεταγραφή του Βίκτορ Γιόκερες στην Άρσεναλ:
«Σίγουρα παίζει μεγάλο ρόλο, και μπορεί τα νούμερα του Γιόκερες να μην ήταν τόσο εντυπωσιακά, αλλά ο τρόπος που έπαιζε η ομάδα και το πώς αξιοποιούσε τις κινήσεις του ήταν το παν. Πολλές φορές, ένας επιθετικός μπορεί με τις κινήσεις του να δημιουργεί χώρους για τους συμπαίκτες του, και όταν εκείνοι είναι έξυπνοι και υπάρχει το ανάλογο πλάνο, μπορούν πολύ εύκολα να εκμεταλλευτούν αυτούς τους χώρους. Οπότε θεωρώ ότι ο Γιόκερες έβαλε το κερασάκι στην τούρτα, κούμπωσε τέλεια στο παιχνίδι της Άρσεναλ και, παρότι δεν είχε εξωπραγματικά στατιστικά, ήταν πάρα πολύ επιδραστικός και έφερε αυτή τη διαφορετικότητα που χρειαζόταν η ομάδα για να γίνει πρωταθλήτρια. Ήταν ακριβώς αυτό που έψαχνε η Άρσεναλ τα τελευταία δύο χρόνια, οι λεπτομέρειες δηλαδή που θα την πήγαιναν στο επόμενο επίπεδο, το οποίο αφορούσε την κατάκτηση του τίτλου. Αυτό συνέβη και αποδείχθηκε ότι ήταν μια πάρα πολύ καλή επιλογή».
Για το ποιον επιθετικό θα διάλεγε μεταξύ των Έρλινγκ Χάαλαντ, Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι και Έρλινγκ Χάαλαντ για τον Παναιτωλικό:
«Εντάξει, είναι μια δύσκολη επιλογή, καθώς ο Λεβαντόβσκι πλέον έχει γίνει ένας παίκτης που ουσιαστικά κινείται και δραστηριοποιείται περισσότερο μέσα στο κουτί. Αν όμως για την ομάδα σου ήθελες περισσότερα τρεξίματα, θα επέλεγες τον Γιόκερες ή τον Χάαλαντ, οι οποίοι διαθέτουν μεγαλύτερη ταχύτητα και μπορούν να παίξουν εξαιρετικά στον ανοιχτό χώρο, κάτι που πάντα πρέπει να κοιτάζεις. Αντίθετα, αν είχες μια ομάδα που παίζει απόλυτα κυρίαρχο ποδόσφαιρο, θεωρώ ότι ο Λεβαντόφσκι στην καλή του ηλικία θα ήταν ο καλύτερος, επειδή μέσα στο κουτί είναι πραγματικός killer. Παρόλα αυτά, με βάση τα σημερινά δεδομένα, εγώ θα επέλεγα περισσότερο τον Χάαλαντ».
Για τον τελικό του Champions League και ποιος είναι το μεγάλο φαβορί μεταξύ της Άρσεναλ και της Παρί Σεν Ζερμέν:
«Είναι μια πολύ δύσκολη πρόβλεψη, καθώς αυτή τη στιγμή μιλάμε για τις δύο κορυφαίες ομάδες. Πιστεύω ότι η Άρσεναλ, έχοντας ήδη κατακτήσει τον εγχώριο τίτλο φέτος, θα είναι σίγουρα πολύ πιο απελευθερωμένη ψυχολογικά. Σε αντίθεση με την Παρί, η οποία κατέκτησε πέρυσι το Champions League, και μάλιστα παίρνοντας τον τελικό πολύ εύκολα με 5-0, ένα σκορ που δεν ταιριάζει σε τέτοιο επίπεδο, και το καλοκαίρι έπαιξε και εκείνο το φιλικό στην Αμερική με την Τσέλσι, δείχνοντας ότι πρωταγωνιστεί σταθερά τα τελευταία χρόνια και παίζει πολύ καλό ποδόσφαιρο.
Η Άρσεναλ, από την άλλη πλευρά, παίζει τρομερή άμυνα, ο τρόπος αμυντικής λειτουργίας της είναι απίστευτος για ομάδα τέτοιου επιπέδου. Έχει παίκτες που είναι απόλυτα ταγμένοι στο αμυντικό πλάνο και η συμπεριφορά τους στο γήπεδο είναι φανταστική. Εκεί φαίνεται και το έργο του προπονητή, ο οποίος πρέπει να εμπνεύσει τους παίκτες και να τους πείσει να παίξουν αυτή την άμυνα, γιατί οι βοήθειες ξεκινούν από όλους, αλλά πρέπει και ο ίδιος ο παίκτης να θέλει να θυσιαστεί για να πετύχει. Δεν μπορείς να κερδίζεις μόνο με την επίθεση.
Από την άλλη, η Παρί είναι μια ομάδα από τη φύση της επιθετική. Έτσι, το παιχνίδι θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό στην ένταση και στις προσωπικές μονομαχίες, καθώς και οι δύο ομάδες αρέσκονται να παίζουν πολύ στο ένας εναντίον ενός. Η Άρσεναλ είναι εξαιρετική αμυντικά, η Παρί είναι τρομερή επιθετικά, και όποιος καταφέρει να κερδίσει τις περισσότερες μονομαχίες, είτε αμυντικά είτε επιθετικά, θα έχει και τον πρώτο λόγο για το τρόπαιο, ενώ ως σκορ προβλέπω το 1-1 και μετάβαση στην παράταση».
Για το μήνυμα που θα έστελνε στον κόσμο του Παναιτωλικού:
«Το μήνυμά μου είναι να συνεχίσουν να στηρίζουν την ομάδα και να πιστεύουν σε αυτήν, γιατί ο κόσμος είναι η πραγματική δύναμη του Παναιτωλικού. Σίγουρα όλοι θέλουν το κάτι παραπάνω, αλλά αυτό το βήμα παραπάνω απαιτεί υπομονή, σκληρή δουλειά, πλάνο και χρόνο. Όταν όλοι μαζί είναι στην ίδια γραμμή, νομίζω ότι μπορούν να το καταφέρουν και εύχομαι ολόψυχα να το πετύχει η ομάδα. Τώρα, όσον αφορά το αν αυτό θα γίνει μαζί μου ή όχι, είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον».