fbpx Το iefimerida είδε την πολυσυζητημένη παράσταση «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ -Δια χειρός Δημήτρη Καραντζά [βίντεο] | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΕΑΚΗ

Το iefimerida είδε την πολυσυζητημένη παράσταση «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ -Δια χειρός Δημήτρη Καραντζά [βίντεο]

Τρεις Αδελφές
24|01|2020 | 12:49
ΟΙ Τρεις Αδελφές του Τσέχοφ στο Θέατρο Βεάκη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

Μια ψυχική και όχι μόνο δυστοπία. Ενα διαρκές κυνήγι του άπιαστου ονείρου – στην περίπτωσή αυτή της επιστροφής στη Μόσχα. Ο Δημήτρης Καραντζάς σκηνοθετεί το αριστουργηματικό έργο του Τσέχοφ, εστιάζοντας πίσω από το προφανές, στο αργό, βασανιστικό εγκλωβιστικό κυνήγι της μεγάλης προσδοκίας, φωτίζοντας μια αναπόδραστη αλήθεια: δεν θα ζήσεις ποτέ το όνειρό σου.

Σίγουρα η συνθήκη που έχει δημιουργηθεί γύρω από το όνομα και κυρίως τις σκηνοθεσίες του Δημήτρη Καραντζά είναι μια παγίδα. Κυρίως για τον ίδιο τον δημιουργό: ο πήχης διαρκώς μπαίνει και πιο ψηλά, τα απανωτά sold out, οι επιτυχίες, οι κριτικές που σπάνια πλέον έχουν θαμπές αναφορές, υποθέτω ότι γίνονται ένα φορτίο για κάθε δημιουργό. Το να είναι διαρκώς όχι απλώς καλός, αλλά καλύτερος. Να τέρπει και να αιφνιδιάζει διαρκώς με έμφαση στην τέρψη, όμως. Με αυτή την κυρίαρχη ατμόσφαιρα γύρω του ο Δημήτρης Καραντζάς αποφάσισε να σκηνοθετήσει ένα έργο εμβληματικό, τις Τρεις Αδελφές του Τσέχοφ. Και το έκανε με τον δικό του τρόπο, καταφεύγοντας σε ένα βαθύ ψυχολογικό σκάψιμο και παίζοντας με την έννοια του χρόνου και της μνήμης που λειτουργούν ως αυτοπαγίδευση, αλλά και με την έννοια μιας διαρκούς απογοήτευσης.

Σταδιακά η σκηνή γεμίζει με έπιπλα και αντικείμενα, είναι αδύνατον για τους ηθοποιούς να κινηθούν

Οι Τρεις Αδελφές σαν αθλήτριες σε έναν αέναο Μαραθώνιο

Βλέπω στη σκηνή τους ηθοποιούς – για άλλη μια φορά ο ανθός του ελληνικού θεάτρου δίπλα του- και αισθάνομαι σχεδόν από την αρχή ότι πρόκειται για ανθρώπους παγιδευμένους σε μια γυάλα, για χάμστερ που κάνουν πλήρεις κύκλους σε μια ρόδα που είναι η αρχή και το τέλος του έργου. Η αιμάτινη προσδοκία της αρχής, η διάψευση του τέλους. Η επιστροφή στη Μόσχα παραμένει όνειρο, παραμένει απάτη. Το ξέρουν. Είναι σαν να το έχουν ζήσει ξανά και ξανά. Μόνο που ο Δημήτρης Καραντζάς, με μια τόλμη, μια γενναιότητα, μια ειλικρίνεια θα έλεγα απέναντι στον θεατή και τον ίδιο του τον εαυτό, από το πρώτο δευτερόλεπτο της παράστασης φανερώνει το μυστικό.

Η Μάσα, η Ολγα και η Ιρίνα, από την πρώτη στιγμή εμφανίζονται εξαντλημένες σαν από ένα διαρκή χωρίς τέλος Μαραθώνιο. Εμφανίζονται με άσπρα μαλλιά, εξαντλημένες, διαλυμένες, κουρασμένες. Εμφανίζονται σε μεγαλύτερη ηλικία από αυτή που υποτίθεται ότι έχουν στο έργο, ακριβώς επειδή ο Καραντζάς τις εμφανίζει να ωριμάζουν, να μεγαλώνουν σε πραγματικό χρόνο, όσο επιστρέφουν ξανά και ξανά στη συνθήκη του έργου. Ενα από τα ευρήματα που βλέπουμε από την πρώτη στιγμή στην παράσταση έχει σχέση με την άθροιση, τη συσσώρευση του ψυχικού πόνου, της διάψευσης, της απογοήτευσης: ενώ στην αρχή το σκηνικό είναι άδειο, σταδιακά και με σταθερό ρυθμό γεμίζει διαρκώς με έπιπλα, αντικείμενα, χαλιά, φυτά, γίνεται ένα βουνό από αντικείμενα μέσα από τα οποία σπρώχνονται, σκαρφαλώνουν, αγωνιούν να περάσουν οι ηθοποιοί.

Ριπές χιούμορ στις Τρεις Αδελφές

Μια μέρα μετά την παράσταση – βρέθηκα στην πρεμιέρα την Παρασκευή 17 Ιανουρίου- ξύπνησα με την εικόνα αυτή, με την αίσθηση αυτή. Το βάρος μιας διαρκούς συσσώρευσης αντικειμένων, επίπλων. Τα βαρίδια, οι εμπειρίες, η ρουτίνα, οι σχέσεις μιας ολόκληρης ζωής που δεν δικαιώνεται όπως επιθυμεί κανείς, εν προκειμένω οι τρεις αδελφές του Τσέχοφ. Ο Δημήτρης Καραντζάς ανέδειξε αυτή την πτυχή του έργου. Δεν έμεινε στη διαδρομή προς το ευ και τη συντριβή, αλλά στη διαρκή συντριβή. Και η αρχή – το κενό, το άδειο σκηνικό- είναι αυτό που εκφράζει πραγματικά το αίσθημα των τριών αδελφών.

Ομως μέσα σε αυτό το έργο, τη δυστοπία που δημιούργησε, ήρθε αριστοτεχνικά να ενθέσει ψηφίδες κωμικές. Το γέλιο που βγαίνει αβίαστα, που προκύπτει ακόμα και όταν δεν το επιδιώκεις, για να υπογραμμίζει το δράμα. Οπως τα ξεσπάσματα γέλιου στο νοσοκομείο ή σε μια κηδεία. Το χιούμορ το μαύρο, το εσωστρεφές, το διαλυτικό. Μόνο που σε κάποια σημεία της παράστασης αυτό το όριο έμοιαζε να παραβιάζεται, να γέρνει κάπως δυσάρεστα προς την εκμαίευση του γέλιου. Κάτι να κλωτσάει μέσα στο γενικό ύφος – αν και κάποιοι στο κοινό το βρήκαν ανακουφιστικό να γελάνε μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα που διαμορφωνόταν επί σκηνής. Η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά είναι απαιτητική για τον θεατή, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού.

Αιμίλιος Χειλάκης και Μαρία Κεχαγιόγλου - ένα ακόμα ανεκπλήρωτο όνειρο στη σκιά της Μόσχας

Καραμπέτη, Κεχαγιόγλου, Μαξίμου: οι Τρεις Αδελφές

Εκεί όπου η Μαρία Κεχαγιόγλου ως Μάσα υπήρξε ένα υπόδειγμα μέτρου, ισορροπίας μεταξύ κατάθλιψης, έρωτα, οργής, γέλιου. Η Σύρμω Κεκέ αριστοτεχνικά, αν και δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, κατόρθωσε να εξυψωθεί σε έναν από αυτούς, υπέροχα δομημένη, με διαρκή έλεγχο σώματος και φωνής, ανεπιτήδευτα, έκανε την Νατάσα το αντίβαρο κάθε μιας από τις αδελφές. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, στην αρχή αποσυρμένη, σχεδόν βουβή μορφή επί σκηνής, κλιμάκωσε την εσωτερική της ένταση καθώς η παράσταση προχωρούσε προς το τέλος, ενώ η Αθηνά Μαξίμου έμοιαζε αμήχανη, σε μια μηχανιστική απόδοση, χωρίς να εμβαθύνει ουσιαστικά.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης, από την πρώτη στιγμή που βγήκε στη σκηνή έδωσε μια ακόμα διάσταση στο αρχιτεκτόνημα του Καραντζά, έγινε η κολλητική ουσία που ένωσε αρμούς, έδωσε μια αίσθηση σταθερού εδάφους και λογικής. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης υπηρέτησε και αυτή τη συνθήκη ερμηνεύοντας τον Βερσίνιν. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως αδελφός, Αντρέι, ξέρει να ορίζει με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια τα όρια του ρόλου του και να επιβάλει την παρουσία στη σκηνή, χωρίς να επιδιώκει να πάρει τίποτα από την πρωτοκαθεδρία των τριών αδελφών του και της συζύγου του.

Χιόνι πέφτει, οι τρεις αδελφές φοράνε τα παιδικά φορέματά τους λίγο πριν τον τέλος

Η αποτέφρωση του ονείρου για τις Τρεις Αδελφές

Το εύρημα της απόσυρσης κάποιων ηθοποιών κάθε τόσο μέσα σε ξύλινες εξοχές του τοίχου, όπου οι διάλογοι έφταναν στο κοινό καθαρά, υψηλής έντασης, μέσα από μικρόφωνα, υπήρξε μια ιδιοφυής παρέμβαση του Καραντζά. Αίφνης τα πρόσωπα και η υπόθεση, σε ένα κλινικά καθαρό περιβάλλον, χωρίς κανένα εμπόδιο έφταναν δυνατά, γοργά, αδιαμεσολάβητα και δυνάμωναν την πλοκή. Ομως, αυτό που έρχεται να προσδώσει μια λυρική απόχρωση στην όλη διαδικασία της ακύρωσης και της αυτοδιάψευσης είναι η σκηνή του τέλους. Οταν ανοίγουν τα μασίφ ξύλινα παράθυρα και έξω, κάτω από ένα μπλε χρώμα του κοβαλτίου αρχίζει να χιονίζει.

Ολοι έξω στροβιλίζονται στο χιόνι η ελπίδα μοιάζει να ξυπνά. Οι τρεις αδελφές φοράνε τα παιδικά φορέματα, αυτά που έβαζαν όταν ζούσαν ευτυχισμένες στη Μόσχα και χορεύουν. Μια αναλαμπή. Πριν το τέλος. Μόνο που έχοντας ακολουθήσει την είδηση της μεγάλης φωτιάς, έχοντας ακολουθήσει το σκάψιμο και την πορεία της παράστασης όπως την καθόρισε ο Καραντζάς, αναρωτήθηκαν αν αυτό που πέφτει από τον ουρανό είναι χιόνι, ή στάχτη. Χιονίζει στάχτη, τα αποκαΐδια του ονείρου της Μόσχας. Η αποτέφρωση της ιδεατής ζωής.

H πρώτη σκηνή της παράστασης
ΣΧΟΛΙΑ